<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg1725.tlg001.perseus-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="section" n="35"><p> Ὁ μὲν οὖν θεῖος νόμος οὐ μόνον κωλύει τὸ
εἰδώλοις προσκυνεῖν· ἀλλὰ καὶ τοῖς στοιχείοις, ἡλίῳ,
σελήνῃ, ἢ τοῖς λοιποῖς ἄστροις· ἀλλ᾿ οὔτε τῷ οὐρανῷ,
οὔτε γῇ, οὔτε θαλάσσῃ, ἢ πηγαῖς ἢ ποταμοῖς θρησκεύειν,
ἀλλ᾿ ἢ μόνῳ τῷ ὄντως Θεῷ καὶ ποιητῇ τῶν ὅλων χρὴ
λατρεύειν ἐν ὁσιότητι καρδίας καὶ εἰλικρινεῖ γνώμῃ. διό
φησιν ὁ ἅγιος νόμος· οὐ μοιχεύσεις, οὐ φονεύσεις, οὐ
κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, οὐκ ἐπιθυμήσεις τὴν γυναῖκα
τοῦ πλησίον σου. ὁμοίως καὶ οἱ προφῆται· Σολομῶν
μὲν οὖν καὶ τὸ διὰ νεύματος μὴ ἁμαρτάνειν διδάσκει
ἡμᾶς, λέγων· οἱ ὀφθαλμοί σου ὀρθὰ βλεπέτωσαν· τὰ
δὲ βλεφαρά σου νευέτω δίκαια. καὶ Μωσῆς δὲ καὶ αὐτὸς
προφήτης περὶ μοναρχίας Θεοῦ λέγει· οὗτος ὁ Θεὸς
ὑμῶν ὁ στερεῶν τὸν οὐρανὸν, καὶ κτίζων τὴν γῆν, οὗ
αἱ χεῖρες κατέδειξαν πᾶσαν τὴν στρατιὰν τοῦ οὐρανοῦ,
καὶ οὐ παρέδειξεν ὑμῖν αὐτὰ τοῦ ὀπίσω αὐτῶν πορεύεσθαι.
Ἠσαΐας δὲ καὶ αὐτός φησιν· οὕτως λέγει κύριος
ὁ Θεὸς, ὁ στερεώσας τὸν οὐρανὸν καὶ θεμελιώσας τὴν γῆν
καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, καὶ διδοὺς πνοὴν τῷ λαῷ τῷ ἐπ᾿ αὐτῆς,
καὶ πνεῦμα τοῖς πατοῦσιν αὐτὴν, οὗτος κύριος ὁ Θεὸς
ὑμῶν. καὶ πάλιν δι᾿ αὐτοῦ· ἐγὼ, φησὶν, ἐποίησα γῆν,
καὶ ἄνθρωπον ἐπ᾿ αὐτῇ. ἐγὼ τῇ χειρί μου ἐστερέωσα
τὸν οὐρανόν. καὶ ἐν ἑτέρῳ κεφαλαίῳ· οὗτος ὁ Θεὸς ὑμῶν
ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς, οὐ πεινάσει, οὐδὲ
κοπιάσει, οὐδ᾿ ἔστιν ἐξεύρησις τῆς φρονήσεως αὐτοῦ.
ὁμοίως καὶ Ἱερεμίας, καί φησιν· ὁ ποιήσας τὴν γῆν
ἐπὶ τῇ ἴσχυϊ αὐτοῦ, ἀνορθώσας τὴν οἰκουμένην ἐν τῇ
<pb n="v.2.p.130"/>

σοφίᾳ αὐτοῦ, καὶ ἐν τῇ φρονήσει αὐτοῦ ἐξέτεινε τὸν
οὐρανὸν καὶ πλῆθος ὕδατος ἐν οὐρανῷ, καὶ ἀνήγαγε
νεφέλας ἐξ ἐσχάτου τῆς γῆς, ἀστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησε,
καὶ ἐξήγαγεν ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ. ὁρᾷν
ἔστι, πῶς φίλα καὶ σύμφωνα ἐλάλησαν πάντες οἱ προφῆται,
ἑνὶ καὶ τῷ αὐτῷ πνεύματι ἐκφωνήσαντες, περί τε
μοναρχίας Θεοῦ, καὶ τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως, καὶ τῆς
ἀνθρώπου ποιήσεως· οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ὤδιναν, πενθοῦντες
τὸ ἄθεον γένος τῶν ἀνθρώπων· καὶ τοὺς δοκοῦντας εἶναι
σόφους, διὰ τὴν ἐν αὐτοῖς πλάνην καὶ πώρωσιν τῆς καρδίας,
κατῄσχυναν. ὁ μὲν Ἱερεμίας ἔφη· ἐμωράνθη πᾶς
ἄνθρωπος ἀπὸ γνώσεως αὐτοῦ· κατῃσχύνθη πᾶς χρυσοχόος
ἀπὸ τῶν γλυπτῶν αὐτοῦ· εἰς μάτην ἀργυροκόπος
ἀργυροκοπεῖ, οὐκ ἔστι πνεῦμα ἐν αὐτοῖς, ἐν ἡμέρᾳ
ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀπολοῦνται. τὸ αὐτὸ καὶ ὁ Δαυὶδ
λέγει· ἐφθάρησαν καὶ ἐβδελύχθησαν ἐν ἐπιτηδεύμασιν
αὐτῶν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός·
πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν. ὁμοίως καὶ Ἁββακούκ·
τί ὠφελεῖ γλυπτὸν ἄνθρωπον, ὅτι ἔγλυψεν αὐτὸ
φαντασίαν ψευδῆ; οὐαὶ τῷ λέγοντι τῷ λίθῳ ἐξεγέρθητι,
καὶ τῷ ξύλῳ ὑψώθητι. ὁμοίως εἶπον καὶ οἱ λοιποὶ
τῆς ἀληθείας προφῆται. καὶ τί μοι τὸ πλῆθος καταλέγειν
τῶν προφητῶν πολλῶν ὄντων, καὶ μυρία φίλα
καὶ σύμφωνα εἰρηκότων; οἱ γὰρ βουλόμενοι δύνανται
ἐντυχόντες τοῖς δἰ αὐτῶν εἰρημένοις ἀκριβῶς γνῶναι
τὸ ἀληθὲς, καὶ μὴ παράγεσθαι ὑπὸ διανοίας καὶ ματαιοπονίας.
οὗτοι οὖν οὓς προειρήκαμεν προφῆται ἐγένοντο
ἐν Ἑβραίοις ἀγράμματοι καὶ ποιμένες καὶ ἰδιῶται.</p><pb n="v.2.p.132"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="36"><p> Σίβυλλα δὲ ἐν Ἕλλησι, καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς
ἔθνεσι γενομένη προφῆτις, ἐν ἀρχῇ τῆς προφητείας
αὐτῆς ὀνειδίζει τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος λέγουσα·
<lb/>Ἄνθρωποι θνητοὶ καὶ σάρκινοι, οὐδὲν ἐόντες,
<lb/>Πῶς ταχέως ὑψοῦσθε, βίου τέλος οὐκ ἐσορῶντες;
<lb/>Οὐ τρέμετ᾿, οὐδὲ φοβεῖσθε Θεὸν, τὸν ἐπίσκοπον ὑμῶν,
<lb/>Ὕψιστον, γνώστην, πανεπόπτην, μάρτυρα πάντων,
<lb/>Παντοτρόφον, κτίστην, ὅστις γλυκὺ πνεῦμ᾿ ἐν ἁπᾶσι
<lb/>Κάτθετο, χ᾿ ἡγητῆρα βροτῶν πάντων ἐποίησεν;
<lb/>Εἷς Θεὸς, ὃς μόνος ἄρχει, ὑπερμεγέθης, ἀγένητος,
<lb/>Παντοκράτωρ, ἀόρατος, ὁρῶν μόνος αὐτὸς ἅπαντα,
<lb/>Αὐτὸς δ᾿ οὐ βλέπεται θνητῆς ὑπὸ σαρκὸς ἁπάσης.
<lb/>Τίς γὰρ σὰρξ δύναται τὸν ἐπουράνιον καὶ ἀληθῆ
<lb/>Ὀφθαλμοῖσιν ἰδεῖν Θεὸν ἄμβροτον, ὃς πόλον οἰκεῖ;
<lb/>Ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἀκτίνων κατενάντιον ἠελίοιο
<lb/>Ἄνθρωποι στῆναι δυνατοὶ, θνητοὶ γεγαῶτες
<lb/>Ἄνδρες, ἐν ὀστήεσσι φλέβες καὶ σάρκες ἐόντες·
<lb/>Αὐτὸν τὸν μόνον ὄντα σέβεσθ᾿ ἡγήτορα κόσμου,
<lb/>Ὃς μόνος εἰς αἰῶνα καὶ ἐξ αἰῶνος ἐτέχθη,
<lb/>Αὐτογενὴς, ἀγένητος, ἅπαντα κρατῶν διαπαντὸς,
<lb/>Πᾶσι βροτοῖσιν ἐνὼν τὸ κριτήριον ἐν φαῒ κοινῷ.
<lb/>Τῆς κακοβουλοσύνης δὲ τὸν ἄξιον ἕξετε μισθὸν,
<lb/>Ὅττι Θεὸν προλιπόντες ἀληθινὸν ἀεναόν τε
<lb/>Δοξάζειν, αὐτῷ τε θύειν ἱερὰς ἑκατόμβας,
<lb/>Δαίμοσι τὰς θυσίας ἐποιήσατε τοῖσιν ἐν ᾅδου.
<lb/>Τύφῳ καὶ μανίῃ δὲ βαδίζετε, καὶ τρίβον ὀρθὴν
<lb/>Εὐθεῖαν προλιπόντες ἀπήλθετε τὴν δι᾿ ἀκανθῶν
<pb n="v.2.p.134"/>

<lb/>Καὶ σκολόπων· τί πλανᾶσθε; βροτοὶ παύσασθε μάταιοι
<lb/>Καὶ λίπετε σκοτίην νυκτὸς, φωτὸς δὲ λάβεσθε·
<lb/>Οὗτος ἰδοὺ πάντεσσι σαφὴς ἀπλάνητος ὑπάρχει.
<lb/>Ἔλθετε, μὴ σκοτίην δὲ διώκετε καὶ γνόφον αἰεὶ,
<lb/>Ἠελίου γλυκυδερκὲς ἰδοὺ φάος ἔξοχα λάμπει.
<lb/>Γνῶτε δὲ κατθέμενοι σοφίην ἐν στήθεσιν ὑμῶν·
<lb/>Εἷς Θεός ἐστι, βροχὰς, ἀνέμους, σεισμοὺς ἐπιπέμπων,
<lb/>Ἀστεροπὰς, λιμοὺς, λοιμοὺς καὶ κήδεα λυγρὰ,
<lb/>Καὶ νιφετοὺς, κρύσταλλα. τί δὴ καθ᾿ ἓν ἐξαγορεύω;
<lb/>Οὐρανοῦ ἡγεῖται, γαίης κρατεῖ, αὐτὸς ὑπάρχει.
καὶ πρὸς τοὺς γενητοὺς λεγομένους ἔφη·
<lb/>Εἰ δὲ γενητὸν ὅλως καὶ φθείρεται, οὐ δύνατ᾿ ἀνδρὸς
<lb/>Ἐκ μηρῶν μήτρας τε Θεὸς τετυπωμένος εἶναι.
<lb/>Ἀλλὰ Θεὸς μόνος εἷς πανυπέρτατος, ὃς πεποίηκεν
<lb/>Οὐρανὸν ἠέλιόν τε, καὶ ἀστέρας, ἠδὲ σελήνην,
<lb/>Καρποφόρον γαῖάν τε, καὶ ὕδατος οἴδματα πόντου,
<lb/>Οὔρεά θ᾿ ὑψήεντα, καὶ ἀέναα χεύματα πηγῶν·
<lb/>Τῶν τ᾿ ἐνύδρων πάλι γεννᾷ ἀνήριθμον πολὺ πλῆθος·
<lb/>Ἑρπετὰ δ᾿ ἐκ γαίης κινούμενα ψυχροτροφεῖ τε,
<lb/>Ποικίλα τε κτηνῶν λιγυροθρόα, τραυλίζοντα,
<lb/>Ξουθὰ λιγυπτερόφωνα, ταράσσοντ᾿ ἀέρα ταρσοῖς·
<lb/>Ἐν δὲ νάπαις ὀρέων ἀγρίαν γένναν θέτο θηρῶν·
<lb/>Ἡμῖν τε κτήνη ὑπέταξεν πάντα βροτοῖσιν,
<lb/>Πάντων δ᾿ ἡγητῆρα κατέστησεν θεότευκτον,
<lb/>Ἀνδρὶ δ᾿ ὑπαὶ τάξεν παμποίκιλα κ᾿ οὐ κατάληπτα.
<lb/>Τίς γὰρ σὰρξ δύναται θνητῶν γνῶναι τάδ᾿ ἅπαντα;
<lb/>Ἀλλ᾿ αὐτὸς μόνος οἶδεν ὁ ποιήσας τάδ᾿ ἀπ᾿ ἀρχῆς,
<lb/>Ἄφθαρτος, κτίστης, αἰώνιος, αἰθέρα ναίων,
<lb/>Τοῖς ἀγαθοῖς ἀγαθὸν προφέρων πολὺ πλείονα μισθὸν,
<pb n="v.2.p.136"/>

<lb/>Τοῖς δὲ κακοῖς ἀδίκοις τε χόλον καὶ θυμὸν ἐγείρων,
<lb/>Καὶ πόλεμον, καὶ λοιμὸν, ἢ ἄλγεα δακρυόεντα.
<lb/>Ἄνθρωποι τί μάτην ὑψούμενοι ἐκριζοῦσθε;
<lb/>Αἰσχυνθῆτε γαλᾶς καὶ κνώδαλα θειοποιοῦντες.
<lb/>Οὐ μανίη καὶ λύσσα φρενῶν καὶ ἐτώσια βάρη,
<lb/>Εἰ λοπάδας κλέπτουσι θεοὶ, συλοῦσι δὲ χύτρας;
<lb/>Ἀντὶ δὲ χρυσήεντα πόλον κατὰ πίονα ναίειν
<lb/>Σητόβρωτα δέδορκε, πυκναῖς δ᾿ ἀράχναις δεδίασται.
<lb/>Προσκυνέοντες ὄφεις, κύνας, αἰλούρους ἀνόητοι,
<lb/>Καὶ πετεεινὰ σέβεσθε, καὶ ἑρπετὰ θηρία γαίης
<lb/>Καὶ λίθινα ξόανα, καὶ ἀγάλματα χειροποίητα,
<lb/>Κἀν παρόδοισι λίθων συγχώματα· ταῦτα σέβεσθε,
<lb/>Ἄλλα τε πολλὰ μάταια, ἃ δὴ κ᾿ αἰσχρὸν ἀγορεύειν·
<lb/>Καί γε θεοὶ μερόπων δολοήτορές εἰσιν ἀβούλων,
<lb/>Τῶν δὴ κἀκ στόματος χεῖται θανατηφόρος ἰός.
<lb/>Οὗ δ᾿ ἔστι ζωή τε καὶ ἄφθιτον ἀέναον φῶς,
<lb/>Καὶ μέλιτος γλυκεροῦ γλυκερώτερον ἀνδράσι χάρμα
<lb/>Ἐκπροχέῃ· τῷ δὴ μόνῳ αὐχένα κάμπτε.
<lb/>Καὶ τρίβον αἰώνεσσιν ἐν εὐσεβέεσσ᾿ ἀνάκλινε.
<lb/>Ταῦτα λιπόντες ἅπαντα, δίκης μεστόν τε κύπελλον
<lb/>Ζωρότερον, στιβαρὸν, βεβαρημένον, εὖ μάλ᾿ ἄκρητον
<lb/>Εἱλκύσατ᾿ ἀφροσύνῃσι μεμῃνότι πνεύματι πάντες,
<lb/>Κοὐ θέλετ᾿ ἐκνῆψαι καὶ σώφρονα πρὸς νόον ἐλθεῖν,
<lb/>Καὶ γνῶναι βασιλῆα Θεὸν, τὸν πάντ᾿ ἐφορῶντα.
<lb/>Τοὔνεκεν αἰθομένοιο πυρὸς σέλας ἔρχετ᾿ ἐφ᾿ ὑμᾶς,
<pb n="v.2.p.138"/>

<lb/>Λαμπάσι καυθήσεσθε δι᾿ αἰῶνος, τὸ πανῆμαρ,
<lb/>Ψεύδεσιν αἰσχυνθέντες ἐπ᾿ εἰδώλοσιν ἀχρήστοις.
<lb/>Οἱ δὲ Θεὸν τιμῶντες ἀληθινὸν, ἀέναόν τε,
<lb/>Ζωὴν κληρονομοῦσι τὸν αἰῶνος χρόνον, αὐτοὶ
<lb/>Οἰκοῦντες παραδείσου ὁμῶς ἐριθηλέα κῆπον,
<lb/>Δαινύμενοι γλυκὺν ἄρτον ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἀστερόεντος.
ὅτι μὲν οὖν ταῦτα ἀληθῆ καὶ ὠφέλιμα καὶ δίκαια καὶ
προσφιλῆ πᾶσιν ἀνθρώποις τυγχάνει, δῆλόν ἐστι· καὶ
ὅτι οἱ κακῶς δράσαντες ἀναγκαίως ἔχουσι κατ᾿ ἀξίαν τῶν
πράξεων κολασθῆναι.</p></div></div></div></body></text></TEI>