Μπαλάσιον. Ἔχει κλόρε ὡς ἂν τὸ κουκκὶν τοῦ ῥοδίου· ὄχι πολλὰ κόκκινον, οὐδὲ πολὺ ἄσπρη· ἀμὴ ἔναι καθάρια καὶ φωτεινή, καὶ φαίνεται ὡς ἂν τὸ σαφείρι; καὶ ἔχει τὴν αὐτὴν βερτοῦδαν εἰς τὸν δρωπικά, ὅπου ἔχει περίσσιον αἷμα, καὶ εἰς τὸν πόνον καὶ ἱλαρόνει πολλὰ τὸ πρόσωπον τοῦ ἀνθρώπου ὅπου τὸ βαστάζει. Σμελάτρον. Ἔναι πέτρα πράσινη καὶ οὐδὲν ἔναι κανέναν πρᾶγμαν πράσινον· καὶ ἂν ἔν’ καὶ τὴν λίμα τὴν τζακίσῃς, οἱ λιμαδούρες ὅπου θέλουσιν εὐγῆ, ἂν εἶναι καλὰ πράσινες, ἔναι καλὰ φίνα· ἂν ἔν’ καὶ ἔναι εὑρεσιμία, ἢ χαριστικὴ, ἀξιάζει(?) καλιότερα · καὶ ἔχει τινὰ βερτοῦδε· ὁποῦ τὴν βαστάζει ἀπάνου του μεγιοράρει ὅλα του τὰ πράγματα· καὶ ἂν ἔναι ταχὺ ἔχει μέσα του τελέντο ( f. 341 v. ) καὶ τὴν ἡμέραν ἐκείνην μέσα του καλόν· καὶ ἀπὸ κακὰ γεύματα· καὶ ἂν ἔναι καὶ κανέναν παιδὶν μικρὸν ἢ μεγάλον τὴν βαστᾷ εἰς τὸν σφόντυλάν του οὐδὲν φοβᾶται δαιμονικόν. Τοπάτζο. Ἔναι πέτρα κιτρίνη εἰς τὸ κλόριν τοῦ ἀλεφαντίνου, ἔλλαμπρη, εἰς δὲ τὴν θεωρίαν ὡσὰν τὸ σαφείρι, καὶ ἔχει τὴν αὐτὴν χάριν. Ἔναι εἰς τοὺς ἀνθρώπους καλόν, ὅπου θέλου νὰ κρατοῦν· καὶ ἂν θέλῃς νὰ τὴν προβαρήσῃς ἂν ἔναι φίνα εἰς τὴν βερτούδα, βάλε τὴν εἰς ἕναν χάρκωμαν ὅπου νὰ βράζῃ, καὶ εἰς μίαν θέλει ἀποβράσῃ τὸ νερόν, καὶ ὥστ’ ὅπου νὰ ἔναι ἡ πέτρα μέσα, οὐδὲν πόρῃ πλέον νὰ βράσῃ τὸ χάρκωμα, οἷον τὸ νερὸν ὅσι στίαν καὶ ἀβάλῃς. Γρανάτον. Ἔνε κόκκινη καὶ καθάρια, καὶ ἔχει ἔλλαμπρον κλόρε, καὶ δέ την εἰς τὸ λίμα, ὡσὰν τὸ σαφείρι· καὶ ἔναι καλὸν διότι κάμνει καθάριον πρόσωπον ἐκείνους ὅπου τὴν θεωροῦν. Καὶ ὅπου ἀρχίζει νὰ κάμνῃ σπίτιν νὰ τὴν βαστάζῃ ἀπάνω του θέλει κάμνῃ σπίτιν καλόν. Διασέτηνα. Ἔναι κόκκινη καὶ σκούρα, εἰς τὸ κλόρε ὡσὰν τὸ ζαφείριν· ὅπου τὴν βαστᾷ ἀπάνω του δίδει τοῦ κορμίου του καλόν, καὶ παίρνει ὅλους τοὺς πόνους.