<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" n="urn:cts:greekLit:tlg2022.tlg009.1st1K-grc1" xml:lang="grc"><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Ἐβαπτίσθη μὲν ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἁμαρτίας
ἔλυσεν ὡς θεός· οὐ καθαρσίων αὐτὸς δεόμενος, ἀλλ’ ἵνα
ἁγιάσῃ τὰ ὕδατα. ἐπειράσθη ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐνίκησεν
ὡς θεός· ἀλλὰ θαρρεῖν διακελεύεται, ὡς κόσμον νενικηκώς.
<lb n="10"/> ἐπείνησεν, ἀλλ’ ἔθρεψε χιλιάδας, ἀλλ’ ἄρτος ἐστὶ ζωτικὸς
καὶ οὐράνιος. ἐδίψησεν, ἀλλ’ ἐβόησεν· Ἐάν τις δίψᾳ,
ἐρχέσθω πρός με, καὶ πινέτω• ἀλλὰ καὶ πηγάζειν ὑπέσχετο
τοὺς πιστεύοντας. ἐκοπίασεν, ἀλλὰ τῶν κοπιώντων καὶ
πεφορτισμένων ἐστὶν ἀνάπαυσις. ἐβαρήθη μὲν ὕπνῳ,
<lb n="15"/> ἀλλ’ ἐπὶ πελάγους κουφίζεται, ἁλλ’ ἐπιτιμᾷ πνεύμασιν,
ἀλλὰ Πέτρον κουφίζει βαπτιζόμενον. δίδωσι τέλος, ἀλλ’
ἐξ ἰχθύος, ἀλλὰ βασιλεύει τῶν ἀπαιτούντων. Σαμαρείτης
ἀκούει καὶ δαιμονῶν, πλὴν σώζει τὸν ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ
καταβαίνοντα καὶ λῃσταῖς περιπεσόντα, πλὴν ὑπὸ δαι-
<note type="footnote">1 ἐφυγάδευσε be: φυγαδευσε g 20. 7 om οὐ καθαρσίων αὐτὸς δεομενος
ce || 14 ἐβαρήθη] ἐβαρύνθη cef</note>
<note type="footnote">1. φυγαδεύει τὰ Αἶγ’.] The ref.
is to the legend that the idols of
Egypt were broken at His entrance
into the land; which legend connected
itself with such passages as
Is. xix 16 f., Jer. xlvi 25.</note>
<note type="footnote">ib. οὐκ εἶχεν εἶδ’.] Is. liii 2.</note>
<note type="footnote">2. ὡραῖος] Ps. xliv 3 (xlv 2).</note>
<note type="footnote">3. ἐπὶ τοῦ ὄρους] Matt, xvii 2,
Luke ix 29.</note>
<note type="footnote">4. τὸ μέλλον μυστ] ‘revealing
the secret of the future.’ Prob. to
the three Apostles, — the future being
His own future.</note>
<note type="footnote">6. ἁμαρτίας ἔλυσεν] Matt, ix 2
etc. It is, of course, not ὡς θεός that
our Lord there claims to forgive sins.</note>
<note type="footnote">7. ἵνα ἁγιάσῃ τὰ ὔ.] Cp. the i
first prayer in the Baptismal Office.</note>
<note type="footnote">9. κόσμον νενικ.] John xvi 33.</note>
<note type="footnote">10. ἄρτος ἐστι] John vi 51.</note>
<note type="footnote">11. ἐάν τις διψῶ John vii 37.</note>
<note type="footnote">12. πηγάζειν] ‘give forth water
like a fountain,’ John vii 38.</note>
<note type="footnote">14. ἀνάπαυσις] Matt, xi 28.</note>
<note type="footnote">15. ἐπὶ π. κουφίζεται] Matt, xiv
25 f.</note>
<note type="footnote">ib. ἔπιτ’. πνεύμασιν] Matt, viii
26.</note>
<note type="footnote">16. βαπτιζόμενον] a classical sense
of the word.</note>
<note type="footnote">17. ἐξ ἰχθύος] Matt, xvii 27.</note>
<note type="footnote">id. Σαμαρείτης] John viii 48.</note>
<note type="footnote">18. τὸν ἀπὸ ‘Ι. καταβ.] Luke χ
30; ‘the Good Samaritan.’</note>
<note type="footnote">19. ὑπὸ δαιμ. ἐπιγινώσκεται] Mark
i 24, 34 etc.</note>

<pb n="105"/>
μόνων ἐπιγινώσκεται, καὶ ἀπελαύνει δαίμονας, καὶ λεγεῶνα
πνευμάτων βυθίζει, καὶ ὡς ἀστραπὴν ὁρᾷ πίπτοντα τὸν
ἀρχηγὸν τῶν δαιμόνων. λιθάζεται, ἀλλ’ οὐχ ἁλίσκεται.
προσεύχεται, ἀλλ’ ἐπακούει. δακρύει ἀλλὰ παύει δάκρυον.
ἐρωτᾷ ποῦ Λάζαρος, ἄνθρωπος γὰρ ἦν· ἀλλ’ ἐγείρει <lb n="5"/>
Θεὸς θεὸς γὰρ ἦν. πωλεῖται, καὶ λίαν εὐώνως,
τριάκοντα γὰρ ἀργυρίων, ἁλλ’ ἐξαγοράζει κόσμον, καὶ
μεγάλης τιμῆς, τοῦ ἰδίου γὰρ αἵματος. ὡς πρόβατον ἐπὶ
σφαγὴν ἄγεται, ἀλλὰ ποιμαίνει τὸν Ἰσραήλ, νῦν δὲ καὶ
πᾶσαν τὴν οἰκουμένην. ὡς ἀμνὸς ἄφωνος, ἁλλὰ λόγος <lb n="10"/>
ἐστί, φωνῇ βοῶντος ἐν τῆ ἐρήμῳ καταγγελλόμενος.
μεμαλάκισται, τετραυμάτισται, ἀλλὰ θεραπεύει πᾶσαν
νόσον, καὶ πᾶσαν μαλακίαν. ἐπὶ τὸ ξύλον ἀνάγεται,
προσπήγνυται, ἀλλὰ τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς ἀποκαθίστησιν,
ἀλλὰ σώζει καὶ λῃστὴν συσταυρούμενον, ἀλλὰ σκοτίζει <lb n="15"/>
πᾶν τὸ ὁρώμενον. ὄξος ποτίζεται, χολὴν βρωματίζεται·
τίς; ὁ τὸ ὕδωρ εἰς οἶνον μεταβαλών, ὁ τῆς πικρᾶς γεύσεως
καταλύτης, ὁ γλυκασμὸς καὶ ὅλος ἐπιθυμία. παραδίδωσι
τὴν ψυχήν, ἀλλ’ ἐξουσίαν ἔχει πάλιν λαβεῖν αὐτήν, ἁλλὰ
<note type="footnote">1 λεγεῶνας df || 5 που] + τέθειται bdfg Ἴ’ 7 κοσμον] ’τον κ. eg ΙΙ 12 μεμαλακισταδ]
+ καὶ bdefg</note>
<note type="footnote">1. λεγεῶνα] Mark v 9 etc.</note>
<note type="footnote">2. ὡς ἀστραπήν] Luke χ 18.</note>
<note type="footnote">3. λιθάζεται, ἀλλ’ οὐχ ἁ.] John
viii 59.</note>
<note type="footnote">4. ἐπακούει] Matt, viii 3 etc.</note>
<note type="footnote">ib. παύει δάκρυον] Luke vii 13.</note>
<note type="footnote">5. ἐρωτιᾷ που] John xi 34. Cp.
the discussion in Ath. Or. iii c. Ar.
ἑ37, 38- See also μ’ Deer. Nic. §14.
Ath. decides in favour of supposing
that our Lord knew the answer before
asking the question; but he
admits the possibility of the view
adopted by Gr. Ἃν δὲ φιλονεικῶσιν
ἔτι διὰ τὸ ἐπερωτᾶν, ἀκουέτωσαν,
ἐν μὲν τῆ θεότητι οὐκ ἐστιν ἄγνοια,
τῆς δὲ σαρκὸς ἴδιόν ἐστι τὸ ἂγ νοεῖν.</note>
<note type="footnote">7. ἐξαγοράζει] 1 Cor. vi 20, vii
23; cp. 1 Pet. i 19.</note>
<note type="footnote">8. πρόβατον] Is. liii 7.</note>
<note type="footnote">9. ποιμαίνει τ. ’I.] Ps. lxxix 2
(lxxx Ι).</note>
<note type="footnote">ib. νῦν δέ] Ps. ii 9, Rev.
xii 5.</note>
<note type="footnote">10. ἀμνὸς ἄφ’.] Is. liii 7.</note>
<note type="footnote">ib. λόγος κτλ.] John i 1, 23.</note>
<note type="footnote">12. μεμαλάκισται] Is liii 5.</note>
<note type="footnote">ib. θεραπεύει] Matt, ix 35.</note>
<note type="footnote">14. τῷ ξύλω τῆς ζ] Rev. xxii 2
Gen. ii 9.</note>
<note type="footnote">15. λῃστήν] Luke xxiii 43.</note>
<note type="footnote">ib. σκοτίζει] Matt, xxvii 45.</note>
<note type="footnote">17. τὸ ὕδωρ] John ii 9.</note>
<note type="footnote">ib. τῆς πικρᾶς γ. κατ.] Εx. xv
25.</note>
<note type="footnote">18. γλυκασμός] Cant. V 16.</note>
<note type="footnote">19. ἐξουσίαν ἐχ.] John x 18.</note>

<pb n="106"/>
καταπέτασμα ῥήγνυται, τὰ γὰρ ἄνω παραδείκνυται, ἀλλὰ
πέτραι σχίζονται, ἀλλὰ νεκροὶ προεγείρονται. ἀποθνήσκει,
ζωοποιεῖ δέ, καὶ καταλύει τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον. θά-
πτεται, ἀλλ’ ἀνίσταται. εἰς ᾅδου κάτεισιν, ἀλλ’ ἀνάγει
<lb n="5"/> ψυχάς, ἀλλ’ εἰς οὐρανοὺς ἄνεισιν, ἀλλ’ ἥξει κρῖναι ζῶντας
καὶ νεκρούς, καὶ τοὺς τοιούτους βασανίσαι λόγους. εἰ
ταῦτα ἐμποιεῖ σοι τῆς πλάνης τὴν ἀφορμήν, ἐκεῖνά σου
λύει τὴν πλάνην.</p></div></div></body></text></TEI>