<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2041.tlg001.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="fragment" n="96"><p><ref>Re 85</ref> τί οὖν πρὸς ταῦτα λέξει; οὐ γὰρ οἶμαι αὐτὸν ἔχειν τι περὶ
<lb n="25"/> τούτου λέγειν. οὐδὲ γὰρ σαφῶς αὐτὸν καὶ ἀπαρακαλύπτως ἡγοῦμαι καὶ πρὸς
ἑτέρους ὁμολογῆσαι ἄν, ὅπερ αὐτὸς ἐν τῇ ἑαυτοῦ κρύπτει διανοίᾳ, ὡς ἔστιν σαφῶς
ἀφ’ ὦν γέγραφεν μανθάνειν. ἄλλος μὲν γάρ, φησίν, ἐστὶν ὁ πατὴρ ὁ γεννήσας
ἐς αὑτοῦ τὸν μονογενῆ λόγον καὶ πρωτότοκον ἁπάσης κτίσεως,
μόνος μόνον, τέλειος τέλειον, βασιλεὺς βασιλέα, βασιλέα, κύριον, θεὸς
<lb n="30"/> θεόν, οὐσίας τε καὶ βουλῆς καὶ δόξης καὶ δυνάμεως ἀπαράλλακτον ὂν
εἰκόνα. ταῦτα τὰ ῥητά σαφῶς τὴν φαύλην αὐτοῦ περὶ θεότητος ἐλέγχει δόξαν.
<note type="footnote">1—3 24, —21. 48, —31; 1 οὐκοῦν) — 2 θεοῦ) 35, —19 49, 19.
134, —14 — —9 48, —49, 5; —8 ὤν) 24, —29 — — 17 49, — 30
— —23 49, —50, 4 — —S. 206, 4 24, —25, 14; 27 ἄλλος) — 4
Acacius bei Epiphanius haer. 72, ὅ (ed. Dindorf) vgl. 72, 8. 9</note>
<note type="footnote">2 Kol. 1, 15 — 4 Kol. 1,15 — 7 Kol. 1,15 — 10 Kol. 1,15 — 12 Kol. 1, 15
— 14 Kol. 1, 15 — 16 Joh. 10, 30 — 19 Phil. 2, 7 — 21 Gen. 1, 26 — 27
—31 vgl. S. 186, 5 f. 204, 28 f — 28 Kol. 1, 15</note>
<note type="footnote">1 οὐκοῦν πρόδηλον &lt; 49, 18 Ι 2 ὁ λόγος καθ’ ἑαυτὸν &lt; 49, 19 | θεοῦ]
+ ὁ λόγος αὐτοῦ 49, 19 Ι 6 θεοῦ] + τοῦ V 24, 26 Ι 8 καθ’ ἑαυτὸν ὁ λόγος
49, 3f Ι 11 f ὁρατοῦ . . ἀόρατον Μο ἀοράτου . . ὁρατὸν V | 14 ἀληθῶς m
Ι 17 τινι mr Ι 23 ἔσται V2 ἐστιν V* | 25 οὐδὲν V, corr. We | 28 ἑαυτοῦ
Acac. αὐτοῦ V Ι λόγον] υἱὸν Re | πάσης Acac. | 31 εἰκόνα] + ἄλλος . . . . .
ἀοράτου Re vgl. S. 204, 28 f f Ι ῥήματα Acac. Ι αὐτοῦ φαύλην Acac.</note>

<pb n="206"/>
πῶς γὰρ ὁ κύριος γεννηθεὶς καὶ θεός, ὡς αὐτὸς προλαβὼν ἔφη, δύναται εἰκὼν
θεοῦ εἶναι; ἓτερον γὰρ εἰκὼν θεοῦ, καὶ ἓτερον θεός. ὥστε εἰ μὲν εἰκών, οὐ
κύριος οὐδὲ θεός, ἀλλ’ εἰκὼν κυρίου καὶ θεοῦ· εἰ δὲ κύριος ὄντως καὶ θεός,
οὐκέτι ὁ κύριος καὶ θεὸς εἰκὼν κυρίου καὶ θεοῦ εἶναι δύναται.</p><lb n="5"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="97"><p><ref>Re 86</ref> οὐδὲν οὖν αὐτὸν ὧν προεῖπεν εἶναι βούλεται· πάντων γὰρ
τούτων εἰκόνα αὐτὸν εἶναι λέγει. οὐκοῦν εἰ οὐσίας ἐστὶν εἰκών, οὐκέτι αὐτοουσία
δύναται εἶναι· καὶ εἰ βουλῆς ἐστιν εἰκών οὐκέτι αὐτοβουλὴ εἶναι δύναται· καὶ εἰ
δυνάμεως εἰκών, οὐκέτι δύναμις· καὶ εἰ δόξης εἰκών, οὐκέτι δόξα. ἡ γὰρ εἰκὼν
οὐχ ἑαυτῆς ἀλλ᾿ ἀλλ’ ἑτέρω· τινὸς εἰκών ἐστιν.</p><lb n="10"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="98"><p><ref>Re 87</ref> ἰδοὺ γὰρ τὸ κατὰ Ἀστέριον ἡμᾶς οὐ τοσοῦτον λυπεῖ εἰ τοιαῦτα
προήχθη γράφειν, ἀλλ’ ὅτι καἰ τινες τῶν προεστάναι δοκούντων τῆς ἐκκλησίας,
τῆς μὲν ἀποστολικῆς ἐπιλαθόμενοι παραδόσεως τὰ δὲ ἔξωθεν τῶν θείων
προτιμήσαντες τοιαῦτά τινα γράψαι τε καὶ διδάξαι ἐτόλμησαν , ἃ οὐδὲν ἔλαττον
τῆς τώι προειρημένων ἔχεται πλάνης.</p><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="99"><p><ref>Re 88</ref> δέον τἀναντία μετὰ δακρύων τε καὶ πένθους πρὸς κύριον
βοᾶν »ἡμάρτομεν, ἠσεβήσαμεν, ἠνομήσαμεν«, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποιήσαμεν,
καὶ νῖν μεταγνόντες τῆς παρά σου τυχεῖν ἀξιοῦμεν φιλανθρωπίας. ταῦθ’
ἥρμοττεν αὐτῷ, ταῦτα συνέφερεν λέγειν διὰ τὴν ἄμετρον τοῦ θεοῦ χρηστότητα
καὶ φιλανθρωπίαν. καίτοι ἀκόλουθον ἢν τὸν μετὰ φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης
<lb n="20"/> ἐπιμελούμενον θεὸν ἀντειπεῖν λέγοντα »εἰ ἐχθρὸς ὠνείδισέν με, ὑπήνεγκα ἂν, καὶ
εἰ ὁ μισῶν με ἐπ’ ἐμὲ ἐμεγαλορημόνησεν, ἐκρύβην ἂν ἀπ’ αὐτοῦ. σὺ δέ, ἄνθρωπε
ἰσόψυχε, ἡγεμών μου καὶ γνωστά μου· ὃς ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐγλύκανάς μοι ἐδέσματα,
ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ θεοῦ ἐπορεύθημεν ἐν ὁμονοίᾳ«. ὅτι γὰρ σύνεστιν ἡμῖν τοῖς αὐτοῦ
λειτουργοῖς ἴσμεν ἀπὸ τῆς αὐτοῦ ῥήσεως, »ἰδοὺ» γάρ »ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν« ἔφη
<lb n="25"/> »πάσας τἀς ἡμέρας« τῆς ζωῆς ὑμῶν »ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος«. εἶτα ἀκολούθως
πάντως που καὶ τὰ ἑπόμενα τοῖς προάγουσιν ἐπήγαγεν ἂν ῥητά »ἐλθέτω
θάνατος ἐπ’ αὐτούς, καὶ καταβήτωσαν εἰς ᾅδου ζῶντες· ὅτι πονηρία ἐν ταῖς καρδίαις
αὐτῶν«. τοὺς γὰρ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀσεβείας ὄντας νεκροὺς ὑπὸ τοῦ ᾅδου
καταπίνεσθαί φησιν ἡ γραφή· νεκροὶ γάρ, καὶ ζῆν δοκοῦντες, ἐτύγχανον &lt;ὄν&gt;τες.</p><lb n="30"/></div><div type="textpart" subtype="fragment" n="100"><p><ref>Re 89</ref> ἄνθρωπον γὰρ τὸν σωτῆρα εἶναι βούλονται· δῆλον δὲ ἀφ’
ὧν πανούργως τά τοῦ ἀποστόλου ῥητὰ Εὐσέβιος πρὸς τὸ ἑαυτοῦ μετήνεγκεν
βούλημα. ὡς γὰρ ἐκ παλαιᾶς τινος ὠδῖνος μεγίστην ἀποκυῆσαι βουλόμενος βλα-
<note type="footnote">5—9 Acacius bei Epiphanius haer. 72, 6. 9 (ed. Divdorf) vgl. 72, 10 — — 14
25, —26, 3 — —29 26, —27, 13 — —S. 207, 10 29, — 28</note>
<note type="footnote">6 vgl. S. 205, 31 — 16 Dan. 9, Θ΄? — 18f Tit. .8, 4 — 20 Ps. 54, 15
— 24 Matth. 28, 20 — 27 Ps. 54, 16 — 32 vgl. S. 203, 14</note>
<note type="footnote">1 καὶ] + ὁ V Ι δύναται] + ἔτι Acac. Ι 3 θεός2] + ὄντως Acac. | 4 καὶ1]
+ ὁ V | 5 οὑν &lt; Ερ. 72, 9 Ι αὐτῶν Ερ. 72, 9 Ι προεῖπον Ερ. 72, 6 Ι πάν
τὼς Ερ. 72, 6 | 6 λέγεις Ερ. 72, 9 Ι 6f οὐ δύναται αὐτοουσία Ep. 72, 6 Ι
εἰκών1.2 &lt; Ερ. 72, | 9 εἰκών &lt; Ερ. 72, 6 | 16 τὸν V | 19 τὸν g τὸ
V οὐ Μο Ι φιλανθρωπίας] + ἄλλα Μο Ι 20 εἰ] + ὁ üb. d. Ζ. V2 Ι 20 ἐπήγαγεν
r ἐπήγαγον r Ι 29 ἐντυγχάνοντες V, corr. Μ0 Ι 30 βού-
λεται m</note>

<pb n="207"/>
σφημίαν, »ἐξέχεεν ἀπὸ τοῦ ἰδίου θησαυροῦ‘‘ κατὰ τὴν τοῦ σωτῆρος ῥῆσιν »τὸ
πονηρόν«. ἄνθρωπον γὰρ μόνον τὸν σωτῆρα δεῖξαι βουλόμενος, ὡς μέγιστον
ἡμῖν ἀπόρρητον τοῦ ἀποστόλου ἀνακαλύπτων μυστήριον, οὕτως ἔφη· διὸ σαφέστατα
καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος τὴν ἀπόρρητον ἧμίν καὶ μυστικὴν παραδιδοὺς
<lb n="5"/> θεολογίαν βοᾷ καὶ κέκραγεν »εἷς ὁ θεός«, εἶτα μετὰ τὸν ἵνα
θεόν φησιν ’ρεῖς μεσίτης θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς
᾿Ιησοῦς«. εἰ τοίνυν ἄνθρωπον αὐτὸν εἶναί φησιν τῇ κατὰ σάρκα αὐτοῦ μόνῃ
προσέχων οἰκονομίᾳ, πάντως κἀκεῖνο συνομολογεῖ, τὸ μηδὲ ἔχειν ἐλπίδα ἐπ’ αὐτόν.
»ἐπικατάρατος« γὰρ »ἄνθρωπος« ὁ προφήτης ῾Ιερεμίας ἔφη »ὕς τὴν ἐλπίδα ἔχει
<lb n="10"/> ἐπ’ ἄνθρωπον«.</p></div></div></body></text></TEI>