<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Δημόκριτος Ἱπποκράτει εὖ πράττειν.</p><p>Ἐπῆλθες ἡμῖν ὡς μεμηνόσιν, ὦ Ἱππόκρατες, ἐλλέβορον δώσων, <lb/>πεισθεὶς
                        ἀνοήτοις ἀνδράσι, παρ’ οἷσιν ὁ πόνος τῆς ἀρετῆς μανίη <lb/>κρίνεται.
                        Ἐτυγχάνομεν δὲ περὶ κόσμου διαθέσιος καὶ πολογραφίης, <lb/>ἔτι τε ἄστρων
                        οὐρανίων ξυγγράφοντες. Γνοὺς δὲ τὴν ἐπὶ τούτοις <lb/>φύσιν, ὡς ἀκεραίως
                        κάρτα εἴη ἐπιδεδημιουργημένα καὶ ὡς τῆλου <lb/>μανίης καὶ παραφρονήσιος
                        καθεστήκοι, ἐμοῖο μὲν φύσιν ἐπῄνεσας, <lb/>ἀπηνέας δὲ καὶ μεμηνότας κείνους
                        ἔκρινας. Ὁκόσα γὰρ ἰνδαλμοῖσι <lb/>διαλλάττοντα ἀνὰ τὸν ἠέρα πλάζει ἡμέας, ἃ
                        δὴ κόσμῳ ξυνεώραται <pb n="382"/> καὶ ἀμειψιρυσμέοντα τέτευχε, ταῦτα· νόος
                        ἐμὸς φύσιν ἐρευνήσας <lb/>ἀτρεκέως ἐς φάος ἤγαγεν· μάρτυρες δὲ τουτέων
                        βίβλοί ὑπ’ ἐμοῖο <lb/>γραφεῖσαι. Χρὴ οὖν καὶ σὲ, ὦ Ἱππόκρατες, μὴ
                        τοιουτοτρόποισιν <lb/>ἀνδράσιν ξυνέρχεσθαι καὶ ξυνομιλέειν, ὧν νόος
                        ἀκρόπλοος καὶ ἀβέβαιος <lb/>καθέστηκεν. Εἴ γάρ τοι πεισθεὶς ὡς μεμηνότα με
                        επότισας ἐν <lb/>ἐλλεβόρῳ, ἡ πινυτὴ μανίη ἂν ἐγεγόνει, καὶ σέο τέχνην ἂν
                        κατεμέμψαντο, <lb/>ὡς παραιτίην παρακοπῆς γεγενημένην· ἐλλέβορος γὰρ
                        ὑγιαίνουσι. <lb/>μὲν δοθεὶς ἐπισκοτεῖ διάνοιαν, μεμηνόσι δὲ κάρτα ὠφελέειν
                        <lb/>εἴωθεν. Γνῶθι γὰρ εἰ μὴ κατειλήφεις με γράφοντα, ἀνακείμενον δὲ <lb/>ἢ
                        σχέδην περιπατεῦντα καὶ προσομιλεῦντα ἐμαυτῷ, ὁτὲ μὲν <lb/>δυσχεραίνοντα,
                        ὁτὲ δὲ μειδιῶντα ἐπὶ τοῖσιν ἐννοουμένοισιν ὑπ’ ἐμοῖο, <lb/>καὶ τοῖσι μὲν
                        προσομιλέουσι τῶν γνωρίμων οὐ προσέχοντα, ἐφιστάντα <lb/>δὲ τὴν διάνοιαν καὶ
                        σκεπτόμενον ἐκπάγλως, ᾠήθης ἂν Δημόκριτον, <lb/>κατά γε ὄψιος κρίσιν ἐκ τῶν
                        ὁρεομένων; μανίης εἰκόνι ἐοικέναι. <lb/>Χρὴ οὖν τὸν ἰητρὸν μὴ μοῦνον ὄψει τὰ
                        πάθεα κρίνειν, ἀλλὰ <lb/>καὶ πρήγματι τούς τε ῥυθμοὺς ἀνακρίνειν ὡς
                        ἐπιτοπλεῖστον, καὶ <lb/>πότερον ἄρχοιτο τὸ πάθος ἤ μεσάζοι ἢ λήγοι, καὶ
                        διαφορὴν καὶ ὥρην <lb/>καὶ ἡλικίην παρατηροῦντα ἰητρεύειν τὸ πάθος
                        οὐλομελίην τε τοῦ <pb n="384"/> σκήνεος· ἐκ γὰρ τουτέων ἁπάντων εὐχερῶς τὴν
                        νοῦσον εὑρήσεις. <lb/>Ἀπέσταλκα δέ σοι τὸν περὶ μανίης λόγον. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁ περὶ μανίης λόγος.</p><p>Μαινόμεθα, ὡς ἔφην ἐν τῷ περὶ ἱερῆς νούσου, ὑπὸ ὑγρότητος <lb/>τοῦ ἐγκεφάλου,
                        ἐν ᾧ ἐστὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα. Ὅταν ὑγρότερος τῆς <lb/>φύσιος ᾖ, ἀνάγκη
                        κινεῖσθαι, κινουμένου δὲ μήτε τὴν ὄψιν ἀτρεμίζειν <lb/>μήτε τὴν ἀκοὴν. ἀλλὰ
                        ἄλλοτε ἀλλοῖα ὁρᾷν τε καὶ ἀκούειν, τήν <lb/>τε γλῶσσαν τοιαῦτα διαλέγεσθαι,
                        οἷα ἂν βλέπῃ τε καὶ ἀκούῃ ἑκάστοτε· <lb/>ὅσον δὲ ἂν ἀτρεμίσῃ ὁ ἐγκέφαλος,
                        τοσοῦτον καὶ φρονεῖ χρόνον <lb/>ὁ ἄνθρωπος. Γίνεται δὲ ἡ διαφθορὰ τοῦ
                        ἐγκεφάλου ὑπὸ φλέγματος <lb/>καὶ χολῆς, γνώσῃ δὲ έκάτερα ὧδε· οἱ μὲν γὰρ ὑπὸ
                        φλέγματος <lb/>μαινόμενοι ἥσυχοί τέ εἰσι καὶ οὐ βοηταὶ οὐδὲ θορυβώδεες· οἱ
                        δὲ <lb/>ὑπὸ χολῆς, πλῆκται καὶ κακοῦργοι καὶ οὐκ ἠρεμαῖοι. Ἢν μὲν ξυνεχῶς
                        <lb/>μαίνωνται, αὗται αἱ προφάσιες εἰσίν· ἢν δὲ δείματα καὶ φόβοι, <lb/>ὑπὸ
                        μεταστάσιος γίνεται τοῦ ἐγκεφάλου θερμαινομένου ὑπὸ χολῆς <lb/>ὁρμώσης ἐπ’
                        αὐτὸν κατὰ τὰς φλέβας τὰς αἱματίτιδας· ὅταν δὲ ἀπέλθῃ <lb/>ἡ χολὴ πάλιν ἐς
                        τὰς φλέβας καὶ τὸ σῶμα, πέπαυται. Ἀνιῆται δὲ <lb/>καὶ ἀσῆται καὶ ἐπιλήθεται,
                        παρὰ καιρὸν ψυχομένου τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ὑπὸ φλέγματος καὶ ξυνισταμένου παρὰ
                        τὸ ἔθος. Ὅταν δὲ ἐξαπίνης <lb/>ὁ ἐγκέφαλος διαθερμαίνηται ὑπὸ χολῆς κατὰ τὰς
                        φλέβας τὰς εἰρημένας, <lb/>ἐπιζέσαντος τοῦ αἵματος, ἐνύπνια ὁρεῦσι φοβερὰ,
                        καὶ ὡς <lb/>ἐγρηγορότος τὸ πρόσωπον φλογιᾷ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ ἐρυθραίνονται,
                        <lb/>καὶ ἡ γνώμη ἐπινοεῖ τι κακόν ἐργάζεσθαι· τοῦτο καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ <pb n="386"/> πάσχει· ὅταν δὲ τὸ αἷμα σκεδασθῇ πάλιν ἐς τὰς φλέβας,
                        πέπαυται. <lb/>Ἐν δὲ τῷ πέμπτῳ τῶν ἐπιδημιῶν ἱστόρησα ὡς ἐγίνετο ἀφωνίη,
                        <lb/>ἄγνοια, παραληρήσεις συχναὶ καὶ ὑποστροφαί· ἡ δὲ γλῶσσα σκληρὴ,
                        <lb/>καὶ εἰ μὴ διακλύσαιτο, λαλεῖν οὐχ οἷός τε ἦν, καὶ σφόδρα πικρὴ <lb/>τὰ
                        πολλά· φλεβοτομίη ἔλυσεν, ὑδροποσίη, μελίκρητον, ἐλλεβόρων <lb/>πόσιες·
                        οὗτος ὀλίγον ἐπιζήσας χρόνον ἐτελεύτησεν. Ἄλλος ἦν δν, <lb/>ὅτε εἰς ποτὸν
                        ὁρμῴη, φόβος τῆς αὐλητρίδος ἐλάμβανεν, εἰ ἀκούσειεν <lb/>αὐλούσης, ἡμέρης δὲ
                        ἀκούων οὐδὲν ἔπασχεν. </p></div></div></body></text></TEI>