<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg006.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="71"><lb n="5"/><head>Zu Job. 9, 35.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:9.35"><p>Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔφω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ
                            πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; Ἐπεὶ ἐξέβαλον αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἔξω
                            ἀπ᾿ αὐτῶν διὰ τὴν ἐπὶ τῷ σωτῆρι παρρησίαν, διὰ τοῦτο εὑρεν αὐτὸν ὁ
                            Ἰησοῦς. εἰ ἐπὶ τὸ <lb n="10"/> ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλὸς ἐλήλυθεν ὁ
                            σωτήρ, τέλος δὲ τῷ ζητοῦντί ἐστιν ἡ εὕρεσις τοῦ ζητουμένου, δῆλον ὅτι
                            οὐχ ἁπλῶς γε ἀκουστέον τὸ »Εὑρὼν αὐτόν«. καὶ γὰρ αὐτὸν τότε μάλιστα
                            ἐχρῆν εὑρίσκεσθαι ὅτε ἐξεβλήθη ὑπὸ τῶν μὴ παραδεξαμενων τὴν περὶ Ἰησοῦ
                            μαρτυρίαν. ἐκείνων γὰρ ἔξω γενόμενος ἐπιτήδειος πρὸς τὸ <lb n="15"/>
                            εὑρεθῆναι γεγένηται. συνετώτερον δὲ ἀκουστέον καὶ τὸ »Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς
                            ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω«. ἐπεὶ ἀκούσας τὸ τοιοῦτον τῆς ἀκοῆς αὐτοῦ ἄξιον
                            εὑρίσκει τὸν περὶ οὗ ἤκουσεν. εὑρὼν δὲ αὐτὸν ἠρώτα τὸν εὑρεθέντα Σὺ
                            πιστεύεις εἰς τὸν εὑρόντα υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; καὶ τάχα ὁ μὲν ἀρχόμενος
                            πιστεύει εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δὲ <lb n="20"/> διαβαίνων
                            ἀναβαίνει καὶ ἐπὶ τὸ πιστεῦσαι εἰς τὸν υἱὸν τοῦ θεοῦ· ὥστ᾿ ἂν εἰπεῖν
                            αὐτόν· Εἰ καὶ Χριστόν ποτε κατὰ σάρκα ἔγωνμεν, ἀλλὰ νῦν αὐτὸν οὐκέτι
                            γινώσκομεν κατὰ σάρκα μόνον, ἀλλὰ καὶ υἱὸν τοῦ θεοῦ. πῶς δὲ ἐρωτᾷ ὁ
                            πάντα εἰδώς; καὶ ὅρα εἰ πρὸς τοῦτο φήσεις, παρατιθέμενος τὸ »Ἔγνω Κύριος
                            τοὺς ὄντας αὐτοῦ« καὶ <lb n="25"/> τὸ »Οὐκ οἶδα ὑμᾶς«; οὐ γὰρ ἅμα τῷ
                            εὑρεθῆναί τις ἄξιός ἐστι τοῦ γινώσκεσθαι κατὰ τὸ Νῦν δὲ γνόντες θεόν,
                            μᾶλλον δὲ γνωσθέντες »ὑπ᾿ αἰτοῦ‘. ἀλλὰ μετὰ τὴν εἰσαγωγήν προκοπῆς δεῖ,
                            ἱν ὀφθῇ τις καὶ γνωσθῇ τῷ θεῷ. διὰ τοῦτο ἐρωτῶν αὐτὸν ὁ σωτήρ φησι· »Σὺ
                            »πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;« ἐπεὶ δὲ οὐδέπω ἐδύνατο <lb n="30"/> λέγειν ὅτι Πιστεύω, ἀλλ’ ὡς ἀγνοῶν ἀποκριθεὶς εἶπε τὸ Τίς ἐστι,
                            Κύριε, ἵνα πιστεύω εἰς αὐτόν;« ἐν μεθορίῳ τοίνυν ὑπῆρχεν, ἵν <note type="footnote">3 Vgl. Joh. 9, 31. — 6 Joh. 9, 35. — 10 Vgl. Luk.
                                19, 10. — 21 Vgl. II Kor. 5, 16. - 24 II Tim. 2, 19; (vgl. Num. 16,
                                5). — 25 Matth. 25, 12. — 26 Gal. 4, 9. — 28 Joh. 9, 35. — 30 Joh.
                                9, 36.</note>
                            <note type="footnote">LXXI. I ℵ] 7 ἀνθρώπου] θεοῦ RV | 10 τῷ] τὸ RV | 11
                                γε] δὲ R, δὴ V | 13 εὑρίσκεσθαι] + ἢ ℵ | 18 Σὺ Pr] εἰ ℵ | 20 τὸ] τώ
                                RV | 21 ἔγων SV, R1, ἐγνώριζεν R2 | 25 τῷ] τὸ RV | 29 ἀνθρώπου] θεοῦ
                                ℵ, corr. Br.</note>
                            <pb n="540"/> οὕτως εἴπω, ἀπιστίας καὶ πίστεως. διὰ τοῦτό φησι
                            πρὸς αὐτὸν ὁ σωτήρ· »Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετά σου ἐκεῖνός
                            ἐστιν«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="72"><head>Zu Joh. 9, 39.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:9.39"><p>Τοιαύτη γὰρ παράδοσις καὶ δόξα παρὰ Ἰουδαίοις ἐκράτει· ὅθεν <lb n="5"/>
                            καὶ οἱ μαθηταὶ ἠρώτων τὸν Ἰησοῦν· »Οὗτος ἥμαρτεν ἢ οἱ γονεῖς αύτοῦ;«
                            ἀλλ᾿ ἀπεφήνατο λέγων ὁ κύριος ὅτι »Οὔτε οὗτος οὔτε οἱ »γονεῖς αὐτοῦ«,
                            περὶ οὑ έν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="73"><head>Zu Joh. 9, 37.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:9.37"><lb n="10"/><p>Οὐ παρέργως ἀκουστέον τοῦ μὲν »Ἑώρακας« ἐπὶ τὸν παρελθόντα χρόνον
                            ἀναφερομένου, τοῦ δὲ »Ὁ λαλῶν μετά σου« ἐπὶ τὸν ἐνεστηκότα, ὅτι ἐκεῖνος
                            ὁ ἑωραμένος ὁ αὐτός ἐστι τῷ νῦν λαλοῦντι μεταὐτοῦ, παρατιθέμενον·
                            »Τοσούτῳ χρόνῳ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι καὶ οὐκ »ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς
                            ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα( πολλοὶ <lb n="15"/> γὰρ ἑωρακότες αὐτὸν οὐκ
                            ἔγνωσαν αὐτόν. ἑώρακεν οὖν κυρίως αὐτὸν ὁ τοῖς τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοῖς ὑπ᾿
                            αὐτοῦ τοῦ θεοῦ φωτιζόμενος. ἀπὸ ἀμφοτέρων τοίνυν ὠφεληθεὶς ὁ ποτὲ
                            τυφλός, ἀπό τε τοῦ ὁρᾶν καὶ ἀπὸ τοῦ λόγου, οὐ μόνον εἶπε· »Πιστεύω,
                            Κύριε«, ἀλλὰ καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.</p><lb n="20"/><p>LXXIII a.</p><p>Aus Eustathius, de enfiastrim. 21 [p. 60 ed. Jahn].</p><p>Οὐκ ἔλαττον δὲ καὶ τὸ τῆς λιθοβολίας δρᾶμα θεωρῶν, ἐπειδὴ καὶ τοῦτο
                            πειρᾶται (d. h. Origenes) τροπολογῆσαι τοῦ εὐαγγελικοῦ καταψεύδεται
                            γράμματος Οὐ πάνυ τι, λέγων, εὕραμεν ζητήσαντες <lb n="25"/> ἐν τοῖς πρὸ
                            τούτου ὅτι ἐβάστασαν οἱ Ἰουδαῖοι λίθους, <note type="footnote">2 Joh. 9,
                                37. — 6 Joh. 9, 2. — 11 Joh. 9, 37. — 14 Joh. 14, 9. — 19 Joh. 9,
                                38.</note>
                            <note type="footnote">LXXII. I ℵ] 5 τοιαύτην V2 | παράδοσιν R1V1, corr.
                                R2V2 | δόξαν RV | 7 ἀλλ’ ἀπεφήνατο] ἀλλὰ πεφήνατε RV | οὔτε1 &lt;
                                R1, ν. späterer Hd. zugefügt.</note>
                            <note type="footnote">LXXIII. I ℵ] 12 ἑστηκότα R | 14 παρατιθέμενος ℵ,
                                corr. We 1 τώ τοσούτω S, τοσούτω RV; τοσούτῳ χρόνῳ mit DQL; ebenso
                                C. Cels. VII, 43 [II, 194, 18 K] | 16 ἔγνων S | 18 καὶ &lt; R | ἀπὸ]
                                + τε RV.</note>
                            <pb n="541"/> ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν. εἶτα μετ’ ὀλίγα φησίν· Εἰ γὰρ
                            πάλιν ἐβάστασαν πρότερον ἐβάστασαν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="74"><head>Zu Joh. 10, 31.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:10.31"><lb n="5"/><p>Εἰ πάλιν ἐβάστασαν πρότερον ἐβάστασαν. εἴπερ οὖν μὴ λανθάνει ἡμᾶς τοῦτο
                            γεγραμμένον, ἀναγκαῖον ζητῆσαι τὴν αἰτίαν τῆς προσθήκης τοῦ Πάλιν‘.
                            οἶμαι δὲ ὅτι ὁ κακῶς λέγων τινὰ λίθον ἐπὶ τὸν κακολογούμενον βάλλει.
                            κακῶς δὲ αὐτὸν ἔλεγον έν τοῖς ἀωντέρω, ὅτε καὶ σχίσμα ἐγένετο ἐν τοῖς
                            Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους αοὐτοῦ«. <lb n="10"/> πάλιν οὖν τὸ βάρος τῶν
                            δυσφήμων βαστάσαντες λόγων τρόπον ἀφιεμένων ἐπ᾿ αὐτὸν λίθων ὥρμησαν ἐπὶ
                            τὸ Μάσαι αὐτὸν τῇ κακολογίᾳ. διὰ τοῦτό φησιν ἡ σοφία· »Ὁ βάλλων λίθον
                            εἰς ὕψος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ βάλλει«. βάλλειν γὰρ λίθον εἰς ὕφος
                            λέγεται ὁ ἀδικίαν εἰς ὕψος λαλῶν. εὑρήσεις δὲ ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ μίγμα τοῦ
                            ὡσὰν <lb n="15"/> ἱστορικοῦ πρὸς τὸ γυμναστικόν, καὶ μάλιστα παρὰ
                            Ἰωάννῃ. τήρει γὰρ ἐν τῇ πρὸς τὴν Σαμαρεῖτιν διαλέξει πῶς τὸ μὲν
                            »Ἐκαθέζετο ἐπὶ πηγῆς ὁ Ἰησοῦς« ἀπαγγελία ἐστὶν ὡς περὶ σωματικῆς τπηγῆς
                            καὶ σώματος αἰσθητοῦ· οὐκέτι δὲ δυνατὸν περὶ τοῦ σωματικοῦ ποτοῦ ἀκούειν
                            ὅτε »Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν <lb n="20"/> »δωρεὰν
                            τοῦ θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι· Δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτη- σας αὐτὸν
                            καὶ ἔδωκέ σοι ὕδωρ ζῶν«. καὶ τὰ παραπλήσια· Πολλὰ »ἔργα ἔδειξα ὑμῖν· διὰ
                            ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με;« εἴ τις ἐπανελθὼν συναγάγοι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς
                            τοῦ εὐαγγελίου τὰ ἔργα Ἰησοῦ, ἀναγαγὼν αὐτὰ ἐπὶ τὰς πνευματικὰς
                            ἐργασίας, οὗτος μάλιστα ὄψεται <lb n="25"/> ποῖα πολλὰ ἔργα ἔδειξε τοῖς
                            βαστάσασι λίθους, ἵνα λιθάσωσι τὸν Ιησοῦν· οἷον ἔν τῶν καλῶν ἔργων ἠν τὸ
                            ἐν Κανὰ σημεῖον, ὅτε ὑστέρησεν ὁ πρότερος οἶνος διὰ τὸ »Ὀ νόμος καὶ οἱ
                            προφῆται μέχρι Ἰωάννου, τὸ καλόν οἴνου εὐπορηκέναι ἡμᾶς, οἷς
                            συνανάκειται Ἰησοῦς. καὶ αὕτη γε ἀρχὴ τῶν σημείων ἐστὶν αὐτοῦ έν τῇ
                            κλήσει τοῦ ἀπὸ <lb n="30"/> τῶν Μνῶν λαοῦ· ἐπεὶ καὶ γέγραπται· Ταύτην
                            τὴν ἀρχὴν τῶν ση- <note type="footnote">9 Joh. 10, 19. — 12 Sir. 27, 25
                                (28). — 16 Joh. 4, 6. — 19 Joh. 4, 10. — 21 Joh. 10, 32. — 23 Vgl.
                                Mark. 1, 1. — 25 Vgl. Joh. 10, 31. — 26 Vgl. Joh. 2, 3. — 27 Luk.
                                16, 16. — 30 Joh. 2, 11.</note>
                            <note type="footnote">LXXIII a. 1 Zu diesem Satz vgl. den Anfang v.
                                Frgm. LXXIV.</note>
                            <note type="footnote">LXXIV. I ℵ] 5 πάλιν] πρότερον ℵ, cf. LXXX a |
                                πρότερον] πάλιν ℵ, cf. LXXIII a | 10 τρόπων RV | 11 λίθον ℵ, corr.
                                We | τὸ] τῶ RV | τῆς κακολογίας S | 14 λαλῶν] βαλ.ών RV | ὡς
                                ἀνιστορικοῦ Br | 16 τὸ Pr] τὸν ℵ | 17 πηγῆς] τῆς γῆς RV | 20 πιεῖν]
                                ποιεῖν R1, corr. R2 | 22 ποίων αὐτὸν ἔργων RV | 25 λιθάσουσι ℵ,
                                corr. We | 28 τὸ &lt; RV.</note>
                            <pb n="542"/> »μείων ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς«. τὸ δὲ ἑξῆς τούτῳ
                            <add>τὸ</add> τὸν οἶκον τοῦ αὐτοῦ, οἶκον ἐμπορίου γενόμενον, ἀποκαταστῆσαι
                            εἰς τὸ πάλιν γενέσθαι οἶκον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ. καὶ τί με δεῖ λέγειν ὅσα
                            πεποίηκεν ἔργα καλὰ ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ;</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="75"><lb n="5"/><head>Zu Joh. 10, 40.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:10.40"><p>Ἰνα μὴ ἐκφανῆ σφόδρα τὴν θεότητα καταστήσῃ, συνὼν ἐπὶ πλέον τοῖς κατέχειν
                            ἐπειγομένοις καὶ μὴ κατεχόμενος, καὶ τῆς ἀνθρωπίνης τάξεως παραχαράξει
                            τὸν ῥυθμόν. πρόσχες δὲ εἰ δύναταί τινα λόγον ἔχειν τὸ μὴ ἁπλῶς γεγράφθαι
                            τὸ &gt;Ἀπῆλθεν εἰς τὸν , ἀλλ᾿ <lb n="10"/> ἐπέκεινα καὶ »πέραν« αὐτοῦ.
                            ὥσπερ καὶ οἱ διὰ Μωσέως κληροδοτούμενοι τὴν γῆν, ἥττους ὄντες τῶν διὰ
                            τοῦ Ἰησοῦ κληροδοτουμένων, ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἐκληρώθησαν· ἔνθα
                            βωμὸν μέν, σύμβολον τοῦ ἐν τῇ ἁγίᾳ γῇ θυσιαστηρίου, κατεσκεύασαν, θυσίαν
                            θυσίαν ἢ ὁλοκαυτώματα ἐπ᾿ αὐτοῦ οὐκ ἀνέφερον. ἀλλ᾿ ἤδη τροπικώτερον <lb n="15"/> ἀκούομεν τοῦ· »Ἀπῆλθεν πέραν τοῦ Ἰορδάνου εἰς τὸν τόπον
                            ὅπου ἦν »ὁ Ἰωάννης τὸ πρότερον βαπτίζων«. καὶ ὁ τοῦ Ναυῆ μέντοιγε Ἰησοῦς
                            ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου μετὰ τεραστίων δυνάμεων διαβιβάζει τὸν λαόν.
                            ἀλλὰ καὶ Ἡλίας μέλλων ἀναλαμβάνεσθαι ὡς εἰς τὸν οὐρανὸν ἅρματι πυρὸς καὶ
                            ἵπποις πυρὸς ἀπὸ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου <lb n="20"/> τῇ μηλωτῇ διασχίσας
                            τὸ ῥεῦμα τοῦ ποταμοῦ διέρχεται.</p></q></div></div></body></text></TEI>