<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg1725.tlg001.perseus-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="section" n="29"><p> Ἐν τῷ οὖν γνῶναι τὸν Ἀδὰμ τὴν γυναῖκα
αὐτοῦ Εὔαν, συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱὸν, ᾧ τοὔνομα Κάϊν,
καὶ εἶπεν· ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ Θεοῦ. καὶ
προσέθετο ἔτι τεκεῖν δεύτερον, ᾧ ὄνομα Ἄβελ, ὃς ἤρξατο
ποιμὴν εἶναι προβάτων· Κάϊν δὲ εἰργάζετο τὴν
γῆν. τὰ μὲν οὖν κατ᾿ αὐτοὺς πλείω ἔχει τὴν ἱστορίαν,
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς ἐξηγήσεως. διὸ
τὰ τῆς ἱστορίας τοὺς φιλομαθεῖς δύναται ἀκριβέστερον
διδάξαι αὐτὴ ἡ βίβλος, ἥτις ἐπιγράφεται Γένεσις κόσμου.
ὁπότε οὖν ἐθεάσατο ὁ Σατανᾶς οὐ μόνον τὸν
Ἀδὰμ καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ζῶντας, ἀλλὰ καὶ τέκνα
πεποιηκότας, ἐφ᾿ ᾧ οὐκ ἴσχυσε θανατῶσαι αὐτοὺς, φθόνῳ
φερόμενος, ἡνίκα ἑώρα τὸν Ἄβελ εὐαρεστοῦντα τῷ Θεῷ,
ἐνεργήσας εἰς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν καλούμενον Κάϊν,
ἐποίησεν ἀποκτεῖναι τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὸν Ἄβελ. καὶ
οὕτως ἀρχὴ θανάτου ἐγένετο εἰς τόνδε τὸν κόσμον,
ὁδοιπορεῖν ἕως τοῦ δεῦρο ἐπὶ πᾶν γένος ἀνθρώπων. ὁ δὲ
Θεὸς ἐλεήμων ὢν, καὶ βουλόμενος ἀφορμὴν μετανοίας
καὶ ἐξομολογήσεως παρασχεῖν τῷ Κάϊν, καθάπερ καὶ
τῷ Ἀδὰμ, εἶπε· ποῦ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου; ὁ δὲ Κάϊν
ἀπεκρίθη ἀπειθῶς τῷ Θεῷ, εἰπών· οὐ γινώσκω· μὴ φύλαξ
εἰμὶ τοῦ ἀδελφοῦ μου; οὕτως ὀργισθεὶς αὐτῷ ὁ
Θεὸς ἔφη· τί ἐποίησας τοῦτο; φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ
σου βοᾷ πρός με ἐκ τῆς γῆς, ἣ ἔχανε δέξασθαι τὸ
αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἐκ χειρός σου· στένων καὶ τρέμων
ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς. ἐκτότε φοβηθεῖσα ἡ γῆ οὐκέτι ἀνθρώπου
αἷμα παραδέχεται, ἀλλ᾿ οὐδέ τινος ζώου. ἢ
φανερὸν ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτὴ αἰτία, ἀλλ᾿ ὁ παραβὰς
ἄνθρωπος.</p><pb n="v.2.p.114"/></div><div type="textpart" subtype="section" n="30"><p> Ὁ οὖν Κάϊν καὶ αὐτὸς ἔσχεν υἱὸν ᾧ ὄνομα
Ἐνώχ. καὶ ᾠκοδόμησε πόλιν, ἣν ἐπωνόμασεν ἐπὶ τῷ
ὀνόματι τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἐνώχ. ἀπὸ τότε ἀρχὴ ἐγένετο
τοῦ οἰκοδομεῖσθαι πόλεις, καὶ τοῦτο πρὸ κατακλυσμοῦ·
οὐχ ὡς Ὅμηρος ψεύδεται λέγων·
<lb/>Οὐ γάρ πω πεπόλιστο πόλις μερόπων ἀνθρώπων.
τῷ δὲ Ἐνὼχ ἐγεννήθη υἱὸς ὀνόματι Γαϊδὰδ, ὃς ἐγέννησε
τὸν καλούμενον Μεὴλ, καὶ Μεὴλ τὸν Μαθουσάλα, καὶ
Μαθουσάλα τὸν Λάμεχ. ὁ δὲ Λάμεχ ἔλαβεν ἑαυτῷ
δύο γυναῖκας, αἷς ὀνόματα Ἀδᾶ καὶ Σελᾶ. ἐκτότε ἀρχὴ
ἐγένετο τῆς πολυμιξίας, ἀλλὰ καὶ τῆς μουσικῆς. τῷ
γὰρ Λάμεχ ἐγένοντο τρεῖς υἱοὶ, Ὠβὴλ, Ἰουβὰλ, Θοβέλ.
καὶ ὁ μὲν Ὠβὴλ ἐγένετο ἀνὴρ ἐν σκηναῖς κτηνοτροφῶν.
Ἰουβὰλ δέ ἐστιν ὁ καταδείξας ψαλτήριον καὶ κιθάραν.
Θοβὲλ δὲ ἐγένετο σφυροκόπος, χαλκεὺς χαλκοῦ καὶ σιδήρου.
ἕως μὲν οὖν τούτου ἔσχε τὸν κατάλογον τὸ
σπέρμα τοῦ Κάϊν· καὶ τὸ λοιπὸν εἰς λήθην αὐτοῦ γέγονε
τὸ σπέρμα τῆς γενεαλογίας, διὰ τὸ ἀδελφοκτονῆσαι
αὐτὸν τὸν ἀδελφόν. εἰς τὸν τόπον δὲ τοῦ Ἄβελ,
ἔδωκεν ὁ Θεὸς συλλαβεῖν τὴν Εὔαν καὶ τεκεῖν υἱὸν, ὃς
κέκληται Σήθ· ἀφ᾿ οὗ τὸ λοιπὸν γένος τῶν ἀνθρώπων
ὁδεύει μέχρι τοῦ δεῦρο. τοῖς δὲ βουλομένοις φιλομαθέσι,
καὶ περὶ πασῶν τῶν γενεῶν εὔκολόν ἐστιν ἐπιδεῖξαι διὰ
τῶν ἁγίων γραφῶν. καὶ γὰρ ἐκ μέρους ἡμῖν γεγένηται
ἤδη λόγος ἐν ἑτέρῳ λόγῳ, ὡς ἐπάνω προειρήκαμεν, τῆς
γενεαλογίας ἡ τάξις ἐν τῇ πρώτῃ βίβλῳ τῇ περὶ ἱστοριῶν.
ταῦτα δὲ πάντα ἡμᾶς διδάσκει τὸ πνεῦμα τὸ
<pb n="v.2.p.116"/>

ἅγιον, τὸ διὰ Μωσέως καὶ τῶν λοιπῶν προφητῶν, ὥστε
τὰ καθ᾿ ἡμᾶς τοὺς θεοσεβεῖς ἀρχαιότερα γράμματα τυγχάνει,
οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἀληθέστερα πάντων συγγραφέων
καὶ ποιητῶν δείκνυται ὄντα. ἀλλὰ μὴν καὶ τὰ περὶ τῆς
μουσικῆς ἐφλυάρησάν τινες εὑρετὴν Ἀπόλλωνα γεγενῆσθαι·
ἄλλοι δὲ Ὀρφέα ἀπὸ τῆς τῶν ὀρνέων ἡδυφωνίας
φασὶν ἐξευρηκέναι τὴν μουσικήν. κένος δὲ καὶ μάταιος ὁ
λόγος αὐτῶν δείκνυται· μετὰ γὰρ πολλὰ ἔτη τοῦ κατακλυσμοῦ
οὗτοι ἐγένοντο. τὰ δὲ περὶ τοῦ Νῶε, ὃς κέκληται
ὑπὸ ἐνίων Δευκαλίων, ἐν τῇ βίβλῳ ᾗ προιερήκαμεν
ἡ διήγησις ἡμῖν γεγένηται· ᾗ εἰ βούλῃ καὶ σὺ δύνασαι
ἐντυχεῖν.</p></div></div></div></body></text></TEI>