εἰ δὲ γενητὸν ὅλως καὶ φθείρεται, οὐ δύνατ᾿ ἀνδρός ἐκ μηρῶν μήτρας τε θεὸς τετυπωμένος εἶναι· ἀλλὰ θεὸς μόνος εἱς πανυπέρτατος, ὃς πεποίηκεν οὐρανὸν ἠέλιόν τε καὶ ἀστέρας ἠδὲ σελήνην καρποφόρον γαῖάν τε καὶ ὕδατος οἴδματα πόντου ουρεἀ θ᾿ ὑψήεντα ἀένναα χεύματα πηγῶν. τῶν τ᾿ ἐνύδρων πάλι γεννᾷ ἀνήριθμον πολὺ πλῆθος, ἑρπετὰ δ᾿ ἐν γαίῃ κινούμενα ψυχοτροφεῖται, ποικίλα τε πτηνῶν λιγυροθρόα τραυλίζοντα ξουθὰ λιγυπτερόφωνα ταράσσοντ᾿ ἀέρα ταρσοῖς, έν δὲ νάπαις ὀρέων ἀγρίαν γένναν θέτο θηρῶν ἡμῖν τε κτήνη ὑπέταξεν πάντα βροτοῖσιν. πάντων δ᾿ ἡγητῆρα κατέστησεν θεότευκτον, ἀνδρὶ δ᾿ ὑπέταξεν παμποίκιλα κοὐ κατάληπτα. Fragment 3 bei Theophilus: ad Autolycum II 36, 29 καὶ πρὸς τοὺς γενητοὺς λεγομένους ἔφη· εἰ . . . V. 1, 2 Lactant. div. inst. I 8, 3 unde mihi de tanta maiestate saepius cogitanti qui deos colunt interdum videri solent tarn caeci, tarn incogitabiles, tam excordes, tam non multum a mutis animalibus differentes, qui credant eos qui geniti sint maris ac feminae coitu aliquid maiestatis divinaeque virtutis habere potuisse, cum Sibylla Erythraea dicat: οὐ δύνατ’ . . . . . . Die Peraten bei Hippolytos: Philosophumena V 16: εἰ γάρ τι, φησί, γεννητόν, ὅλως καὶ φθείρεται, καθάπερ καὶ Σιβύλλῃ δοκεῖ, μόνοι δέ, φησίν, ἡμεῖς οἱ τὴν ἀνάγκην τῆς γενέσεως ἐγνωκότες καὶ τὰς ὁδούς, δι᾿ ὧν εἰσελήλυθεν ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον, ἀκριβῶς δεδιδαγμένοι διελθεῖν καὶ περάσαι τὴν φθορὰν μόνοι δυνάμεθα. [Justin.] Cohort. ad Graec. 23, 6 εἰ γὰρ ἀνάγκη πᾶσα τὸ γενητὸν φθαρτὸν εἶναι κατὰ τὸν πρότερον αὐτοῦ de summo et conditore rerum deo huiusmodi versus reperiuntur: ἄφθαρτος . . . . . . — 20 = III 603 vgl. Aristobuls älschte Orphik bei Euseb. Praep. ev. XIII, 12, 5 V. 15. — 21 vgl. Fragm. 1, 2. — 22 ff. vgl. III 30—32. — 31 ἃ δὴ καἰσχρὸν vgl. V 79. durch Dittographie (V. 12) verdorben: Wilam. — κοὐ κατάληπτα Castalio καὶ εὖ κατάληπτα Μ | 15 Anf. = Fragm. 1, 10 | IG τάδε M | 17 αἰθέρα ναίων Theoph. αἰθέραν αἰῶν M) Lactant. αἰθέρι ναίων Wolf, vgl. 11 27. 177. III 11. 81. V 298. XI 311. XII 132. XIV 10 | 18 πλείονα Theoph. μείζονα Lactant. | 20 = III 603. — ἰδ᾿ Opsop. ἠδ’ Μ | 21 vgl. XIV 1 f. | 22 γαλᾶς Opsop. τάλας Μ. — θεοποιοῦντες Μ | 23. 24 αἴσθησιν ἀφαιρεῖ | εἰ Alex, καὶ ἐστησιαφαιρηει Μ καἴσθησις ἀφαυρὴ | εἰ Aurat. | 24 συλλοῦσι Μ | 25, 26 „Anstatt aber den goldenen weiten Himmel zu bewohnen, sehen sie ämlich die κνώδαλα) mottenzerfressen aus . . . “ | 25 κατ᾿ ἀπείρονα ναίειν Wilam. κατὰ πιον μαναίειν Μ κατὰ πίονα ναίειν Fell Wolf | 26 δεδιαστε M | 27 vgl. III 30 | 29 = IV 28a. vgl. 111 588 | 30 καὶ παρ᾿ ὁδοῖσι Wilam. καὶ ἐν παρόδοισ M κἀν παρόδοισι Opsop. κἀν τριόδοισι Nauck | 30 συγχώματα Ausgg. | 31 ἃ . . . ἀγορεύειν vgl. V 79. — καὶ αἰσχρὸν ἀναγορεύειν Μ | 32 εἰσὶ θεοὶ Opsop. εἰσὶ γὰρ θεοὶ M. — δόλῳ ἡγητῆρες Wilam. δολοήτορες Μ. — ἀβούλων: ἃ βούλων M | 33 κᾀκ Opsop. καὶ ἐκ Μ. — χεῖται Castal. κεῖται M 34 ὃς δ’ Rz. οὐδὲ M οὗ δ’ Castal. | 35 nach μέλιτος + γλυκεροῦ Opsop. ἐκπροχέει #x23D4; –, τῷ δὴ μόνῳ αὐχένα κάμπτε, καὶ τρίβον αἰώνεσσιν ἐν εὐσεβέεσσ’ ἀνακλίνοις. ταῦτα λιπόντες ἅπαντα δίκης μεστὸν τὸ κύπελλον ζωρότερον στιβαρὸν βεβαρημένον εὖ μάλ’ ἄκρητον εἱλκύσατ᾿ ἀφροσύνῃ μεμανηότι πνεύματι πάντες. κοὐ θέλετ᾿ ἐκνῆψαι καὶ σώφρονα πρὸς νόον ἐλθεῖν καὶ γνῶναι βασιλῆα θεόν, τὸν πάντ’ ἐφορῶντα. τοὔνεκεν αἰθομένοιο πυρὸς σέλας ἔρχετ᾿ ἐφ᾿ ὑμᾶς, λαμπάσι καυθήσεσθε δι᾿ αἰῶνος τὸ πανῆμαρ ψευδέσιν αἰσχυνθέντες ἐπ᾿ εἰδώλοισιν ἀχρήστοις. οἱ δὲ θεὸν τιμῶντες ἀληθινὸν ἀέναόν τε ζωὴν κληρονομοῦσι, τὸν αἰῶνος χρόνον αὐτοί οἰκοῦντες παραδείσου ὁμῶς ἐριθηλέα κῆπον δαινύμενοι γλυκὺν ἄρτον ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἀστερόεντος. κλῦτε δέ μου, μέροπες, βασιλεὺς αἰώνιος ἄρχει. ὃς μόνος ἐστὶ θεὸς κτίστης ἀκράτητος ὑπάρχων· 46 — 48 Lactant div. inst. II 12, 19 tum deus sententia in peccatores data eiecit horainem de Paradiso, ut victum sibi labore conquireret, ipsumque Paradisuni igni circumvallavit, ne homo posset accedere, donec summum iudicium faciat in terra et iustos viros cultores suos in eundem locum revocet morte sublata, sicut sacrae voces docent et Sibylla Krythraea, cum dicit: οἱ δὲ . . . — 47 ζωὴν κληρονομοῦσι = Matth. 19, 29. Mark. 10, 17. 36 ἐκπροχέῃ, τῷ δὴ σὺ μόνῳ τεὸν αὐχένα κάμπτε Humpbrey ἐκπροχέει δικαίοις, τῷ δὴ μόνῳ αὐχ. κ. oder ἐκπ., τῷ δὴ σὺ μ. τεὸν αὐχ. κ. Rz. 37 εὐσεβέεσ M. — ἀνακλίνοις Rz.? ἀνακλινοῖ M ἀνακλῖναι Alex. | 38 τὸ Opsop. τε M | 30 μάλ’ ἄκρητον Aurat. μαλά κρατῶν M | 40 ἀφροσύνῃ μεμανηότι πνεύματι Gesner vgl. XI 317. ἀφροσυνημεμανη ὅτι πνεύματι Μ | 41 κοὐ Castal. καὶ οὐ Μ | 45 ψευδέσιν Buresch ψεύδεσιν M Ausgg. — ἐπ᾿ εἰδώλοισιν ἀχρήστοις = VIII 389. — ἐπ’ ἐπὶ M | 46 ἀληθινὸν ἀέναόν τε = Fragm. 1, 20. — ἀέναόν τε: αἰὲν ἐόντα Lactant. Cod. Paris. 1663 | 47 κληρονομήσουσιν M | 48 παραδείσου . . . κῆπον vgl. I 26. — παράδεισον Lactant. — ὁμῶς < M + Lactant. | 49 οὐρανοῦ ἀστερόεντος = II 184. Fragment 4 bei Lactant. div. inst. VII 24, 2: |quod alia Sibylla vaticinans furensque proclamat: κλῦτε . . . Fragment 5 bei Lactant. div. inst. II 11, 18 Sibylla hominem dei opus esse testatur: ὃς . . . . = Prolog. S. 5, 98—100, vgl. III 27. αὐτὸς δ᾿ ἐστήριζε τύπον μορφῆς μερόπων τε αὐτὸς ἔμιξε φύσιν πάντων, γενέτης βιότοιο.