Etymol. Magn. s. v. ἐπικυνεῖν (p. 361, 13 Gaisf.). καὶ Χρύσιππος γράψει Κυλλήνιος Ἑρμῆς, ἐπειδὴ ἡ ῥάβδος αὐτοῦ ἀνδρῶν ὄμματα θέλγει - - Φαίακες δὲ θύουσιν αὐτῷ ἑσπέρας ὡς Ὅμηρος ὅτε μνησαίατο κοίτου οὐχ ὅτι ὀνειρόπομπος ἦν ἀλλ’ ὅτι ὕπνου ἡδέος αἴτιος. Cf. Etymol. Gud. s. v. ἐπικυνεῖν et ἐπισκύνειν.