Διαμάντιν. Ἔχει κλόρε τοῦ σιδέρου, καὶ ἔναι καθαρὴ καὶ φωτεινή, καὶ εἰς τὸ κλόρε ὁλωνῶν τῶν καθαρῶν, ἔναι τὸ καλιότερο διαμάντιν, καὶ ἐνσκαράδον καὶ ποντάρισε ἕνα σίδερον, οὐδὲ το τζακίζει. ( f. 342 r. ) Ἂν θέλῃς νὰ τὸ προβαρίσῃς, δὸς τὸ ἀπάνω εἰς τὸ σίδερον, ἂν ἔναι καλὰ φίνα, καὶ ἔχει τὴν αὐτὴν χάριν. Ἔναι καλὴ εἰς τὰς γυναῖκας τὰς ἐγγαστρωμένας· νὰ τὴν βαστάζῃ οὐδὲν ἀποφαίνεται καὶ ἐφελᾷ καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὅπου νὰ τὴν βαστᾷ εἰς πόλεμον, οὐδὲ τὸ ἄλογον πέφτει· μᾶλλον γίνεται γοργότερον· μᾶλλον γοργότερα νὰ τζακίσῃ κομμάτια. Τουρκέζον οὐδὲ ἄσπρη οὐδὲ πράσινη· ἔναι εἰς κλόρε τζελεστρίνα, καὶ ἔναι σπέσα, καὶ οὐδὲν λάμπει, καὶ δὲν το ὡσὰν τὸ σαφείριν· μὲ τὸ λίμα ἔναι καλὸν εἰς ὅλους ὅπου καβαλλικεύουν (= ἱππεύουσιν)· καὶ δὲν ἐμποροῦν να πέσουν, οὐδὲ τὸ ἄλογον κάμνει ἀδέξιον. Καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅπου τὴν βαστάζει οὐδὲν φοβεῖται νὰ πάθῃ εἰς νερόν. Πατάστα. Ἔναι εἰς τὸ κλόρε τῆς βιόλας, ὅπου τὴν λέγουν φράγκικα βιόλα τζότα· ἔναι καθαρὰ καὶ ἔλλαμπρη ὡσὰν τὸ σαφείριν· καὶ ἔχει τίτοιαν βερτοῦδε· ὅπου τὴν βαστάζει ἀπάνου του οὐδὲν μεθύει ποτέ. Καντζεοτονή. Ἔναι πέτρα ἀβεγάδη εἰς πολὺ κλόρε, καὶ πολλὲς κοντετζιόνες, καὶ δέ το εἰς τὸ λίμα, ὡσὰν τὸ σαφεριν· καὶ ἔχει τοῖαν βερτοῦδεν· καὶ χαρίζει πλουσιότητες, καὶ πληθύνει τὰ καλά, καὶ δίδει μεγάλην καλοθέλιαν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους· καὶ θεωρεῖ ἀληθινὰ ὄνειρα ὅπου τὴν βαστάζει. Ἡ κιοτεγάτρα. Ἔναι πλέα ἄσπρον παρὰ πράσινον καὶ λάμπει καὶ δέ το εἰς τὸ λίμαν, ὡσὰν τὸ σαφείρι· καὶ ἔναι καλὸν ( f. 342 v. ) εἰς τὴν ἐγγαστρωμένην, ὁδιατὶ βαστόντ 〈ας το〉, οὐδὲν γεννᾶται τὸ παιδίν, ἕως οὗ νὰ ἔλθῃ ὁ καιρός του, ἤγουν τῶν θ’ μηνῶν.