<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἱπποκράτης Διονυσίῳ χαίρειν.</p><p>Ἢ περίμεινόν με ἐν Ἁλικαρνασσῷ, ἢ φθάσον αὐτὸς ἐλθεῖν, <lb/>ὦ ἑταῖρε· κατὰ
                        πᾶσαν γὰρ ἀνάγκην ἀπιτέον εἰς Ἄβδηράν μοι Δημοκρίτεω <pb n="334"/> χάριν,
                        ἐφ’ ὃν νοσέοντα μετεπέμψατό με ἡ πόλις. Ἄλεκτος <lb/>γάρ τις ἡ συμπαθείη τῶν
                        ἀνθρώπων, Διονύσιε· ὡς μία ψυχὴ ξυννοσέει <lb/>τῷ πολίτῃ· ὥστε μοι δοκέουσι
                        καὶ αὐτοὶ θεραπείης δέεσθαι. <lb/>Ἐγὼ δὲ οἶμαι οὐδὲ νοῦσον αὐτὴν εἶναι, ἀλλ’
                        ἀμετρίην παιδείης, οὐκ <lb/>οὖσάν γε τῷ ὄντι ἀμετρίην, ἀλλὰ νομιζομένην
                        τοῖσιν ἰδιώτῃσιν, ἐπεὶ <lb/>οὐδέποτε βλαβερὸν τῆς ἀρετῆς τὸ ἄμετρον. Δόξα δὲ
                        νούσου γίνεται τὸ <lb/>ὑπερβάλλον διὰ τὴν τῶν κρινόντων ἀπαιδευσίην·
                        δοκιμάζει δὲ ἕκαστος <lb/>ἐξ ὧν αὐτὸς οὐκ ἔχει, τὸ ἐν ἄλλῳ πλεονάζον
                        περισσεύειν· ὥς που <lb/>καὶ ὁ δειλὸς ἀμετρίην τὴν ἀνδρείην ὑπείληφε, καὶ ὁ
                        φιλάργυρος τὴν <lb/>μεγαλοψυχίην, καὶ πᾶσα ἔλλειψις ὑπερβάλλειν δοκέει τὸ
                        ἀρετῆς ξύμμετρον. <lb/>Ἐκεῖνον μὲν οὖν αὐτὸν ἰδόντες μετὰ τῆς ἐνθένδε
                        προγνώσιος, <lb/>καὶ ἀκούσαντες τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄμεινον εἰσόμεθα. Σὺ δὲ
                        ἔπειξον, <lb/>ὦ Διονύσιε, αὐτὸς παραγενέσθαι· βούλομαι γὰρ ἐνδιατρῖψαί σε
                        <lb/>τῇ πατρίδι μου, μέχρις ἂν ἐπανέλθω, ὅκως τῶν ἡμετέρων φροντιεῖς
                        <lb/>καὶ πρῶτον ἡμέων τῆς πόλιος· ἐπειδὴ οὐκ οἶδ’ ὅκως ἐκ συντυχίης
                        <lb/>ὑγιεινὸν τὸ ἔτος ἐστὶ καὶ τὴν ἀρχαίην φύσιν ἔχον· ὥστε οὐδὲ πολλαὶ
                        <lb/>παρενοχλήσουσι νοῦσοι· πλὴν ὅμως πάριθι. Οἰκήσεις δὲ τὴν ἐμὴν
                        <lb/>οἰκίην ὑπερευκαιρέουσαν, ἅτε καὶ τοῦ γυναίου μένοντος πρὸς τοῦς
                        <lb/>γονέας διὰ τὴν ἐμὴν ἐκδημίην. Ἐπισκόπει δὲ ὅμως καὶ τὰ ἐκεινης,
                        <lb/>ὅκως διάγῃ σωφρόνως καὶ μὴ τῇ τοῦ ἀνδρὸς ἀπουσίῃ ἄλλους <lb/>ἄνδρας
                        νομίσῃ· κόσμιον μὲν γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἦν, καὶ γονέας ἀστείους <lb/>εἶχεν, τὸν δὲ
                        πατέρα ἐκτόπως ἀνδρικόν τε καὶ μάλα μισοπόνηρον <pb n="336"/> ὑπερφυῷς
                        γερόντιον. Ἀλλ’ ὅμως αἰεὶ χρῄζει γυνὴ σωφρονίζοντος, <lb/>ἔχει γὰρ φύσει τὸ
                        ἀκόλαστον ἐν ἑωυτέῃ, ὅπερ, εἰ μὴ καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐπικόπτοιτο, ὡς τὰ δένδρα
                        καθυλομανέει. Ἐγὼ δὲ φίλον οἴομαι <lb/>ἀκριβέστερον γονέων ἐς φυλακὴν
                        γυναικός· οὐ γὰρ ὡς ἐκείνοισι καὶ <lb/>τουτέῳ ξυνοικέει πάθος εὐνοίης, δι’
                        οὗ πολλάκις ἐπισκιάζονται τὴν <lb/>νουθεσίην· φρονιμώτερον δὲ ἐν παντὶ τὸ
                        ἀπαθέστερον, ἅτε μὴ ἐπικλώμενον <lb/>ὑπ’ εὐνοίης. Ἔῤῥωσο. </p></div></div></body></text></TEI>