Re2 οὐ μόνον τοίνυν τῆς » καινῆς κτίσεως‘‘ πρωτότοκον αὐτὸν ὁ ἀπόστολος εἶναι φησίν, ἀλλὰ καὶ πρωτότοκον »ἐκ νεκρῶν«, δι’ οὐδὲν ἕτερον, ἐμοὶ δοκεῖν. ἀλλ’ ἵνα διὰ τοῦ πρωτοτόκου »τῶν νεκρῶν«, ὅπως καὶ πρωτότοκος ἁπάσης κτίσεως« εἴρηται, γνωσθῆναι δυνηθῇ. οὐ γὰρ ἐκ νεκρῶν ἀνέστη πρῶτος ὁ δεσπότης 1—23 19—10, 12 (ἡ — ἐστιν) (ἡ) — 13 — 24—S. 186, 3 11 2 Luk. 1, 30—32 — 6 Zach. 3, 1. 2 — 10 Zach. 3, 1. 2 — 12 Gal.4,2G. — 14 Matth. 16, 23 — 18 Ex. 14, 31 usw. — Ex. 7, 1 — 20 Deut. 31,23 — 24 Kol. 1, 15 — 25f Kol. 1, 18 — 26 Kol. 1, 15 1 ὅτι] τί δὲ a. R. V2 w. e. seh. | 6 ἔδειξεν m ἔλεξεν V | σοὶ] καὶ ἐπιτιμήσαι κύριος ὲν σοὶ LXX; einzuschieben? | 13 l. ταύτῃ? | 18 οὒπω Re οὕτω V | ὅτι] εἰ? Loofs Ι 20 νομίζοι m νομίζει V | 21 θαύματα V, corr. Kl Ι 22 f τῴ . . . μέλλοντι (od. μέλλειν) Re τὸ . . . μέλλον V | 24 κοινῆς Μο ἡμῶν ῾Ιησοῦς Χριστὸς· ἀλλ’ ὁ δι’ Ἐλισσαίου τοῦ προφήτου ἀναστὰς ἀνέστη πρότερος, καὶ Λάζαρος δὲ πρὸ τῆς αὐτοῦ ἀναστάσεως ἀνέστη, καὶ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων« ἀνέστησαν. Re 3 νυνὶ δὲ ἐξετάσωμεν ἵν τι ῥητὸν τῶν ὑπὸ Ἀστερίου γραφέντων· ἔφη γὰρ οὗτος ἄλλος μὲν γὰρ ἐστιν ὁ πατήρ, ὁ γεννήσας ἐξ αὑτοῦ τὸν μονογενῆ λόγον καὶ πρωτότοκον πάσης κτίσεως. ἀμφότερα συνάψας γέγραφεν μονογενῆ καὶ πρωτότοκον, πολλῆς ἐναντιότητος ἐν τοῖς ὀνόμασιν οὔσης τούτοις, ὃς ἔστιν ῥᾴδιον καὶ τοῖς σφόδρα δυσμαθέσιν γνῶναι δῆλον γὰρ ὅτι ὁ μονογενής, εἰ ὄντως μονογενὴς εἴη, οὐκέτι πρωτότοκος εἶναι δύναται, καὶ ὁ πρωτότοκος ᾗ 〈πρωτότοκος〉 οὐ δύναται μονογενὴς εἶναι. Re 4 οὐκοῦν εἰ »πρωτότοκος« μὲν ἐστιν »ἁπάσης κτίσεως« αὐτός, »ἐν αὐτῷ« δὲ »ἐκτίσθη τὰ πάντα«, προσήκει εἰδέναι ἧμάς, ὅτι περὶ τῆς κατὰ σάρκα οἰκονομίας αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος νυνὶ μέμνηται. Re 5 »πρωτότοκος« οὖν »ἁπάσης κτίσεως« διὰ τὴν κατὰ σάρκα γένεσιν ὠνομάσθη, οὐ διὰ τὴν πρώτην, ὡς αὐτοὶ οἴονται, κτίσιν.