<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2042.tlg006.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="41"><head>Zu Joh. 3, 18, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.18-3.19"><p>Ἐρεῖ δέ τις μὴ πάνυ συνετῶς ἐννοεῖσθαι τὸ ἑρμηνευθὲν ὡς μ·ὴ ἐληλυθότος
                            Ἰησοῦ κρῖναι νῦν τὸν κόσμον, παρατιθέμενος τὸ ἐπιφερόμενον ἑξῆς· »Αὕτη
                            δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς <lb n="5"/> »τὸν κόσμον«. καὶ
                            ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ εὐαγγελίῳ Ἰησοῦς λέγει· »Εἰς κρίμα εἰς τὸν κόσμον
                            ἐλήλυθα«. λυτέον οὖν τὸ ἐπαπορηθέν. κἂν ἀμφότερα Ἰησοῦς ἐληλυθὼς ποιῇ ,
                            τό τε κρῖναι τὸν κόσμον καὶ τὸ σώζειν αὐτόν, ἀλλὰ θάτερον διὰ θάτερόν
                            ἐστιν. εἰς κρίμα γὰρ ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον ἴνα σώσῃ αὐτόν (οὐ γὰρ
                            σώζει ἵνα κρίνῃ), <lb n="10"/> καὶ ὥσπερ ἰατρὸς πρὸς κάμνοντα ἔρχεται
                            ἕνα ὑγιάσῃ αὐτόν. τοῦτο γὰρ τέλος τῆς τοῦ ἰατροῦ ἀφίξεως, κἂν ἄλλα τινὰ
                            γίνηται, οἶον τομὴ <add>ἢ</add> καῦσις. οὐ γὰρ προηγουμένως ἐπὶ τῷ τεμεῖν *
                            * ἡ ἀλλ᾿ ἐπὶ τῷ ὑγιάσαι. ἐξῆς ἐπὶ τούτοις τὸ »Ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν »οὐ
                            κρίνεται«. ὁ γὰρ διὰ πίστεως ἐπὶ τὴν τελείαν σωτηρίαν φθάσας <lb n="15"/> οὐχ υποκειται κρίσει. ο μέντοι μη πιστευσας αυτοκατακριτος ων ἤδη
                            κέκριται.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="42"><head>Zu Joh. 3, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.19"><p>Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν <lb n="20"/> κόσμον
                            καὶ ἠγάπησαν. οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς. Εἰ γὰρ μὴ ἐληλύθει
                            εἰς τὸν κόσμον τὸ φῶς, εἶχον ἄγνοιαν τῶν καλῶν αἰτιάσασθαι οἱ μὴ
                            πράξαντες αὐτά, [[ ὡς ἂν οἱ τὰς κακίας ἐνεργοῦντες τόπον ἀπολογίας
                            εἶχον, φάσκοντες μὴ ἐγνωκέναι αὐτὰ ὄντα κακά]]. ἀλλ’ ἐπεὶ τὸ φῶς
                            ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, πάσης <lb n="25"/> πεπλανημένης ἀπολογίας
                            φυγαδευομένης κρίσις ἔσται ἐξεταστικὴ τῶν πράξεων καὶ τοῦ φρονήματος
                            [ἐξ] ἑκάστου· ὡς ἀποδεχθῶναι <note type="footnote">5 Joh. 3, 19. — 7
                                Joh. 9, 39. — 14 Joh. 3, 18. — 16 Vgl. Tit. 3, 11. — 20 Joh. 3,
                                19.</note>
                            <note type="footnote">XLI. I x] 6 τῷ] τὸ RV | 7 λεκτέον R | 8 ἀμφότε ℵ,
                                corr. Br | 13 Ε; + Br | προηγουμένους V | Die ücke erg. Br <add>ἡ
                                τομὴ ἢ ἐπὶ τῷ καῦσαι.</add>.</note>
                            <note type="footnote">XLII. Ι ℵ] 22 ἐξεληλύθη S? V, ἐξεληλύθει R | 23 ὡς
                                — 25 κακά &lt; ℵ, cf.</note>
                            <note type="footnote">II ABBREV (Cord. p. 99 anonym)] 20 αὕτη — 22 φῶς
                                &lt; ABBREV Cord | 22 γὰρ &lt; ABBREV Cord τὸ φῶς nach ἐληλύθει
                                ABBREV Cord | 23 οἱ vor 24 ἐνεργοῦντες Ρ | 26 πεπλασμένης Ρ Cord |
                                27 πρακταίων Ρ, πρακτέων Cord | ἐξ &lt; Μ | ὡς &lt; ?? Cord.</note>
                            <pb n="517"/> βασιλείας θεοῦ τυχεῖν τοὺς τὸ φῶς ἀγαπήσαντας, ἐκ
                            τῆς πρὸς αὐτὸ ἀγαπήσεως φῶς καὶ αὐτοὺς γεγενημένους δι’ εἴργων ἀγαθῶν
                            καὶ φρονήματος ἀληθοῦς <add>ὡς</add> μισῆσαι τὸ σκότος τοῦτο δέ ἐστιν ἡ
                            κακία καὶ ἡ ἀσέβεια), τοὺς δὲ ἀποστραφέντας τὴν ἀρετὴν καὶ τὸν ταύτης
                                <lb n="5"/> πάροχον θεὸν κολάσεων αἰωνίων πειρασθῆναι· ἐπείπερ
                            σπουδάζοντες ἔχειν ἔργα πονηρὰ ἐμίσησαν τὸ φῶς, διὰ φανερώσεως ἐλέγχον
                            αὐτῶν τὰ φαῦλα ἔργα· »Πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μιμεῖ »τὸ φῶς«, οὐδ’ ὅλως
                            προσελθεῖν αὐτῷ βουλόμενος, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ ὄντα πονηρά,
                            κρύπτειν αὐτὰ βουλόμενος ἵνα μὴ παρ’ <lb n="10"/> ἄλλους καταγνωσθῇ·
                            ἀλλ’ εἰ καὶ οὗτος μισεῖ τὸ φῶς, ἀλλ᾿ οὖν ὁ τῆς ἀληθείας ἐργάτης ἔρχεται
                            πρὸς τὸ φῶς, φανερωθῆναι θέλων τὰ ἔργα ἃ ποιεῖ ὅτι ἐν θεῷ ἐστιν
                            ἐπιτελούμενα. καλῶς εἶπεν· »Ὁ »τὰ φαῦλα πράσσων« καὶ »Ὁ ποιῶν τὴν
                            ἀλήθειαν«, οὔτε Ὁ Ὁ ποιήσας <lb n="15"/> ἀποστῆναι μὲν τῆς κακίας †
                            ἰδεῖν δὲ πρὸς τὸ καλόν· καὶ τὸν τῇ ἀληθείᾳ χαίρειν ἐπαγγελλόμενον νεῦσαί
                            ποτε πρὸς τὸ χεῖρον. διὸ εἶπε τὸ »Πράσσων« καὶ τὸ »Ποιῶν«. οὔτε γὰρ
                            ἔνεστι περὶ τὴν κακίαν διακείμενον χαίρειν τῷ καλῷ, καὶ ὁ τῆς ἀληθείας
                            ἐραστὴς πάντως ἐστὶ τῶν καλῶν ἐπιθυμητής.]] τὸ δὲ ἔρχεσθαι καὶ μὴ
                            ἔρχεσθαι πρὸς <lb n="20"/> τὸ φῶς οὐ τοπικῶς ἀλλ’ ἐνεργητικῶς ἐκλαβεῖν
                            δεῖ, ἐρχομένου πρὸς αὐτὸ παντὸς τοῦ κατ᾿ ἀρετὴν πράττοντος. ὁ γὰρ
                            φαῦλος, ἐνεργῶν τὴν κακίαν, παραιτεῖται φωτὶ συνεῖναι· ἀσυνύπαρκτα γὰρ
                            τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν, τὸ φῶς καὶ τὸ σκότος· [[ταὐτὸν δὲ ἐν τούτοις φῶς
                            καὶ τὸ ἀγαθόν, τὸ σκότος καὶ τὸ κακόν]]. ἀλλ᾿ ἐπεὶ οἱ ἀπὸ <lb n="25"/>
                            τῶν αἱρέσεων οἴονται φύσει τινὰς εἶναι ἐν σκότει καὶ ἀγαπᾶν αὐτό,
                            ἐπίστησον τοῖς εἰρημένοις ὅτι αὐτῶν ἕκαστος προαιρέσει έν σκότει ἐστὶ
                            καὶ ἀγαπᾷ αὐτό· »Ἠγάπήσαν, γάρ φησιν, οἱ ἄνθρωποι † τὸ » σκότος μᾶλλον ἢ
                            τὸ φῶς«, ἦν γὰρ αὐτῶν πονηρὰ τὰ ἔργα. οὐ γὰρ διὰ τὸ σκότος εἶναι πονηρὰ
                            ἔχουσιν ἔργα· ἀλλ᾿ ὅτι πονηρὰ ἔχουσιν <note type="footnote">7 Joh. 3,
                                20. — 13 Job. 3, 21. — 27 Joh. 3, 19.</note>
                            <note type="footnote">XLII. Ι ℵ] 1 βασιλείαν RV | 3 <add>ὡς</add> + We | 5
                                πειρασθήσεσθαι ℵ, corr. 7 ἐλέγχων ℵ | 10 καταγνώσεως ᾖ ℵ, corr. We |
                                12 καλοῖς — 19 ἐπιθυμητής &lt; ℵ, cf. II | 23 ταὐτὸν — 24 κακὸν &lt;
                                ℵ, cf. II | 25 φύ S1, φύσειν S2V, φύσιν R τινα ℵ | 27 φησιν &lt; ℵ |
                                μᾶλλον τὸ σκότος las wohl Orig.; vgl. S. 518, 7.</note>
                            <note type="footnote">II ABBREV Cord.] 1 ἀγαπήσαντας τὸ φῶς ABBREV Cord
                                | ὡς ἐκ ABBREV Cord | ταύτης τῆς Μ | 2 ἀγάπης ABBREV Cord | 4 ἡ &lt;
                                Μ | 5 πειραθήσεσθαι Μ | 7 ἔργα &lt; Ρ Cord — 12 ἐπιτελούμενα &lt; Μ
                                | πᾶς — 19 ἐπιθυμητής &lt; Ρ Cord | 19 δὲ &lt; 20 ἐκλαμβάνειν Cord |
                                ἐρχόμενος Ρ | 21 αὐτὸν Μ | καθ’ αἱρετήν Ρ | 23 τούτοις] + καὶ Ρ ] 25
                                τινα Μ, cf. ℵ | 26 ἐπίστησον — 27 αὐτὸ &lt; Μ | ὅτι] ὡς παρ’ Cord |
                                μᾶλλον vor τὸ σκότος Ρ, &lt; M.</note>
                            <pb n="518"/> ἔργα, τὸ σκότος ἀγαπῶσι. καὶ πάλιν οὐ τῷ μὴ ἔρχεσθαι
                            πρὸς τὸ φῶς φαῦλα πράττουσιν· ἀλλὰ τῷ φαῦλα πράττειν οὐκ ἔρχονται πρὸς
                            τὸ φῶς. [[ἐφ᾿ ἡμῖν δὲ τὸ πράττειν τὰ φαῦλα ἢ τὸ φῶς καὶ ποιεῖν τὴν
                            ἀλήθειαν.]]</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="43"><lb n="5"/><head>Zu Joh. 3, 19.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.19"><p>[[Ἐπειδὴ γέγραπται· »Ἠγάπησαν μᾶλλον οἱ ἄνθρωποι τὸ »ὴ τὸ φῶς« ζητητέον
                            εἰ ἀμφότερα ἀγαπήσαντες μᾶλλον τὸ σκότος ἠγάπησαν, ἡττον δὲ τὸ φῶς· ὃ
                            καὶ δοκεῖ χώραν ἔχειν ἐπὶ τῶν μήτε ἄγαν φαύλων ἀνθρώπων μήτε κατὰ τὴν
                            ἀρετὴν τελείων. νομίζω <lb n="10"/> δὲ μὴ τοῦτο δηλούσθαι, τὸ ἀμφότερα
                            αὐτοὺς ἀγαπῶντας μᾶλλον τὸ σκότος ἀγαπᾶν, ἢ μᾶλλον τὸ φῶς ἀγαπᾶν, ἁλλὰ
                            τοιαύτην εἶναι τὴν διάνοιαν· α'ὐτεξούσιοι ὄντες οἱ ἄνθρωποι, τῷ
                            προαίρεσιν ἐλευθέραν ἔχειν, ὀφείλοντες τὸ φῶς ἀποδέχεσθαι καὶ τὸ σκότος
                            φεύγειν ἀνάπαλιν πεποιήκασιν οἱ ἔχοντες ἔργα πονηρά, ὡς τὸ σκότος
                            ἀγαπῆσαι, μηδαῶς <lb n="15"/> μῶς δὲ τὸ φῶς. συγκριτικῶς δὲ ἀκούειν οὐ
                            χρὴ τοῦ πλεῖον ἠγαπηκέναι αὐτοὺς τὸ σκότος ὑπὲρ τὸ φῶς· οὐδ᾿ ὅλως γὰρ
                            αὐτὸ ἠγάπησαν, μισήσαντες αὐτό. καὶ ὅτι αὕτη ἡ νόησις ὀρθῶς ἔχει ἐξ
                            αὐτοῦ τοῦ προκειμένου παρίσταται. διὰ τοῦτο γὰρ αὐτοὺς ἠγαπηκέναι τὸ
                            σκότος λέγει ἢ τὸ φῶς ἐπείπερ φαῦλα πράσσοντες μισοῦσι τὸ φῶς. <lb n="20"/> εἰ δὲ μισοῦσιν αὐτό, οὐ συγκριτικῶς ἀγαπῶσι τὸ σκότος. εἰς
                            τοῦτο λήψει καὶ τὸ γραφόμενον ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου περὶ τῶν πονηρῶν
                            ἀνθρώπων, ὡς εἶεν »φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι«. καὶ ἐν ταύτῃ γὰρ τῇ
                            λέξει δηλοῦται ὅτι μόνην τὴν ἡδονὴν ἀλλ' οὐ θεὸν φιλοῦντες μᾶλλον
                            φιλήδονοι ἢ φιλόθεοι εἴρηνται. καὶ ἐν Ψαλμοῖς δὲ περὶ φαύλου <lb n="25"/> τινὸς γέγραπται· »Ἠγάπησας κακίαν ὑπὲρ ἀγαθωσύνην«. οὐ γὰρ ἀμφότερα
                            ἀγαπῶν μᾶλλον τὴν κακίαν ἠγάπησεν.]]</p></q><note type="footnote">1 Vgl. Joh. 3, 20. — 7 Joh. 3, 19. — 20 Vgl. Joh. 3, 20. —
                        23 Vgl. II Tim. 3, 4. — 26 Ps. 51, 5.</note><note type="footnote">XLII. I ℵ] 3 ἐφ’ — 4 ἀλήθειαν &lt; ??.</note><note type="footnote">II ABBREV Cord.] 2 πράττουσι φαῦλα Μ | 3 ἐφ’ — 4 ἀλήθειαν
                        Ρ Cord.</note><note type="footnote">XLIII. fehlt in Ι; in II Ρ (Cord. p. 100) an das
                        vorbergebende ück mit τοῦ αὐτοῦ angeschlossen; fraglich ob von Origenes] 7
                        οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον Cord; P = 1 vgl. o. S. 517, 27 | 9 καὶ] δὲ Cord | 11 τὸ]
                        τὰ Ρ | μᾶλλον] + δὲ Ρ | 12 ἀγαπᾶν1] ἀγαπῶντας Ρ | ἢ — ἀγαπᾶν &lt; Cord | 13
                        τῷ] τὸ P1, corr. P3 | 16 οὐ συγκριτικῶς ἀ. δεῖ Cord | 17 ὑπὲρ — 20 σκότος
                        &lt; Ρ | 22 λήψεις Ρ Cord, corr. AVe | 27 + δὲ P3.</note><pb n="519"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="44"><head>Zu Joh. 3, 26f.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.26-3.27"><p>Εὐγνωμόνως δεῖ ἀκούειν τὸ » Πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν« ἀντὶ τοῦ , καὶ τὸ
                            »Οὐ δύναται ἄνθρωπος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ λαμ- <lb n="5"/> »βάνειν οὐδέν, ἐὰν μὴ ᾖ
                            δεδόμενον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ‘· τουτέστιν Οὐ δύναται ἄνθρωπος ἔχειν τι
                            χάρισμα θεῖον, ἐὰν μὴ ᾖ δοθὲν αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ. δίδοται δὲ τὰ ἐκ θεοῦ
                            χαρίσματα τοῖς πίστει καὶ ἀρετῇ πρὸς τὸ λαβεῖν αὐτὰ παρεσκευασμένοις.
                            μάθετε τοίνυν ὡς κἂν ἐγὼ λαβὼν παρὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ θεοῦ ἔχω τὸ βαπτίζειν
                            δι᾿ ὕδατος εἰς μετάνοιαν, <lb n="10"/> πολὺ ἀπολείπομαι τοῦ δεδωκότος
                            μοι αὐτό. καὶ ὅτι οὐ νῦν ἀλλὰ πρότερον ταῦτα λέγω, ἡμᾶς ἔχω μάρτυρας ὡν
                            εἶπον τοῖς ἐρωτήσασιν εἰ ἐγώ εἰμι ὁ χριστός. παρῆτε γὰρ λέοντός μου ὡς
                            τοῦ χριστοῦ πρόδρομός εἰμι, καὶ οὐκ αὐτὸς ὁ χριστός. μὴ προσκοπτέτω δέ
                            τις ὡς οὐκ ὀρθῶς εἰρημένῳ τῷ »Οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν <lb n="15"/>
                            »οὐδέν«.</p></q></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="45"><head>Zu Joh. 3, 29.</head><q type="mentioned" corresp="urn:cts:greekLit:tlg0031.tlg004:3.29"><p>Ἡ λογικὴ οὐσία, ἧς μέρος ἐστὶ καὶ ἡ ἀνθρώπου ψυχή, ἐξ ἑαυτῆς οὐδενός ἐστι
                            τῶν ἀγαθῶν γεννητική , εἰ καὶ δεκτική ἐστι τούτων. <lb n="20"/> αὕτη
                            τοιγαροῦν γυναικὸς τρόπῳ ἐξ ἄλλου γεννᾶν πέφυκεν ἃς δύναται τίκτειν
                            ἀρετὰς πρακτικάς τε καὶ διανοητικάς. διὸ νύμφην αὐτὴν ἐρῶ, οὐ τοῦ
                            τυχόντος ἀλλὰ μόνου τοῦ σπορέως τῶν ἀγαθῶν. οὐκ ἄλλος δ᾿ ἐστὶ τοῦ Ἰησοῦ,
                            οὑ εἰρήκατε βαπτίζειν, ὑπ᾿ ἐμοῦ με μεμαρτυρημένου, πρὸς ὃν ἔρχεσθαι
                            πάντας φατέ. εἰ θέλετε οὖν καὶ ὑμεῖς <lb n="25"/> ἀγαθὰ τεκεῖν, πρὸς
                            αὐτὸν ἀπέλθετε. μέρος γὰρ τῆς νύμφης ἐστέ, <note type="footnote">3 Joh.
                                3, 26. — 4 Joh. 3, 27. — 13 Vgl. Joh. 1, 20f. — 14 Joh. 3, 27. — 23
                                Vgl. Joh. 3, 26.</note>
                            <note type="footnote">XLIV. I ℵ] 7 ἐκ] + τοῦ V | 8 καὶ ℵ, corr. Br | 9
                                βάπτισμα S1 | 11 ἀλλὰ &lt; ℵ, cf. II | αὐτὰ RV.</note>
                            <note type="footnote">II ABBREV (Cord. p. 105)] 3 τοῦ Μ | 4 καὶ — 5
                                τουτέστιν &lt; Cord | λαμβάνειν hinter [ἄνθρωπος] Μ | 5 ἐὰν εἰ
                                ΑΒΒREV | δεδομένον] + αὐτῷ ΑΒΒREV | 6 τι &lt; Μ | Cord | 6 δεδομένον
                                Μ | 7 δέδοται Μ | 8 καὶ ABBREV | 9 υἱοῦ — ἔχω] Ἰησοῦ [aus υἱοῦ
                                corr.) Ρ | υἱοῦ τοῦ Μ | 11 ἀλλὰ &lt; Ρ Cord | λέγων Ρ | ἐρωτῶσιν
                                ABBREV | 13 μὴ — οὐδὲν &lt; ABBREV Cord.</note>
                            <note type="footnote">XLV. Ι ℵ] 19 εἰ] ἡ SV | 21 αὐτὴν We, &lt; ℵ, cf.
                                ΙΙ | 33 ὃν? We | 24 ἡμεῖς II ABBREV (Cord. p. 107)] (18 ἡ — 520, 22
                                ὦσιν Μ Cord; — 520, 27 ἐμοῦ Ρ) | 24 εἰ — ὑμεῖς] ἐπεὶ οὖν [+ τῶν Ρ
                                Cord] πάντων καὶ ὑμεῖς ABBREV Cord.</note>
                            <pb n="520"/> ὄντες τῆς οὐσίας τῶν λογικῶν. πλὴν εἰ καὶ νυμφίος
                            ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἐγὼ φίλος ὑπάρχων αὐτοῦ, ὑπηρέτης ὢν τοῦ βουλήματος αὐτοῦ,
                            οὓς παιδεύω αὐτῷ παραστῆσαι σκοπὸν ἔχω. κἂν τοίνυν γεγόνατέ μου μαθηταί,
                            οὐκ εἰμὶ ὁ νυμφίος, τουτέστιν οὐχ ὁ τέλειος διδάσκαλος. διὸ καὶ ὑμῖν
                            παραινῶ ὤχραν ἔχουσι συναρμοσθῆναι τῷ τελείῳ διδασκάλῳ <lb n="5"/> πρὸς
                            ἐκεῖνον γενέσθαι. ὡς καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀκροατὴς αὐτοῦ εὔχομαι εἲναι· χαίρω
                            γὰρ ἀκούων τῆς φωνῆς αὐτοῦ. διὸ καὶ χαρὰ ἐστιν ἡμετέρα ὅταν οἱ παρ᾿ ἐμοὶ
                            φοιτήσαντες πρότερον τοσαύτην νοητικὴν ἕξιν ἀναλάβωσιν ὡς χωρεῖν τὴν
                            παρ᾿ ἐκείνου διδασκομένην τοῖς ἀξίοις σοφίαν. ἴστε γὰρ ἐκεῖνον ἄνωθεν
                            ἐρχόμενον ἐπάνω πάντων εἶναι <lb n="10"/> βασιλέα τε καὶ παντοκράτορα
                            τυγχάνοντα. εἰ δὲ πάντων ἐπάνω ἐστίν , δῆλον ὅτι καὶ αὐτοῦ ἐμοῦ· ὅθεν
                            αὐξάνειν ἐκεῖνον προσήκει, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι. εἰς ταύτην τὴν διάνοιαν
                            ληπτέα καὶ τὰ Παύλῳ Κορινθίοις γραφέντα, σύνταξιν ἔχοντα τοιαύτην·
                            »Ἡρμοσάμην ὑμᾶς »ἑνὶ ἀνδρί, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ χριστῷ«, νύμφην
                            λέγων <lb n="15"/> τὴν ὅλην ἐκκλησίαν, τυγχάνουσαν ἁγνὴν παρθένον διὰ
                            τὴν τῶν δογμάτων καὶ ἠθῶν ὀρθότητα. καί ἑτέρᾳ δὲ ἐκκλησίᾳ γράφων ὁ αὐτὸς
                            ἀπόστολος μνημονεύσας τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς γυναικὸς ἐπιφέρει· Τὸ »μυστήριον
                            τοῦτο μέγα ἐστιν· ἐγὼ δὲ λέγω εἰς χριστὸν καὶ τὴν ἐκ- »κλησίαν«, ἕνα ὡς
                            ἐκεῖνοι γονεῖς ἐγένοντο πάντων ἀνθρώπων, οὕτως <lb n="20"/> ὁ χριστὸς
                            καὶ ἡ ἐκκλησία πάντων τῶν ἀγαθῶν ἔργων, νοημάτων τε καὶ λόγων,
                            γεννήτορες ὦσιν.]] τοῦ τοίνυν ἑρμηνευομένου νυμφίου φίλος ἐστὶν ὁ
                            Ἰωάννης, ἑστηκὼς παρ᾿ αὐτῷ βεβαίᾳ συγκαταθέσει τῷ παγίαν ἔχειν εἰς αὐτὸν
                            τὴν πίστιν, καὶ οὕτως ἑστηκὼς χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν τοῦ νυμφίου λαλἰάν.
                            ὅθεν ἑξῆς ἐπιφέρει τὸ »Αὕτη οὐν ἡ <lb n="25"/> »ἐμὴ χαρὰ πεπλήρωται«
                            πάντων πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἀπιόντων. ἐλήλυθα γὰρ μαρτυρῆσαι αὐτῷ, ἵνα πάντες
                            πιστεύσωσιν αὐτῷ δι᾿ ἐμοῦ· ὅθεν ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ
                            ἐλαττοῦσθαι. καὶ τοῦτο δὲ φρονί- <note type="footnote">10 Vgl. Joh. 3,
                                31. — 12 Vgl. Job. 3, 30. — 14 II Kor. 11, 2. — 18 Eph. 5, 32. — 25
                                Joh. 3, 29. — 26 Vgl. Joh. 1, 7. — 28 Joh. 3, 30.</note>
                            <note type="footnote">XLV. ℵ] 6 καὶ S3] δὲ S1RV | αὐτὸς|αὐτὰς ℵ | 9
                                χαίρειν ℵ, corr. Br | 11 τε] τὸ S1 | 13 εἰς — 22 ὦσιν &lt; ℵ, cf. II
                                | 26 ἐλήλυθ S, ἐλήλυθεν RV | 28 ὅθ᾿ II ABBREV Cord.] 1 ὄντως P | 3
                                παιδεύω] σπεύδω ABBREV | 4 οὐχ &lt; Cord | 6 Ρ | ὡς δὲ] ἔρωτα δὲ
                                ὑμῖν τῆς ἐκείνου κοινωνίας ἐμποιῶν λέγω ὡς καὶ ΑΒBREV Cord | αὐτὸς
                                ἐγὼ ABBREV Cord | 7 χαίρων γ. ἀκούω Ρ | 8 νοητὴν Cord | 9
                                ἀναλαμβάνωσιν ABBREV | χαίρειν ABBREV Cord | τῆ Μ, τὴ ν ausr.) Ρ |
                                δεδομένη Μ διδομένη ν ausr.) Ρ | 10 σοφία Μ | εἶναι &lt; ABBREV Cord
                                | 11 βασιλέα τε] μάλιστα Μ | 13 ληπτέον Μ | 15 λέγων] ἔχων Μ | 16
                                ὅλην &lt; Μ | 18 τοῦ[ τὸν Ρ, &lt; Μ | 22 ὠσιν expl. Μ Cord | τοῦ —
                                &lt; Ρ | 27 γὰρ &lt; Ρ | ἐμοῦ] expi. P.</note>
                            <pb n="521"/> μως ἐπιστῆσαι δεῖ οὐ γὰρ προσλαβάνων τι αὐξάνει ὁ
                            σωτήρ, οὐδὲ ἀποβάλλων τι ὁ Ἰωάννης ἐλαττοῦται, μένει γὰρ ὁ αὐτὸς
                            ἑκάτερος. νοεῖται δὲ τὸ λεγόμενον οὕτως· ὁ ἑωσφόρος πρὸ τοῦ ἡλίου
                            ἀνατέλλων ἐπὶ τῷ συνεθίσαι τὰς ὄψεις προσβάλλειν καὶ μείζονι φωτὶ
                            μέγεθος <lb n="5"/> ἔχει ὡρισμένον. οὑτος μείζων φαίνεται τοῦ ἡλίου
                            πρώτῃ ὄψεως προσβολῇ· κατ’ ὀλίγον δὲ τοῦ ἡλίου φανερουμένου ὁ ἑωσφόρος
                            ἐλαττοῦται, οὐκ ἀποβάλλων τι τοῦ ἰδίου μεγέθους, ἀλλὰ συγκρινόμενος τῷ
                            ἡλιακῷ φωτὶ φανερωθέντι. οὕτως καὶ Ἰωάννης μέγας τις ὑπάρχει πληρότητι
                            ἁγιότητος. ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ὀπίσω αὐτοῦ κατὰ τὰ <lb n="10"/> προειρημένα,
                            ἐβαπτίσθη, ἐμαρτυρήθη ὑπ᾿ αὐτοῦ. μετὰ τὴν περὶ τούτων οἰκονομίαν
                            ἀναδειχθείσης τῆς Ἰησοῦ θεότητος, ὁ μὲν δοῦλος, ὁ δὲ δεσπότης
                            ἀποδέδεικται.</p></q></div></div></body></text></TEI>