67ᵃ. [112 B., 90 S.] — ἀνδρεία: ἡ τῶν ἀνδρῶν ἡλικία. Ἀ. ἐν τῶι Περὶ ὁμονοίας. 68. [113 B., 91 S.] — αὐλιζόμενοι: ἀντὶ τοῦ κοιμώμενοι Ἀ. Περὶ ὁμονοίας. 69. [114 B., 92 S.] — βαλβίς· Ἀ. Περὶ ὁμονοίας· ἡ ἀρχή. ETYM. GEN. βαλβίς: ... καὶ βαλβῖσιν ἀντὶ τοῦ ταῖς ἀρχαῖς. 70. [115 B., 93 S.] — εὐηνιώτατα· Ἀ. ἐν τῶι Περὶ ὁμονοίας. εὐήνιος ὁ πρᾶος καὶ μέτριος καὶ μὴ ταραχώδης. ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τῶν ἵππων. 71. [119 B., 97 S.] — φηλώματα: Ἀ. ἐν τῶι Περὶ ὁμονοίας ἐξαπάτας· φηλοῦν γὰρ τὸ ἐξαπατᾶν.