VI. Λόγος ἕκτος. Ἀθανάτου μέλαν υἱὸν ἀοίδιμον ἐκ φρενὸς αὐδῶ, ᾡ θρόνον ὕψιστος γενέτης παρέδωκε λαβέσθαι οὔπω γεννηθέντι· ἐπεὶ κατὰ σάρκα τὸ δισσόν ἠγέρθη, προχοαῖς ἀπολουσάμενος ποταμοῖο Ἰορδάνου, ὅς φέρεται γλαυκῷ ποδί, κύματα σύρων. ὃς πυρὸς ἐκφεύξας πρῶτος θεὸν ὄψεται ἡδύν πνεύματι γινόμενον, λευκαῖς πτερύγεσσι πελείης. 3 Tgl. VIII 264. — 4 f. vgl. VII 66 f.. — 6 (vgl. VII 84): Quelle ist ein häretisches Evangelium, vgl. das Evangelium der Ebioniten bei Epiphan. Haer. XXX 13 καὶ εὐθὺς περιέλαμψε τὸν τόπον φῶς μέγα. Justin. Dial. c. Tryph. 88 καὶ πῦρ ἀνήφθη ἐν τῷ Ἰορδάνῃ .... [Cyprian.] de rebaptismate 17 aus der „Pauli Praedicatio" : item ut baptizaretur ignem super aquam esse visum, quod in evangelio nullo scriptum u. a. vgl. Resch: Agrapha 357 f. — 7 Lactant. div. inst. IV 15, 3 et descendit super eum Spiritus dei formatus in specie columbae Candida e. — Evang. Infant, arabicum 54 praesente spiritu suo in forma columbae candidae. HSS.: MQVH = Ω. APSB = Φ. FL = Ψ. Überschrift: ἐκ τῶν προφητικῶν σιβύλλης λόγος λόγον H) θݲ VH < M. Q zerrissen und schadhaft. λόγος ἕκτος mit dem Zusatz: ἑτέρας εἶναι ταῦτα δοκεῖ (δοκεῖ ταῦτα A) Φ λόγος ἕκτος Ψ. 1—9 nur wenig lesbar in dem zerrissenen und schadhaften Q Ι 2 γενέτης < Ω (+ 2, H. in H) Ι 3 μήπου γεννηθέντος γενηθέντος A) Φψ. — κατὰ : διὰ Φ < Ψ. — τὸ δισσὸν ΦΨ Alexandre δοθεῖσαν Ω Rzach | 4 vgl. VII 67. — προχοαῦς: προχοαῖς δ’ ΦΨ | 5 γλαυκῷ ποδὶ κύματα Φ (Alex.) Wilamowitz γλ. π. κῦμα Ψ γλαυκώπιδι κύματι κύμασι V) Ω λευκώπιδα κύματα Mendelssohn vgl. den Cod. Vindob. philos. 171 (Gutschmid: Kleine Sehr. V 705): ὁ γὰρ Ἰαρδάνης λευκότερα σύρει τὰ κύματα Ι 6 ὃς Ω ἐκ ΦΨ. — πυρὸς ἐκφεύξας vgl. VII 84. — ἐκφεύξας: ἐκ ἐν P) πρώτου aus dem folgenden Wort ΦΨ. — θεὸν .... 7 . . . γινόμενον: θεὸν ὄψεται ἡδύν Ι πνεύματι γεννηθέντα Ω θεὸς ὅς τε καὶ ἡδύν Ι πνεύματι γινόμενον Φ δεὸς ὅτε ἡδύν Ι πνεύματι γινόμενον Ψ θεοῦ ὄψεται ἡδὺ | πνεῦμ' ἐπιγινόμενον Fabricius | 7 λευκῆς Fabr. — πελίης Ψ. ἀνθήσει δ' ἄνθος καθαρόν, βρύσουσι δὲ πηγαί. δείξει δ' άνθρώποισιν ὁδούς, δείξει δὲ κελεύθους οὐρανίας· πάντας δὲ σοφοῖς μύθοισι διδάξει. ἥξει δ΄ ἔς τε δίκην καὶ πείσει λαὸν αἰνετὸν αὐχήσας πατρὸς γένος οὐρανίδαο. κύματα πεξεύσει, νόσον ἀνθρώπων ἀπολύσει, στήσει τεθνηῶτας, ἀπώσεται ἄλγεα πολλά· ἐκ μιῆς μιῆς πήρης ἄρτου κόρος ἔσσεται ἀνδρῶν, οἶκος ὅταν Δαυὶδ φύῃ φυτόν· ἐν χερὶ δ' αὐτοῦ κόσμος ὅλος καὶ γαῖα καὶ οὐρανὸς ἠδὲ ἀστράψει δ' ἐπὶ γῆν, οἷόν ποτε πρῶτα εἶδον ἀπ' ἀλλήλων πλευρῶν δύο γεννηθέντες. ἔσσεται, ἡνίκα γαῖα χαρήσεται ἐλπίδι παιδός. σοὶ δὲ μόνῃ, Σοδομῖτι γαίη, κακὰ πήματα κεῖται· αὐτὴ γὰρ δύσφρων τὸν σὸν θεὸν οὐκ ἐνόησας ἐλθόντα θνητοῖσιν ἐν ὄμμασιν· ἀλλ' ἀπ' 8 Anf. Jes. 11, 1. — Lactanfc. div. inst. IV 13, 21 lesse autem fuit pater David, ex cuius radice ascensurum esse Sorem praelocutus est, eum scilicet, de quo Sibylla dicit: ἀνθήσει δ’ ἄνθος καθαρόν. — 11 λαὸν ἀπειθῆ vgl. I 204. — 13 — 15 Lactant. div. inst. IV 15, 25 et rursus alia (Sibylla) quae dicit: κύματα ... — 15 (vgl. VIII 275) Lactant. div. inst. IV 15, 16 at illi quinque panes et duos pisces in pera se habere dixerunt. — 16 οἶκος . . . φυτόν vgl. VII 31. — (18 Anf. Matth. 24,27.) — 20 Quelle ist ein apokryphes Evangelium, ähnlich wie Protevang, Jacobi 18. — 21 Apok, Joh. 11, 8. — 22 — 24 Lactant. div. inst. IV 18, 20 et alia Sibylla ludaeam terram his increpat versibus: αὐτὴ . . ., daraus Augustin. de civ. dei XVIII 23 ipsa enim insipiens tuum deum non intellexisti ludentem mortalium mentibua, sed et spinis coronasti et horridum fei miscuisti. 8 βρύουσι ΦΨ. — πηγαί Ω κάντα ΦΨ | 10 οὐρανίους ΦΨ | 11 ἥξει ἄζει (ὤξει A) ΦΨ. — πιάσει: τιάσει H) Ω. — ἀπειθῆ Alex. vgl. Ι 204, VIII ἀπεχθῆς ΩΦΨ | 12 αύχησ . . . Q αὐκείσας καὶ V αὐχεῖ καὶ H | 13 Anf. = I 356. — πεζεύσει νόσον ἀνθιρώπων Lactant. πεξεύσειε νόσους δ’ ἀνδρῶν Φ πεζεύσει νόμους δ’ ἀνδρῶν Ψ πεξεύσειε νόμοις νόμους Μ) τ’ ἀνθρώπους Ω. — ἀπολύει Ω | 14 τεθνηῶτας ἀπώσεται Lactant. τεθνηῶτας τεθνιῶντας H) ἀποίσεται Ω τεθνεότας κάπώσεται P τεθνεώτας κᾀπώσεται A τεθνεῶτας κἀπώσεται Ψ. — πολλά Ω Lactant. λυγρά ΦΨ | 15 vgl. I 357 f. VIII 275 f. — μιᾶς Ψ. — πήρης Lactant. σπείρης Ω ῥίζης ΦΨ Buresch Wilarm. | 16 οἶκος .. φυτόν: vgl. VII31. — χειρὶ QML | 17 ὅλος = 1 162. — καὶ ἠδὲ οὐρ. ἠδὲ θάλ. vgl. III 20 | 18 γῆς ΦΨ. — πρῶτα φῶτα φανέντος Ω | 19 bis zur Hälfte von V. 22 unleserlich in Q | 19 εἶδος Ω. γεννηθέντες Alex, γεννηθέντα ΩΦΨ γεννηθέντε Hase | 20 ἔσται 20 — χαρίσεται Ω | 21 σοδομίτι ΦΨ σοδομῆτι Ω. — γαίη < Ω. — κακὰ πήματα vgl. V. 25. — κείσεται Ω | 22 αὕτη Ω. — δύσφρον Ψ. — τὸν σὸν θεὸν οὐκ ἐνόησας vgl. VII 53. 66. — τὸν σὸν: τόσσον Ω. — θεὸν Ω Lactant. (Augustin.) νόμον ΦΨ. — οὐκ ἐνόησας ΦΨ Lactant. Augustin. (non intellexisti) οὐκ ἐνόησεν Ω | 23 ἐλθόντα θνητοῖσιν ἐν ὄμμασιν Ω ἔστεψας στεφάνῳ, φοβερὴν δὲ χολὴν ἐκέρασσας εὶς ὔβριν καὶ πνεῦμα*· τό σοι κακὰ πήματα τεύξει. ὦ ξύλον ὠ μακαριστόν, ἐφ’ οὖ θεὸς οὐχ ἕξει σε χθών, ἀλλ' οὐρανὸν οἶκον ἡνίκα ἀστράψει<ε> τὸ σόν, θεός, ἔμπυρον ὄμμα. 24 vgl. VIII 303. (Psal. 68, 22). — 26 Sozomenus: bist. eccl. II 1 (es handelt sich um die Auffindung des Kreuzes) ταῦτα πάλαι μὲν ἔγνωστο καὶ προείρητο τοῖς ἱεροῖς προφήταις· εἰς ὕστερον δὲ διὰ θαυμασίων ἐβεβαιοῦτο τῶν ἔργων, ὄτε ἐν εἰναι τῷ θεῳ τῷ θεῷ κατεφαίνετο. καὶ θαυμαστὸν οὔπω τοσοῦτον, ὄπου γε καὶ πρὸς αὐτῶν τῶν Ἐλλὴνων συνωμολόγηται Σιβύλλης εἶναι τοῦτο· ὦ . . . ἐξετανύσθη. τοῦτο γὰρ καὶ σπουδάζων τις ἐναντίος εἶναι οὐκ ἄν ἀρνηθείη· προυσήμαινεν οὖν τὸ τοῦ σταυροῦ ξύλον καὶ τὸ περὶ αὐτοῦ σέβας. Anecdota Parisina ed. Cramer I p. 334, 20 προέλαβε δὲ τοῦ τοῦ Χριστοῦ παρουσίαν αὕτη ἡ Σίβυλλα δισχίλια, ἧς ἐστι καὶ τοῦτο τὸ ἔπος, τὸν τίμιον σταυρὸν προμηνύον ὦ . . . Tübinger Tbeosophie S. 122, 20 Bur. Ὄτι ἡ Σίβυλλα ἴφη τὸ ὦ ξὐλον Gregor. Naz. carm. p. 1570, 246 Μ.: σταυρὸν δὲ σέβοι μέτροισι Σίβυλλα. (Vgl. allgemein auch Celsus' Spott über das „Holz" bei Origenes: contra Cels. VI 36 εἶτα παίζων τὰ περὶ τοῦ ξύλου δύο δύο τόπων αὐτὸ χλευάζει λέγων διὰ τοῦτο αὐτὸ παραλαμβάνεσθαι, ἤτοι ἐπεὶ σταυρῷ ἀνηλώθη ὁ διδάσκαλος ἡμῶν ἢ ἐπεὶ τέκτων ἦν τὴν τέχνην . . ..) — 27 Vgl. das Petrusevangelium: Texte u. Unters. IX 2. Chrysostomus: de cruce et latrone. Hom. II 4. [Methodius latinus] 14 et adsu- metur crux in caelum. παίζοντα πέζοντα, πέξοντα) θνητοῖο θνητοῖο νοήμασιν Überliefer. d. Lactant. ludentem mortalium mentibus Augustin. πταίοντα θνητοῖσι νοήμασιν ΦΨ Bur. — θνητοῖσιν ἐν ὄμμασιν vgl. IV 11. — ἀλλ’ ἀπ’ ἀκάνθης vgl. VIII 294 f. — ἀπ': ἐπ' Φ | 24 vgl. VII 303. — δὲ: τε Lactant. — ἐκέρασσας Lactant. ἐκέρασας ΦΨ Lactant. Cod. Bonon. Paris. 1662. ἐκεἐρασας Ω | 25 εἰς ὕβριν καὶ πνεῦμα πνεύμα A) τί σοι Φ εἰς ὕβριν καὶ πνεύματὸς σοι Ψ εἰς εἰ VH) ὕβριν καὶ πνεύματος οἰ οἴ H) Ω εἰς ὕβριν καὶ πῶμα· τό σοι Alex. | 26 ὦ μακάριστόν γ ώ ξύλον Ψ ὠ ξύλον μακαριστόν Sozomenus cb ξ. τρισμακάριστον Tüb. ἐφ’ ov Ω Sozom. ὐφ' οὗ Anecd. Paris, ἐν ᾦ Tüb. Theos, ἐφ’ ᾧ Φ ᾧ Ψ | 27 ἔζει σε χθών Castal. οὐχ ἔξει σ’ ἔξεις P) οὐ χθών Φ οὐχ ἔξεις οὐκέτι χθών Ψ οὐχ ἔξεις ἐχθρὸν Ω. — οὐρανοῦ Rz.? Bur. | 28 ἡίκα ἀστράψειε GfFck. ἡνίκα δ’ ἀστράψει Ω Μ’ ἀστράψεις Ψ ἡνίκα ἀστράψῃ ἀστράψει A) Φ ἡνίκ' ἂν ἀστράψειε Alex. 2? — τὸ σόν, θεός Alex, τόσον τόσσον M) θεός θσ H) τὸ νέον θεοῦ ΦΨ. — Den ganzen Vers zieht (Alex.) Wilam. zu B. VIT 1. Subscriptio in Ψ (wie B. IV u. V auf gleicher Zeile mit der Überschrift des nächsten Buches: L): στίχοι κῆ. — In Ω folgt gleich VII 1 ὦ Ρόδε . . . VIII 218 ff.