356. ἀλλ’ εἰς οἶκον ἰοῦσα τὰ σ’ αὐτῆς ἔργα κόμιζε ἱστόν τ’ ἠλακάτην τε, καὶ ἀμφιπόλοισι κέλευε ἔργον ἐποίχεσθαι· μῦθος δ’ ἄνδρεσσι μελήσει πᾶσι, μάλιστα δ’ ἐμοί· τοῦ γὰρ κράτος ἔστ’ ἐνὶ οἴκῳ. *) ἀθετοῦνται ἐνταῦθα· ἐπὶ δὲ τοῦ Ἕκτορος [πρὸς Ἀνδρομάχην] καλῶς ἐν τῆ ζ ( 490 ) τῆς Ἰλιάδος [καὶ ἐν τῇ] τοξείᾳ τῶν μνηστήρων ( φ 350 ) ins. ex QR] HM. cf. ad Ζ 490. φ 350. 396. τῶν κέν τις τόδ’ ἔχῃσιν. Fuit diple, quod coniunctivus pro optativo positus est cf. ad Φ 126 : τὸ γὰρ ὅς κε φάγῃσι ὃς φάγοι ἂν· καὶ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν κέν τις τόδ’ ἔχῃσιν. cf. F. Ar. p. 9. δ 692. ξ 37. ρ 385. 404. Ἰθάκης ἔτι ναεταώσης. *) [ἡ διπλῆ ὅτι τὸ ναιεταώσης] ἐνεργητικὸν ἀντὶ παθητικοῦ, ᾠκισμένης οὔσης. B. cf. F. Ar. p. 2/3. B 626. Ζ 370. β 102. δ 47. 322. η 33. σ 8. 413. πατρὸς ἐμοῖο. †) ἀγνοοῦντές τινες ἐμεῖο γράφουσιν. ὁμοίως ἐν Ἰλιάδι μνῆσαι πατρὸς σεῖο ( ω 486 ) δέον κτητικῶς. HMS. Intelligendus est Zenodotus cf. ad Ω 486. Ξ 118. ζ 256. Fuit igitur Aristarchi diple periestigmene. Cur La Roche hanc lectionem ad Zenodotum referre dubitaverit nescio. 422. μένον δ’ ἐπὶ ἕσπερον ἐλθεῖν. *) [ἡ διπλῆ ὅτι] οὕτως εἶπε τὴν ἑσπέραν EQS. cf. Ar. ad Π 203, 206. Φ 232. Apoll. l. h. 77, 26. α 246. et locos ibi collatos. 424. nota 5. 444. ὁδὸν τὴν πέφραδ’ Ἀθήνη. †) ἐσήμανεν αὐτῷ S. Fluxit ex Ar., qui observavit, verbum φράζειν nunquam esse dicere, sed indicare. cf. L. Ar. 84. Β. 5. βῆ δ’ ἴμεν . . . αἶψα δὲ κηρύκεσσι λιγυφθόγγοισι κέλευσεν. †) ὁ δέ ποτὲ μὲν παραπληρωματικὸς, ἔστι δ’ ὅτε καὶ ἀντὶ τοῦ γὰρ αἰτιολογικῶς λαμβάνεται. MS . Fluxit ex Aristonico cf. F. Ar. p. 33 et 35. β 6. η 47. θ 363. λ 350. ξ 87. ο 81. σ 234. ρ 261. τ 46. υ 66. φ 1. 29. 7. κηρύσσειν ἀγορήνδε καρηκομόωντας Ἀχαιούς. οἱ μὲν ἐκήρυσσον, τοὶ δ’ ἠγείροντο μάλ’ ὦκα. †) οὐδὲν μὲν ἀντιπράττουσιν οἱ στίχοι πρὸς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν, οἰκειότεροι δὲ μᾶλλόν εἰσιν ἐν Ἰλιάδι ( Β 50-52 ) MQS . Aristarchus his versibus obelos cum asteriscis appinxisse videtur, sed in Iliade Β 50 asterisci desunt. cf. L. Ar. p. 342, IV de versibus bis vel saepius repetitis. 11. vid. not. 1. 14. εἶξαν δὲ γέροντες. †) γέροντας νῦν τοὺς πρεσβυτέρους ἀκουστέον. EHMQ . — non ut saepe principes cf. Ar. ad Ι 36. 19. Ἄντιφος αἰχμητής· τὸν δ’ ἄγριος ἔκτανε Κύκλωψ ἐν σπῆϊ γλαφυρῷ, πύματον δ’ ὁπλίσσατο δόρπον. †) ἀθετοῦνται οἱ δύο στίχοι καὶ ὀβελίζονται. Vind. 56 (non legitur hoc scholion apud Dindorf. cf. La Roche p. 22 ). †) δόρπον τὸ καθ’ ἡμᾶς δεῖπνον. τρισὶ δὲ τροφαῖς ἐχρῶντο. καὶ τὴν μὲν πρώτην ἐκάλουν ἄριστον, ἣν ἐλάμβανον πρωΐας σχεδὸν ἔτι σκοτίας οὔσης. τὴν δὲ δευτέραν δεῖπνον, τὸ καθ’ ἡμᾶς λεγόμενον ἄριστον. τὴν δὲ τρίτην δόρπον, τὸ καθ’ ἡμᾶς λεγόμενον δεῖπνον. EHMTV . Sic observavit Aristarchus cf. L. Ar. 127. α 124. δ 61. π 2. Eust. 1432, 2. 24. τοῦ ὅγε δακρυχέων. Aristarchus praepositionem περί omissam esse notavit, non ὑπέρ ut schol. in M, in genetivis, qui pendent a verbis simili significatione positis cf. Ar. ad Π 17. Χ 170 ὀλοφύρεαι Ἀργείων et Ἕκτορος, ἀκαχήμενος υἷος Ω 550, ἀχνύμενος ἑταίρου Ο 651. Corruptum Aristonici scholion sic fere restituendum est: ἡ διπλῆ, ὅτι ἐλλείπει ἡ περί, περὶ τοῦ δακρυχέων. 37. στῆ δὲ μέσῃ ἀγορῇ· σκῆπτρον δὲ οἱ ἔμβαλε χειρί κηρυξ ... *) ὅτι δι’ ἑκατέρας τῆς ποιήσεως Ὁμηρικὸν ὂν τὸ ἔθος τετήρηται. H. S. cf. ad Σ 505. Ψ 568. 39. vid. not. 2. 41. ὃς λαὸν ἤγειρα· μάλιστα δὲ μ’ ἄλγος ἱκάνει. †) Ζηνόδοτος γράφει ἤγειρε. ἐλέγχεται δὲ διὰ τοῦ μάλιστα δ’ ἐμὲ· ἐχρῆν γὰρ εἶναι αὐτόν HMS . Corrigendum est quod Dindorf. p. 79 not. 2 adnotavit; non prima tantum verba, sed totum scholion habet S . cf. praef. p. XL. 42. οὔτε τιν’ ἀγγελίην στρατοῦ ἔκλυον. † γελοίως γράφει Ζηνόδοτος ἤϊον, ἀπὸ τοῦ ἀΐειν, ὅ ἐστιν ἀκούειν. HM . Duentzerus, qui cum Porsono substantivum ἠΐονα legit ( p. 110 ) non dubitat, quin haec lectio genuina fuerit, quae vulgari ἀγγελίην cedere iussa est. Dindorfius illud ἤϊον scholiastam ridiculum vocare putat, quod verbi ἀΐειν imperfectum ἤϊον inauditum sit. Nam ἤϊον , ubi apud epicos legatur, esse ab verbo εἶμι. Similibus locis Π 13. α 408. β 30 scholia non adiecta sunt, ita ut ex his reliquiis quae Aristarchi fuerit sententia nequaquam appareat. 42. (τηρητέον) *) ὅτι πρὸς τὸ πρῶτον τῇ τάξει πρῶτον ἀπήντηκεν ( cod. ἀπήντησεν), ὅπερ σπανίως ποιεῖ. M . cf. ad Ζ 219, ubi verba non tam integra sunt. Multis aliis locis diplae sunt ὅτι πρὸς τὸ δεύτερον πρότερον ἀπήντηκε. cf. L. Ar. 11, in Odyssea γ 467. ο 6.