Τουρκέζον οὐδὲ ἄσπρη οὐδὲ πράσινη· ἔναι εἰς κλόρε τζελεστρίνα, καὶ ἔναι σπέσα, καὶ οὐδὲν λάμπει, καὶ δὲν το ὡσὰν τὸ σαφείριν· μὲ τὸ λίμα ἔναι καλὸν εἰς ὅλους ὅπου καβαλλικεύουν (= ἱππεύουσιν)· καὶ δὲν ἐμποροῦν να πέσουν, οὐδὲ τὸ ἄλογον κάμνει ἀδέξιον. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅπου τὴν βαστάζει οὐδὲν φοβεῖται νὰ πάθῃ εἰς νερόν.