<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg006.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="56"><lb n="5"/><head>Zu Joh. 4, 13.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:4.13"><p>Τοῦ νόμου τοίνυν τοῦ διὰ Μωϋσέως τοῦ ὕδατος ὄντος, πῶς εἶπεν Ἰησοῦς διψᾶν
                            πάλιν τὸν πίνοντα ἀπ' αὐτοῦ; καὶ λεκτέον γε ὅτι ὁ νόμος τοῖς ἀνθρώποις
                            δέδοται, οὐκ ἐπὶ τῷ ἀεὶ κατ' αὐτὸν βιοῦν, ἀλλὰ μέχρι καιροῦ τινός, ὡς
                            τὴν πόσιν τοῦ ἑρμηωευομένου φρέατος <lb n="10"/> διαρκεῖν μέχρι
                            ἀναδείξεως μείζονος ὕδατος. τὰ γὰρ παραγγέλματα τοῦ νόμου μέχρι καιροῦ
                            διορθώσεως ἔκειτο. διὸ διὸ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τοῦ νομικοῦ διψήσει
                            πάλιν, ὄρεξιν ἔχων τοῦ εὐαγγελικοῦ πόματος. εἰς τοῦτο λήψει τὸ ἐν Ἡσαίᾳ
                            λεχθέν· » Τοῦτο πρῶτον πίε, » ταχὺ ποίει «. εἰ γὰρ μὴ ἠν καὶ μετ' ἐκεῖνο
                            πιεῖν, οὐκ ἂν ἐλέγετο· <lb n="15"/> Τοῦτο πρῶτον πίε«. καὶ ἐπεὶ
                            διαδέχεται τὸν νόμον τὸ εὐαγγέλιον, ὁ πίνων τὴν νομικὴν διδασκαλίαν
                            διψήσει πάλιν ἐπὶ τῷ καὶ τὴν εὐαγγελικὴν πιεῖν.]] τὸ δὲ εὐαγγέλιον ἐπεὶ
                            ἀδιάδοχόν ἐστιν, ὁ πίνων ἐξ αὐτοῦ οὐ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα. » Ὁ γὰρ
                            οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, » οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσιν«
                            εἶπεν ὁ Ἰησοῦς.]] τὸν <lb n="20"/> γὰρ πίνοντα τοῦτο τὸ ὕδωρ φησὶν έν
                            ἑαυτῷ κτᾶσθαι πηγήν, οὐ τοῦ τυχόντος ὕδατος ἀλλὰ τοῦ εἰς ζωὴν αἰώνιον
                            ἁλλομένου. ὅπερ ἁλ- λόμενον εἰς ζωὴν ὕδωρ μετεωρίζει καὶ πρὸς ζωὴν
                            ἀναβιβάςει τὸν ἔχοντα αὐτό, οἷα πηγὴν ἐν ἑαυτῷ.</p><note type="footnote">6 Vgl. Joh. 1, 17. — 10 Vgl. Hebr. 9, 10. — 11 Joh. 4,
                            13. — 13 Jes. 9, 1 (8, 23). — 18 Matth. 24, 35. — 20 Vgl. Joh. 4,
                            14.</note><note type="footnote">LV I ℵ] 1 ἀπ' &lt; ℵ I ἃ — θρεμμάτων &lt; ℵ Ι 2 τῶν
                            &lt; RV.</note><note type="footnote">II ABBREV Cord] 2 λαμβανομένων] νοουμένων Μ.</note><note type="footnote">LVI. Ι ℵ] (an Nr. LV unmitteibar angescblossen) 6 πῶς
                            ℵ Ι εἶπεν ὁ Ἰησοῦς nach 7 πίνοντα ℵ | 7 καὶ λεκτόν γε ℵ Ι 9 ἀλλ' ἄχρι ℵ
                            Ι 13 εἰς — 17 πιεῖν &lt; ℵ Ι 18 ὁ — 19 Ἰησοῦς &lt; ??.</note><note type="footnote">ΙΙ ABBREV (Cord ρ. 124)] (an Nr. LV unmittelbar
                            angescblossen) 7 καὶ &lt; Ρ Ι δὲ Ρ, &lt; Μ Ι 8 δίδοται Μ Ι τῷ] τὸ Ρ Ι 13
                            εἰς — λεχθὲν &lt; Μ Ι τοῦτο — &lt; Ρ Ι τοῦτο 2] + τὸ Ρ Ι 14 ποίει] πίε
                            ABBREV Ι ἔλεγε Ρ Ι 15 ἐπειδὴ Μ Ι 16 τῷ] τὸ Ρ Ι <lb n="18"/> παρελεύσεται
                            Cord mit ℵDL 33 al. Ι 19 ὁ &lt; Cord Ι 20 τὸ ὕδωρ τοῦτο ABBREV πηγὴν
                            κτᾶσθαι ABBREV Ι 23 οἱα — ἑαυτῷ &lt; Cord Ι πηγὴ M.</note><pb n="530"/></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="57"><head>Zu Joh. 4, 15.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:4.15"><p>Εἐπούσης τῆς γυναικὸς τὸ παρὰ Ἰησοῦ θέλειν λαβεῖν ὕδωρ, ἐπὶ τῷ στῆσαι τὸ
                            δίψος, ἔχουσα αὐτὸ πηγὴν ἐν ἑαυτῇ, ἔδειξεν αὐτὸ θέλειν. διὰ γὰρ ταύτης
                            τῆς λέξεως ὡμολόγησε πολὺν κάματον εἶναι <lb n="5"/> τῆς ἀντλείας λείας
                            τοῦ προτέρου ὕδατος, [[ ἀληθεύουσα κατ' αὐτό]]· καὶ γὰρ πολὺν ἔχει
                            κάματον ἡ πρὸς τὸ γράμμα τήρησις τοῦ νόμου. ὁ δὲ σωτὴρ εἰκότως πρὸς
                            αὐτήν· Ἐπεὶ ἀκμὴν περιέχει ᾡ ἀνέθηκας σεαυτὴν νόμῳ ὡς ἀνδρὶ αὐτῷ
                            συνοῦσα, ἀπιοῦσα κάλεσον αὐτὸν ἐπὶ τὸ συμβαλεῖν τὰ ἐν αὐτῷ γεγραμμένα
                            τοῖς ὑπ' ἐμοῦ λεγομένοις καὶ πραττομένοις. <lb n="10"/> οὕτω γὰρ εὑρεῖν
                            δυνήσῃ ὡς ὁ πίνων ἐκ τοῦ προτέρου ὕδατος ἕτερον προσδοκήσει, ὅτι διψήσει
                            πάλιν. τῆς δὲ ἀρνησαμένης μὴ ἔχειν ἄνδρα, ὁ σωτήρ, ἠρέμα τὴν
                            Σαμαρειτικὴν αὐτῆς γνώμην ἐλέγχων, φησίν· Καλῶς λέγεις ἄνδρα μὴ «. οὐ
                            γὰρ ἐξ ὁλοκλήρου συγκατέθου πάσῃ τῇ παλαιᾷ διαθήκῃ, ἥτις ἐστὶν ὁ νόμος,
                            περὶ <lb n="15"/> οὗ γέγραπται· » Τέλος νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνη«.
                            τοῦτον δὲ τὸν ἄνδρα μὴ ἔχουσα πέντε ἴσχες, τοῖς αἰσθητοῖς μόνοις
                            συγκαταθεμένη τῆς γραφῆς. εἰ γὰρ πάσῃ τῇ παλαιᾷ συνεβίους, γνωρίζειν
                            ἠδύνω τὸν προσδοκώμενον μετὰ νόμον καὶ προφήτας θεὸν λόγον. τὸ » Πέντε
                            γὰρ <note type="footnote">9 Vgl. Joh. 4, 16. — 14 Joh. 4, 17. — 16 öm.
                                10, 4. — 19 Joh. 4, 18.</note>
                            <note type="footnote">LVII. I ℵ ] ängt mit Nr. LVI unmittelbar zusammen)
                                4 τῷ We] τὸ ℵ Ι ἐν ἑαυτῇ &lt; ℵ | 6 ἀληθεύουσα κατ' αὐτὸ &lt; ℵ Ι 7
                                δὲ &lt; ℵ cf. III Ι 8 ἀνέθηκεν 9 ἀπιοῦσα ℵ Ι τὸ] τώ V Ι 15 πᾶσιν τῆ
                                ℵ Ι 17 ἔχουσαν 8 (?), RV Ι αἰσθητικοῖς ℵ 19 προδοκώμενον S Ι τὸ] τὸν
                                ℵ</note>
                            <note type="footnote">II ABBREV (Cord. ρ. 125)] 4 τῶ τώ Μ Ι ἔχουσα αὐτὸ]
                                καὶ ἔχειν Μ Ι αὐτὸ1 &lt; Ρ Cord ἔδειξεν — θέλειν &lt; ABBREV Cord Ι
                                5 ὡμολόγει 3 Cord | εἶναι — 7 κάματον &lt; Ρ Ι 6 καὶ &lt; Μ Ι 7
                                πολὺν γὰρ τὸν κάματον ἔχει Μ Cord Ι δὲ &lt; ABBREV Cord Ι 8 ἐπεὶ] +
                                σὶν Cord 1 περιέχη Μ Cord | 9 τὸ] Μ Ι 12 δὲ] γυναικὸς Μ Ι 15
                                συγκατέθου &lt; ℵ Cord Ι πᾶσαν τὴν παλαιὰν ἔχεις διαθήκην Μ Ι 17
                                μόνων Μ Ι 18 παλαιᾷ] + διαθήκῃ Cord Ι συνεβίως Ρ Ι ἐδύνου Ρ, ἠδύνου
                                Cord Ι 19 τὸ] + δὲ Cord.</note>
                            <note type="footnote">III ABC] Α unter d. Namen d. Cyrill) 3 εἰπούσης —
                                5 λέξεως] νοητέον δὲ καὶ οὕτως τὰ κατά τὴν Σαμαρεὶτιν ABC | 5
                                ὡμολόγησεν] + ἡ γυνὴ ABC Ι 6 ἀντλίας ABC Ι ὕδατος] + εἶτ’ οὖν τοῦ
                                νόμου ABC Ι 7 πολὺν γὰρ ἔχει &lt; καὶ) ABC τοῦ &lt; Α Ι 8 εἰκότως] +
                                ἔπρ' ABC Ι 9 ἀπιοῦσα &lt; ABC Ι 10 καὶ ABC Ι 12 πάλιν] + τοῦτ' ἔστιν
                                ποθήσει τὸ εὐαγγέλιον ABC Ι 14 ἐλέγχων &lt; Α Ι συγκατέθου]
                                πιστεύεις ABC Ι ἥτις — 18 γραφῆς] ἀλλὰ μόνα τὰ πέντε + Μωσἐως Α]
                                βιβλία οἱ Σαμαρεῖται παραδέχεσθε ABC Ι 18 συνεβίως BC | ἐδύνασο ABC
                                Ι 19 μετὰ νόμον] νόμω ABC Ι προφήταις προφήτην Α Ι τὸ — 531, 5 ἀλλ’]
                                νῦν δὲ ὡς πέντε ἀνδράσι τοῖς αἰσθητοῖς μόνοις συγκαταθεμένη
                                συνδεμένη C) τῆς γραφής, οὐδὲ ὃν ἔχεις ἕκτον ἐστὶ σοῦ ἀνήρ
                                ABC.</note>
                            <pb n="531"/> » ἄνδρας ἔσχες‘ ἀνακτέον ἐπὶ τὰ πέντε Μωσέως βιβλία.
                            μόνα γὰρ ταῦτα οἱ Σαμαρεῖται δέχονται. τίς δὲ καὶ ὅν ἔχει παρὰ τοὺς
                            πέντε ἄνδρας ἕκτος, ὅστις οὐδὲ ἀνὴρ αὐτῆς τυγχάνει; λεκτέον τὸν περὶ τοῦ
                            εἶναι προφήτην λόγον. ἤδη γὰρ συγκατετέθειτο τούτῳ, ἀνγκαζομένη <lb n="5"/> ἐκ τῶν λεγομένων, ἀλλ' οὐ κατ' ἀληθῆ συγκατάθεσιν. διὸ
                            ἁρμοδίως εἴρηται τὸ » Κὰὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ‘· οὐ γὰρ
                            γνησίως αὐτῷ προσελήλυθας. ἐπειόὴ δὲ καὶ τὰ αἰσθμὰ οἱ πέντε ἄνδρες αὐτῆς
                            ἐλέγοντο εἶεἶναι. μεθ’ ἃ συγκατέθετο οὐκ ἠκριβωμένως νοητῷ τινὶ λόγῳ ἐκ
                            τῆς Ἰησοῦ παιδεύσεως , εὐθυβολώτατα εἴρηται· <lb n="10"/> Καὶ ὅν νῦν
                            δοκεῖς ἔχειν πνευματικὸν λόγον οὐκ ἀνήρ σού ἐστιν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="58"><head>Zu Joh. 4, 22.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:4.22"><p>Ὅταν ἀκούσῃς ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν, περὶ τοῦ ταῦτα λέγοντος
                            ἄκουε τὰ εἰρημένα. αὐτὸς γὰρ ἦν ἡ τῶν ἐθνῶν <lb n="15"/> προσδοκία, ὁ
                            γεννώμενος ἐκ σπέρματος Δαβὶδ κατὰ σάρκα.]]</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="59"><head>Zu Joh. 4, 33.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:4.33"><p>Τὸ » Mήτις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; « δηλοῖ ὅτι τὰς διακονίας τῶν
                            προσφερόντων ἐδέχετο, καίτοι δυνατὸς ὤν τρέφειν καὶ μὴ τρέφεσθαι. <lb n="20"/> ἐνεργείας δὲ μεγίστης τὸ τρέφειν Χριστόν, ἡς οὐκ ἐφθόνει
                            τοῖς βουλομένοις· διὸ καὶ τοῖς μαθηταῖς τὸ ἴσον ἔταξεν. νομομαθεῖς δὲ
                            καὶ φιλολογεῖς ὄντες, σκοπήσαντες ὅτι καιρὸς ἦν λοιπὸν τροφῆς ἐτόπασαν
                            μὴ ἄρα ὡς τῷ Δανιὴλ εἰς Βαβυλῶνα προστάξει θεοῦ ἄριστον προκεκόμιστο ὑπὸ
                            τοῦ Ἀμβακούμ, καὶ τῷ Ἠλίᾳ ἐν τῇ ὁδοιπορὶᾳ <note type="footnote">6 Joh.
                                4, 18. — 14 Vgl. Gen. 49, 10. — 15 Vgl. öm. 1, 3. — 18 Joh. 4, 33. —
                                23 Vgl. Bel u. Drache 34 ff.</note>
                            <note type="footnote">LVII. I ℵ] 1 μωυσεως R Ι 3 τυγχα S τυγχάνη RV Ι 5
                                κατὰ ἀλήθειαν ℵ Ι 6 καὶ 1 &lt; ℵ Ι 8 ἠκριβωμένους</note>
                            <note type="footnote">II ABBREV (Cord. p. 125) 1 ἔσχες ἄνδρας ℵ Ι 4
                                προφητείας 3 Cord Ι τοῦτο Ρ Ι ἀναγκαζομένη — 5 λεγομένων &lt; Cord Ι
                                5 οὐκ ἀληθῆ Ρ Ι 6 τὸ] τὸν Ρ Cord Ι καὶ 2 &lt; 8 ἅ] ὅ ABBREV Ι
                                συγκατετίθετο Ρ Ι 9 νοεῖται Ρ.</note>
                            <note type="footnote">III ABC] 5 οὐ] + γὰρ ABC | κατὰ ABC Ι διὸ — 6 γὰρ]
                                συνέθου προφήτην με εἶναι, οὐδὲ ABC Ι 7 αὐτῷ] μοι ABC Ι προσελήλυθεν
                                Α Ι ἐπειδὴ — 10 ἐστὶν] ἀλλ’ οὗτος ὃν δοκεῖς ἔχειν πνευματικὸν λόγον,
                                καθ' ὅν προφήτην με ὠνόμασας, οὐκ ἔστι σου ἀνήρ ABC.</note>
                            <note type="footnote">LVIII. ΙΙ ABBREV (Cord. p. 130; Cramer p. 219)]
                                (fehlt in Ι) 13 ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἡ σωτηρία Ρ Cord Cr Ι 14 ἦν &lt; Μ
                                Cr Ι 1.5 γενόμενος Ρ Cord Cr.</note>
                            <note type="footnote">LIX. Ι ℵ] 22 φιλομαθεῖς? We.</note>
                            <pb n="532"/> τροφὴ ἐδίδοτο ὑπ᾿ ἀγγέλου καὶ ὑπὸ κοράκων, οὕτω καὶ
                            τῷ Ἰησοῦ τροφὴ ἠνέχθη. ὅμως εἰ καὶ περὶ αἰσθητῆς τροφῆς οἱ μαθηταὶ
                            ὑπενόησαν, αὐτὸς φανεροποιεῖ περὶ ποίας τροφῆς ἀπήγγελκεν αὐτοῖς. εἶπον
                            δὲ τὸν καιρὸν αὐτοῦ τροφῆς εἶναι ἐκ τῶνδε· ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας οὔσης ὁ
                            Ἰησοῦς ἐν τῇ πηγῇ καθεσθεὶς διελεθη τῇ Σαμαρείτιδι, <lb n="5"/> τῶν
                            μαθητῶν ἐπὶ τῷ ἀγοράσαι τροφὰς ἀπεληθότων , ὡς λοιπὸν στοχαζόμενον
                            εἰπεῖν ἑσπέραν τῆς ἡμέρας εἶναι. οὗτος δὲ τῆς τροφῆς ὁ καιρὸς τῶν
                            μάλιστα <add>μὴ</add> προηγουμένως τροφὴν μεταδιώκουσιν ἀλλὰ τὴν τῶν
                            προσερχομένων ὠφέλειαν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="60"><lb n="10"/><head>Zu Joh. 4, 44.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:4.44"><p>Πατρίδα αὐτοῦ τὴν Ἰουδαίαν καλεῖ, ἣν καὶ διὰ τοῦτο καταλέλοιπε. τὴν γὰρ
                            αἐτίαν τῆς ἐπὶ τὴν Γαλιλαίαν ἀφίξεως ἀποδιδοὺς ὁ εὐαγγελιστὴς γράφει,
                            ὅτι »Προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιμὴν οὐκ ἔχει«. [[φέρεται ἡ μαρτυρία
                            αὕτη <add>καὶ</add> ἐν τοῖς ἑτέροις εὐαγγελίοις. φησὶ <lb n="15"/> γὰρ ὁ
                            σωτήρ· »Οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι »καὶ ἐν τοῖς
                            συγγενέσι καὶ τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ«. ἀμέλει γοῦν πάντες οἱ πρὸ τῆς ἐπιδημίας
                            ἠτιμάσθησαν ἐν τῇ Ἱερουσαλὴμ καὶ Ἰουδαίᾳ. αὕτη γὰρ γή καὶ πατρὶς αὐτῶν·
                            ὡς κοθόλου τὸν σωτῆρα εἰπεῖν·]] » Ἱερου- »σαλήμ, Ἱερουσαλήμ, ἡ
                            ἀποκτέννουσα τοὺς προφήτας, καὶ λιθοβο- <lb n="20"/> »λοῦσα τοὺς
                            ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν«.</p></q></div></div></body></text></TEI>