<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg006.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="46"><head>Zu Joh. 3, 31.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.31"><lb n="15"/><p>Εἰ γὰρ ἄνωθεν καὶ ἐκ πατρὸς ἔρχεται ὡς παντοκράτωρ, δῆλον ὅτι ἐπάνω
                            πάντων ἐστίν. οἱ δὲ ὑλικὸν φρόνημα ἔχοντες τὴν εἰκόνα φοροῦσι τοῦ
                            χοϊκοῦ, οἳ καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλοῦσι. διὸ καὶ εἴ ποτε διδασκαλίαν
                            ἐπαγγέλλονται, σοφίαν ἔχουσιν ἣν Ἰάκωβος γράφει, ἐπίγειον, ψυχικήν,
                            δαιμονιώδη. περὶ τῶν τοιούτων καὶ Ἡσαίας γράφει, <lb n="20"/> ὡς ὄντων
                            ἐκ τῆς γῆς καὶ ἐξ αὐτῆς φωνούντων· τοῦ ἄνωθεν ἐρχομένου θεοῦ λόγου ἐπάνω
                            πάντων ὑπάρχοντος καὶ λαλοῦντος ἃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν. ἀλλὰ καὶ οἱ
                            προφῆται, ἔχοντες τὸν ἄνωθεν ἐρχόμενον πρὸς αὐτοὺς λόγον, ἃ εἶδον
                            διανοίᾳ καὶ ἤκουσαν τοῖς ὠσὶ τοῦ ἴσω ἀνθρώπου λαλοῦσιν οὐράνια καὶ
                            θεϊκά. ἕκαστος γὰρ αὐτῶν ἐρεῖ· <lb n="25"/> »Τάδε λέγει Κύριος‘· καὶ
                            »Ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με«, λέγων. φανερώτερον περὶ τούτου φησὶν ὁ
                            Σολομὼν ε3ἰπών· »Οἱ ἐμοὶ λόγοι »εἴρηνται ὑπὸ θεοῦ.« διὸ γέγραπται· »
                            Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως »πάλαι ὁ θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς
                            προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχά- »του τῶν ἡμερῶν ἐλάλησεν ἡμῖν, τοῖς κατὰ τὴν
                            ἐπιδημίαν τυγχά- <lb n="30"/> »νουσιν, ἐν υἱῷ «.]] ἀμέλει γοῦν ἃ ἑώρακε
                            καὶ ἤκουσε ταῦτα διδακτι- <note type="footnote">3 Vgl. Jes. 14, 12. — 9
                                Vgl. Joh. 1, 15. — 15 Vgl. Job. 3, 31. — 17 Vgl.</note>
                            <note type="footnote">I Kor. 15. 49. — 18 Vgl. Jak. 3, 15. — 19 Vgl.
                                Jes. S, 19. — 22 Vgl. Joh. 3, .32. — 3 Vgl. Eph. 3, 16. — 26 Prov.
                                24, 69 (30, 1). — 27 Hebr. 1, 1 f.</note>
                            <note type="footnote">XLV. I ℵ] G δὲ] καὶ Si.</note>
                            <note type="footnote">XLVI. I ℵ] 16 φρόνιμα ℵ, cf. II | καὶ — 30 υἱῷ
                                &lt; ℵ, cf.</note>
                            <note type="footnote">II Ρ (Cord. p. 110)] 16 in Ρ beginnt mit οἱ ein
                                neues Fragm., das mit τοῦ αὐτοῦ an d. vorhergehende angeschlossen
                                ist | τὴν] + αὐτοῦ Ρ | 17 τοῦ χοικοῦ φοροῦσι Ρ Cord | οἳ — λαλοῦσι
                                &lt; Ρ Cord | 18 ἐπίγειον — 19 γράφει &lt; P.</note>
                            <pb n="522"/> κῶς τοῖς ἀνθρώποις ἐλάλει. ταῦτα δὲ ἐφαρμόζει τῇ
                            οἰκονομίᾳ· περὶ γὰρ τῆς θεότητος ταῦτα οὐκ ἀκόλουθον ἐκλαμβάνειν.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="47"><head>Zu Joh. 3, 31.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.31"><p>Καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει· καίτοι πολλῶν <lb n="5"/>
                            εἰληφότων τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ, [[ὡς αὐτὸς πάλιν ὁ Ἰωάννης ἐπιφέρει,
                            φάσκων· »Ὁ λαβὼν τὴν αὐτοῦ μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ θεὸς ἀλη- »θής
                            ἐστι«.]] πῶς δὲ οἶόν τε εἶναι ἀληθές, λαμβανόντων αύτοῦ τὴν μαρτυρίαν
                            τινῶν, τὸ Καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει«; λυτέον οὖν τὸ
                            ἠπορημένον οὕτως· Ἰησοῦς, ἄνωθεν ἐληλυθὼς λαλῶν <lb n="10"/> τε ἃ ἤκουσε
                            καὶ εἶδεν, ὑψηλοτάτην καὶ πάνυ μεγάλην τὴν μαρτυρίαν λέγει περὶ τοῦ
                            πατρὸς καὶ ἑαυτοῦ· καὶ οὐδεὶς λαμβάνει ταύτην τὴν μαρτυρίαν ὡς αὐτὸς
                            αὐτὴν λέγει, τῷ τοὺς ἀκροατὰς ἀρχὴν τοῦ λαμβάνειν ἔχοντας πολὺ
                            ἀπολείπεσθαι τοῦ μεγέθους τῆς μαρτυρίας. ὅμως εἰ καὶ οὐδεὶς οἷός τε
                            δέξασθαί ἐστι τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὕτως, <lb n="15"/> ἀλλ᾿ οὐν ἔστι
                            λαβεῖν αὐτὴν ὡς δυνατὸν δέξασθαι τοὺς ἄρτι προσερχομένους τῇ πίστει.
                            ὅθεν οὐ μάχεται τὸ »Ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν« τῷ μηδένα αὐτὴν
                            εἰληφέναι, τῷ ἑτέρως μὲν μὴ λαμβάνεσθαι αὐτήν, * * * οἳ καὶ ἐκ τοῦ
                            εἰληφέναι τὴν Ἰησοῦ μαρτυρίαν σφραγίζουσι καταθέσει βεβαίᾳ τὸν θεὸν
                            ἀληθῆ εἶναι, μαθόντες ὅτι <add>ὁ</add> παρ’ αὐτοῦ ἀποσταλεὶς τοῦ θεοῦ τὰ
                            ῥήματα λαλεῖ· ἐπείπερ οὐκ ἐστὶν ἐκ τῆς γῆς, οὐδὲ ἐκ ταύτης φθέγγεται. οὐ
                            γὰρ ἐκ μέρους δίδωσι τὸ πνεῦμα ὁ θεός.]]</p><note type="footnote">5 Joh. 3, 32. — 7 Joh. 3, 33. — 10 Vgl. Joh. 3, 31 f.
                            — 17 Joh. 3, 33. — 21 Vgl. Joh. 3, 34.</note><note type="footnote">XL VI. I ℵ] 2 ἀκόλουθα ℵ.</note><note type="footnote">II Ρ Cord.] 1 τοῖς ἀ. διδακτικῶς Ρ Cord | 3 ἐκλαβεῖν
                            Ρ, ἐκλαμβάνε- ται Cord.</note><note type="footnote">XLVII. Ι ℵ] 8 ἀληθ S, ἀληθῆ RV | 10 λεκτέον R | 11
                            ὑψηλοτάτων S1 | μεγάλων S1 | 19 ücke bez. We | 20 <add>ὁ</add> + Br.</note><note type="footnote">II ABBREV (Cord. p. 112)] 5 καὶ — λαμβάνει &lt; Μ | 7
                            ἐσφράγισεν &lt; Ρ | ὅτι τὸν θεὸν Μ, &lt; Ρ | ἀληθῆ εἶναι Μ, ἀληθὲς εἶναι
                            Ρ | 8 πῶς — 9 τινων] πῶς οἷόν τε λαμβανόντων τινῶν αὐτοῦ τὴν λ. αὐτοῦ
                            τινῶν τὴν Ρ] μαρτυρίαν ἀληθὲς εἰναι Μ (P) Cord | 9 αὐτοῦ μαρτυρίαν Μ |
                            αὐτοῦ — 13 μαρτυρίαν &lt; Ρ | 10 12 λαμβάνει &lt; Μ Cord | [13 λέγειν Ρ
                            | τῷ] τὸ ΑΒΒREV | τῷ — 14 ἔχοντας] οὐδεὶς ἀκροατῶν ὁλόκληρον λαμβάνει
                            διὰ τὸ Cord | 15 ἐστι &lt; ABBREV | οὕτως vor τὴν ABBREV Cord 16 αὐτὴν
                            λαβεῖν ABBREV Cord | ἄρτι] + τῇ πίστει (aus Ζ. 17) ABBREV Cord | 17 ὁ —
                            18 αὐ- τὴν &lt; Ρ | τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ Μ | 18 αὐτῆς Cord | τις
                            εἰληφέναι Ρ | τῶν ἑτέρων Cord | λαμβανόντων Cord | 19 Ἰησοῖ· &lt; ABBREV
                            Cord | 22 οὐδὲν Ρ | 23 ὁ θεός &lt; ??.</note><pb n="523"/></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="48"><head>Zu Joh. 3, 34.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.34"><p>Εἰ γὰρ καὶ ἄνδρες σοφοὶ θεὸν ἐσχηκότες ἐλάλησαν τὰ τοῦ θεοῦ ῥήματα, ἀλλ’
                            οὖν ἐκ μέρους εἶχον τὸ πνεῦμα τοῦ θεοῦ λέγοντος· <lb n="5"/> »Ἐκχεῶ ἀπὸ
                            τοῦ πνεύματός μου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα«. ὁ δέ γε σωτὴρ ἀποσταλεὶς ἐπὶ τῷ τὰ
                            ῥήματα τοῦ θεοῦ λαλεῖν οὐκ ἐκ μέρους δίδωσι τὸ πνεῦμα. οὐ γὰρ λαβὼν
                            αὐτὸς ἑτέροις παρέχει, ἀλλ᾿ ἀποσταλεὶς ἄνωθεν καὶ ἐπάνω πάντων ὑπάρχων
                            δίδωσιν αὐτό, τυγχάνων αὐτοῦ πηγή. ἑρμηνεύσομεν δὲ καὶ ἑτέρως τὸ »Τὴν
                            μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς <lb n="10"/> »λαμβάνει«. ἐπεὶ γὰρ ὁ ἐρευνῶν τὰς
                            γραφὰς εὑρίσκει αὐτὰς μαρτυρούσας περὶ Χριστοῦ. οὐδεὶς τῶν ἀνεξετάστως
                            ἐντυγχανόντων ταῖς γραφαῖς ἰουδαίων ἐλάμβανε τὴν [ περὶ αὐτοῦ]
                            μαρτυρίαν· μόνου καὶ παντὸς τοῦ δυναμένου εἰπεῖν· »Ὃν ἔγραψε Μωσῆς ἐν τῷ
                            νόμῳ, καὶ »οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν Ἰησοῦν« λαμβάνοντος τὴν περὶ <lb n="15"/> μαρτυρίαν καὶ σφραγίζοντος ὅτι ὁ θεὸς ἀληθής ἐστιν,
                            προεπαγγειλάμενος τὸ εὐαγγέλιον διὰ τῶν προφητῶν. φέρεται δὲ καὶ ἐν
                            ἑτέροις ἀντιγράφοις· »Οὐ γὰρ ἐκ μέρους δίδωσι τὸ πνεῦμα« σημαινούσης καὶ
                            ταύτης τῆς γραφῆς μὴ μέτροις 〈προσ〉έχειν τὸν ἀποσταλέντα, ὥστε
                            πεφεισμένως καὶ ἐκ μέρους παρέχειν καὶ εὐαριθμήτοις τισίν, ἀλλὰ <lb n="20"/> δαψιλῶς καὶ πλουσίως πᾶσι τοῖς εὑρισκομένοις τοῦ λαβεῖν
                            ἀξίοις.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="49"><head>Zu Joh. 3, 31. 34.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.31-3.34"><p>Ἐπειδὴ οἱ διὰ πάντων τὸν ἑαυτῶν νοῦν διαστρέφοντες αἱρετικοί, διαιροῦντες
                            τὴν θεότητα καὶ διὰ τοῦτο τὴν παλαιὰν γραφὴν <lb n="25"/> ἑτέρου
                            λέγοντες θεοῦ καὶ ἑτέρου τὴν καινὴν διαθήκην τιθέντες, <note type="footnote">5 Joel 2, 28. (3, 1). — 6 Vgl. Joh. 3, 34. — 7 Vgl.
                                Joh. 3, 31. — 9 Joh. 3, 32. — 10 Vgl. Joh. 5, 39. — 13 Joh. 1, 45. —
                                14 Vgl. Joh. 3, 32f. — 15 Vgl. Rom. 1, 2 f. — 23 Vgl. Susann.
                                9.</note>
                            <note type="footnote">XLVIII. I ℵ] 7 παρέχων ℵ, corr. We | 10 αὐτὰς &lt;
                                ℵ | 12 περὶ] παρ’? We 13 τοῦ &lt; ℵ | καὶ &lt; S1 | 14 εὑρήκασιν ℵ |
                                15 ὁ] ἵν S1 | 17 die notierte findet sich in U | οὐ γὰρ] οὐκ S1 | 18
                                ἔχειν ℵ, corr. We.</note>
                            <note type="footnote">II Ρ (Cord. p. 112; Cramer p. 213)] (10 ἐπεὶ — 16
                                προφητῶν αὐτοῦ) Ρ Cr, ἐπεὶ — 15 ἐστὶν Cord) | 11 Χριστοῦ] + οὐκ
                                ἠρεύνων δὲ αὐτὰς οἱ + Ρ Cord] ἰουδαῖοι ὡς δεῖ Ρ Cord Cr |
                                ἐντυγχανόντων nach 12 γραφαῖς Ρ Cord Cr | 12 Ἰουδαίων &lt; Ρ Cord |
                                αὐτῶν Ρ | καὶ παντὸς] ἐκ πάντων Cord | 13 Μωυσῆς Ρ Cord Cr.</note>
                            <note type="footnote">XLIX. Ι ℵ] 23 ἐπειδὴ] + δὲ ℵ | αὐτῶν νοῦν R |
                                διατρέφοντες R | τίθενται ℵ, corr. We.</note>
                            <note type="footnote">II Ρ (Cord. p. 111)] (beide vor Nr. LX VIII) 25
                                καὶ — 524, 2 Χριστοῦ] καὶ τὴν γραφὴν ἑτέρου λέγοντες θεοῦ τὴν
                                παλαιὰν διαθήκην, ὃν καλοῦσι κοσμοποιόν, καὶ ἑτέρου τὴν καινήν, ὃν
                                πατέρα Χριστοῦ Ρ Cord.</note>
                            <pb n="524"/> φασὶ τὸν Ἰωάννην περὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἑτέρων προφητῶν
                            εἰρηκέναι τὸ »Ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ«, περὶ δὲ Χριστοῦ καὶ τῶν
                            ἀποστόλων αὐτοῦ· »Ὃν γὰρ ἐπέστειλεν ὁ θεὸς τὰ ῥήματα αὐτο·ῦ »λαλεῖ«,
                            ἐλεγκτέον αὐτοὺς ψευδῶς μᾶλλον δὲ ἀσεβῶς τοῦτο δογματίζοντας. [[ αὐτὸς
                            γὰρ ὁ βαπτιστὴς περὶ ἑαυτοῦ λέγει· »Ὁ πέμψας <lb n="5"/> »με βαπτίζειν
                            ἐν τῷ ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἐφ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ »πνεῦμα καταβαῖνον καὶ
                            μένον ἐπ’ αὐτόν, † ἐκεῖνός ἐστιν ὁ βαπτί- »ζων έν πνεύματι ἁγίῳ. κἀγὼ
                            ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός »ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ«. εἰ γὰρ ὁ
                            πέμψας αὐτὸν βαπτίζειν ὁ πατήρ ἐστι, λέγων αὐτῷ περὶ τῆς καθόδου τοῦ
                            πνεύματος, καὶ ὡς ὁ <lb n="10"/> χριστὸς υἱὸς αὐτοῦ τυγχάνει, πῶς λέγων
                            ἃ παρὰ τοῦ πατρὸς τοῦ χριστοῦ ἤκουσεν ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ; ἅμα καὶ τοῦ
                            εὐαγγελιστοῦ γράφοντος περὶ αὐτοῦ· »Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ
                            θεοῦ, »ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης. οὗτος ἠλθεν εἰς μαρτυρίαν , ἵνα μαρτυρήσῃ
                            »περὶ τοῦ φωτός«.]] εἰ γὰρ καὶ οἱ πρὸ τοῦ Ἰωάννου πρφῆται ἐκ <lb n="15"/> τῆς γῆς ἐλάλουν , πῶς περὶ Χριστοῦ μαρτυροῦσιν; ὡς περὶ τῶν γραφῶν
                            αὐτῶν ὁ σωτὴρ εἶπεν· »Αὑταί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ »ἐμοῦ».</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="50"><head>Zu Joh. 3, 35.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.35"><lb n="20"/><p>Πῶς γὰρ οὐκ ἔμελλεν ἀγαπᾶν ὁ πάσαν κακίαν μισῶν θεός, περὶ οὑ γέγραπται·
                            »Ἐγὼ θεὸς ἀγαπῶν δικαιοσύνην καὶ μισῶν ἁρπάγματα »ἐξ ἀδικίας«; μισεῖ δὲ
                            ὁ θεὸς τά εἴδη τῆς κακίας, ἐφ’ οἶς ὁ ἁμαρτωλὸς χαίρει. ἀγαπᾷ τοίνυν τὸν
                            υἱὸν ὡς τῆς ἀρετῆς παρεκτικόν, ἀφανιστικὸν δὲ τῆς κακίας καὶ φθαρτικόν·
                            διὸ εἴρηται· »Ὁ πατὴρ <lb n="25"/> »ἀγαπᾷ τὸν υὁόν«, ἀγαπώμενος ὑπὸ τοῦ
                            υἱοῦ, τοῦ ἀγαπῶν πάλιν ἀνθρωπινώτερον ἀκουομένου , οὐ μὴν νοουμένου. εἰ
                            γὰρ δικαιοσύνην ἀγαπῶν ὁ θεὸς οὐχ οὕτως αὐτὴν ἀγαπᾷ ὡς ὁ δίκαιος
                            ἄνθρωπος. ἐπὶ τῷ ἔχειν αὐτὴν ἐν ἑαυτῷ καὶ πεποιῶσθαι κατ’ αὐτήν, οὕτω
                                <note type="footnote">2 Joh. 3, 31. — 3 Joh. 3, 34. — 5 Joh. 1, 33f.
                                — 13 Joh. 1, (6f. — 17 Joh. 5, 39. — 22 Jes. 61, 8. — 25 Joh. 3,
                                35.</note>
                            <note type="footnote">XLIX. I ℵ] 4 ἐκλεκτέον ℵ | 5 αὐτὸς — 15 φωτὸς &lt;
                                ℵ, cf. II | 7 Orig. las οὗτος | 12 ἅμα We] ἀλλὰ ℵ.</note>
                            <note type="footnote">II Ρ Cord.] 3 αὐτοῦ1] + τὸ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὰ
                                ἑξῆς Cord | 5 ὁ1 &lt; Cord | 15 εἰ γὰρ] εἴπερ δὲ Ρ Cord | 16 περὶ] +
                                τοῦ Ρ.</note>
                            <note type="footnote">L. Ι ℵ] 25 καὶ — 26 πάλιν &lt; R | 26 τοῦ2 &lt; V}
                                | πάλιν] πῶς S1 | ℵ, corr. We; d. Wort ist nicht zu ändern; denn
                                ποιόω „qualificieren, eine ät “ braucht Orig. öfter | κατ’ αὐτὴν]
                                καὶ ταύτην RV.</note>
                            <pb n="525"/> τὸν υἱὸν λόγον ὄντα ἀλήθειάν τε καὶ σοφίαν καὶ
                            ἁγιασμὸν ποθεῖ. δυνατὸν δὲ παραστατικὸν οἰκειότητος τοῦ πατρὸς πρὸς τὸν
                            υἱὸν εἶναι τὸ ῥῆμα. νόμος γὰρ φυσικὸς τοῖς γεννῶσιν ἀγαπᾶν τὰ γεννώμενα.
                            καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων φυσικὴ μὲν διάθεσις ἡ πρὸς <lb n="5"/> τὰ
                            τέκνα, ἄλλως δέ πως γινομένη πρὸς τὰ ἑτέρως ἀγαπώμενα, οὕτω καὶ ὁ θεὸς
                            ἀγαπῶν μὲν τὸν κόσμον ᾗ ὁ θεός, τὸν δὲ υἱὸν ᾗ ὁ πατήρ. διὸ οὐκ εἴρηται Ὁ
                            , ἀλλ᾿ »Ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν, καὶ τὰ πάντα δίδωσιν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ«.
                            τοῦτο δὲ πιστῶς καὶ φρονίμως ἐκλαβεῖν δεῖ. εἰ γὰρ »πάντα δι᾿ αὐτοῦ
                            εγένετο«, ὑπὸ <lb n="10"/> χεῖρα αὐτοῦ τὰ πάντα τυγχάνει κατὰ τὸν τῆς
                            δημιουργίας καὶ προνοίας λόγον· ἀλλ᾿ ἀπεφοίτησε ταῦτα δι᾿ ἁμαρτίας ἔξω
                            τῆς σκεπούσης αὐτὰ χειρὸς γενέσθαι. ὑπὲρ οὖν τῆς αὐτῶν σωτηρίας δίδωσιν
                            αὐτὰ ὁ πατὴρ ἐν τῇ χειρὶ τοῦ υἱοῦ, οὐ τῷ υἱῷ προσθήκην χαριζόμενος ἀλλ᾿
                            αὐτοῖς βελτίωσιν. ὡς διδασκάλῳ γὰρ καὶ ἰατρῷ δίδωσιν, <lb n="15"/> ἴν
                            ἀγνοίας καὶ νόσου, τουτέστι κακίας, ἐκτὸς αὐτὰ ποιήσας ὲ́χῃ αὐτὰ
                            σκεπαζόμενα καὶ βασιλευόμενα ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἤδη αὐτὰ ἔχων ὑπὸ τὴν δραστήριον
                            καὶ προνοητικὴν αὐτοῦ χεῖρα. δείκνυσι δὲ τὴν αλήθειαν τούτου τοῦ
                            νοήματος τὸ ἐπιφερόμενον· »Ὁ πιστεύων † τῷ »υἱῲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον«. εἰ
                            γὰρ ζωὴν αἰώνιον ἔχει ὁ πιστεύων τῷ <lb n="20"/> υἱῷ, δοθεὶς ἐν τῇ χειρὶ
                            αὐτοῦ, ὑπὲρ τῆς ἰδίας σωτηρίας καὶ βελτιώσεως δίδοται, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπὶ τῷ
                            πλέον τι ἔχειν τὸν υἱόν. πότε δὲ πληροῦται τὸ δέδοσθαι πάντα ἐν τῇ χειρὶ
                            τοῦ υἱοῦ ἢ ὅτε αὐτῷ πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ
                            καταχθονίων;</p></q></div></div></body></text></TEI>