<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἱπποκράτης Φιλοποίμενι χαίρειν.</p><p>Οἱ τὴν τῆς πόλιος ἐπιστολὴν ἀποδόντες μοι πρέσβεις καὶ τεὴν <lb/>ἀπέδοσαν,
                        ἥσθην τε κάρτα καὶ ξενίην ὑπισχνεομένου σέο καὶ τὴν <lb/>ἑτέρην διαίτην.
                        Ἔλθοιμεν δ’ ἂν αἰσίῃ τύχῃ, καὶ ἀφιξόμεθα ὡς <lb/>ὑπολαμβάνομεν χρηστοτέρῃσιν
                        ἐλπίσιν [ἢ] ὡς ἐν τῇ γραφῇ παραδεδήλωται, <lb/>οὐ μανίην ἀλλὰ ψυχῆς τινὰ
                        ῥῶσιν ὑπερβάλλουσαν διασαφηνέοντος <lb/>τοῦ ἀνδρὸς, μήτε παίδων μήτε
                        γυναικὸς μήτε ξυγγενέων <lb/>μήτε οὐσίης μήτε τινὸς ὅλως ἐν φροντίδι ἐόντος,
                        ἡμέρην δὲ καὶ εὐφρόνην <lb/>πρὸς ἑωυτῷ καθεστεῶτος καὶ ἰδιάζοντος, τὰ μὲν
                        πολλὰ ἐν <lb/>ἄντροισι καὶ ἐρημίῃσιν ἢ ἐν ὑποσκιάσεσι δενδρέων, ἢ ἐν
                        μαλθακῇσι <lb/>ποίῃσιν, ἢ παρὰ συχνοῖσιν ὑδάτων ῥείθροισιν. Συμβαίνει μὲν
                        <lb/>οὖν τὰ πολλὰ τοῖσι μελαγχολῶσι τὰ τοιαῦτα· σιγηροί τε γὰρ <lb/>ἐνίοτε
                        εἰσὶ καὶ μονήρεες, καὶ φιλέρημοι τυγχάνουσιν· ἀπανθρωπέονταί <lb/>τε
                        ξύμφυλον ὄψιν ἀλλοτρίην νομίζοντες· οὐκ ἀπεοικὸς δὲ <lb/>καὶ τοῖσι περὶ
                        παιδείην ἐσπουδακόσι τὰς ἄλλας φροντίδας ὑπὸ μιῆς <lb/>τῆς ἐν σοφίῃ
                        διαθέσιος σεσοβῆσθαι. Ὥσπερ γὰρ δμῶές τε καὶ <lb/>δμωΐδες ἐν τῇσιν οἰκίῃσι
                        θορυβέοντες καὶ στασιάζοντες, ὁκόταν ἐξαπιναίως <lb/>αὐτοῖσιν ἡ δέσποινα
                        ἐπιστῇ, πτοηθέντες ἀφησυχάζουσι, <lb/>παραπλησίως καὶ αἱ λοιπαὶ κατὰ ψυχὴν
                        ἐπιθυμίαι ἀνθρώποισι κακῶν <lb/>ὑπηρέτιδες· ἐπὴν δὲ σοφίης ὄψις ἑωυτέην
                        ἐπιστήσῃ, ὡς δοῦλα τὰ <lb/>λοιπὰ πάθεα ἐκκεχώρηκεν. Ποθέουσι δ’ ἄντρα καὶ
                        ἡσυχίην οὐ πάντως <pb n="332"/> οἱ μανέντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τῶν ἀνθρωπίνων
                        πρηγμάτων ὑπερφρονήσαντες <lb/>ἀταραξίης ἐπιθυμίῃ· ὁκόταν γὰρ ὁ νοῦς ὑπὸ τῶν
                        ἔξω <lb/>φροντίδων κοπτόμενος ἀναπαῦσαι θελήσῃ τὸ σῶμα, τότε ταχέως ἐς
                        <lb/>ἡσυχίην μετήλλαξεν, εἶτα ἀναστὰς ὄρθριος ἐν ἑωυτῷ περιεσκόπει
                        <lb/>κύκλῳ χωρίον ἀληθείης, ἐν ᾧ οὐ πατὴρ, οὐ μήτηρ, οὐ γυνὴ, οὐ τέκνα,
                        <lb/>οὐ κασίγνητος, οὐ ξυγγενέες, οὐ δμῶες, οὐ τύχη, οὐχ ὅλως οὐδὲν <lb/>τῶν
                        θόρυβον ἐμποιησάντων· πάντα δ’ ἀποκεκλεισμένα τὰ ταράσσοντα <lb/>ἕστηκεν ὑπὸ
                        φόβου, οὐδὲ πλησιάσαι τολμέοντα ὑπ’ εὐλαβείης τῶν <lb/>αὐτόθι ἐνοικεόντων·
                        οἰκέουσι δὲ τὸ χωρίον ἐκεῖνο καὶ τέχναι καὶ <lb/>ἀρεταὶ παντοῖαι καὶ θεοὶ
                        καὶ δαίμονες καὶ βουλαὶ καὶ γνῶμαι. Καὶ <lb/>ὁ μέγας πόλος ἐν ἐκείνῳ τῷ
                        χωρίῳ τοὺς πολυκινήτους ἀστέρας κατέστεπται, <lb/>εἰς ὃ τάχα καὶ Δημόκριτος
                        ὑπὸ σοφίης μετῴκισται· εἶτ’ <lb/>οὐκ ἔτι ὁρέων τοὺς ἐν τῇ πόλει, ἅτε τηλοῦ
                        ἐκδεδημηκὼς, δοξάζεται <lb/>μανίης νοῦσον διὰ τὸ φιλέρημον· σπεύδουσι δὲ
                        Ἀβδηρῖται ἀργυρίου <lb/>ἐξελεγχθῆναι, ὅτι οὐ ξυνιᾶσι Δημόκριτον. Ἀλλὰ σύ γε
                        ἡμῖν κατάρτυε <lb/>τὴν ξενίην, ὦ ἑταῖρε Φιλοποίμην· οὐ γὰρ ἐθέλω τεταραγμένῃ
                        τῇ <lb/>πόλι παρασχεῖν ὄχλησιν, ἐκ παλαιοῦ ἴδιον ἔχων ξένον σε, ὡς οἶσθα.
                        <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἱπποκράτης Διονυσίῳ χαίρειν.</p><p>Ἢ περίμεινόν με ἐν Ἁλικαρνασσῷ, ἢ φθάσον αὐτὸς ἐλθεῖν, <lb/>ὦ ἑταῖρε· κατὰ
                        πᾶσαν γὰρ ἀνάγκην ἀπιτέον εἰς Ἄβδηράν μοι Δημοκρίτεω <pb n="334"/> χάριν,
                        ἐφ’ ὃν νοσέοντα μετεπέμψατό με ἡ πόλις. Ἄλεκτος <lb/>γάρ τις ἡ συμπαθείη τῶν
                        ἀνθρώπων, Διονύσιε· ὡς μία ψυχὴ ξυννοσέει <lb/>τῷ πολίτῃ· ὥστε μοι δοκέουσι
                        καὶ αὐτοὶ θεραπείης δέεσθαι. <lb/>Ἐγὼ δὲ οἶμαι οὐδὲ νοῦσον αὐτὴν εἶναι, ἀλλ’
                        ἀμετρίην παιδείης, οὐκ <lb/>οὖσάν γε τῷ ὄντι ἀμετρίην, ἀλλὰ νομιζομένην
                        τοῖσιν ἰδιώτῃσιν, ἐπεὶ <lb/>οὐδέποτε βλαβερὸν τῆς ἀρετῆς τὸ ἄμετρον. Δόξα δὲ
                        νούσου γίνεται τὸ <lb/>ὑπερβάλλον διὰ τὴν τῶν κρινόντων ἀπαιδευσίην·
                        δοκιμάζει δὲ ἕκαστος <lb/>ἐξ ὧν αὐτὸς οὐκ ἔχει, τὸ ἐν ἄλλῳ πλεονάζον
                        περισσεύειν· ὥς που <lb/>καὶ ὁ δειλὸς ἀμετρίην τὴν ἀνδρείην ὑπείληφε, καὶ ὁ
                        φιλάργυρος τὴν <lb/>μεγαλοψυχίην, καὶ πᾶσα ἔλλειψις ὑπερβάλλειν δοκέει τὸ
                        ἀρετῆς ξύμμετρον. <lb/>Ἐκεῖνον μὲν οὖν αὐτὸν ἰδόντες μετὰ τῆς ἐνθένδε
                        προγνώσιος, <lb/>καὶ ἀκούσαντες τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄμεινον εἰσόμεθα. Σὺ δὲ
                        ἔπειξον, <lb/>ὦ Διονύσιε, αὐτὸς παραγενέσθαι· βούλομαι γὰρ ἐνδιατρῖψαί σε
                        <lb/>τῇ πατρίδι μου, μέχρις ἂν ἐπανέλθω, ὅκως τῶν ἡμετέρων φροντιεῖς
                        <lb/>καὶ πρῶτον ἡμέων τῆς πόλιος· ἐπειδὴ οὐκ οἶδ’ ὅκως ἐκ συντυχίης
                        <lb/>ὑγιεινὸν τὸ ἔτος ἐστὶ καὶ τὴν ἀρχαίην φύσιν ἔχον· ὥστε οὐδὲ πολλαὶ
                        <lb/>παρενοχλήσουσι νοῦσοι· πλὴν ὅμως πάριθι. Οἰκήσεις δὲ τὴν ἐμὴν
                        <lb/>οἰκίην ὑπερευκαιρέουσαν, ἅτε καὶ τοῦ γυναίου μένοντος πρὸς τοῦς
                        <lb/>γονέας διὰ τὴν ἐμὴν ἐκδημίην. Ἐπισκόπει δὲ ὅμως καὶ τὰ ἐκεινης,
                        <lb/>ὅκως διάγῃ σωφρόνως καὶ μὴ τῇ τοῦ ἀνδρὸς ἀπουσίῃ ἄλλους <lb/>ἄνδρας
                        νομίσῃ· κόσμιον μὲν γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἦν, καὶ γονέας ἀστείους <lb/>εἶχεν, τὸν δὲ
                        πατέρα ἐκτόπως ἀνδρικόν τε καὶ μάλα μισοπόνηρον <pb n="336"/> ὑπερφυῷς
                        γερόντιον. Ἀλλ’ ὅμως αἰεὶ χρῄζει γυνὴ σωφρονίζοντος, <lb/>ἔχει γὰρ φύσει τὸ
                        ἀκόλαστον ἐν ἑωυτέῃ, ὅπερ, εἰ μὴ καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐπικόπτοιτο, ὡς τὰ δένδρα
                        καθυλομανέει. Ἐγὼ δὲ φίλον οἴομαι <lb/>ἀκριβέστερον γονέων ἐς φυλακὴν
                        γυναικός· οὐ γὰρ ὡς ἐκείνοισι καὶ <lb/>τουτέῳ ξυνοικέει πάθος εὐνοίης, δι’
                        οὗ πολλάκις ἐπισκιάζονται τὴν <lb/>νουθεσίην· φρονιμώτερον δὲ ἐν παντὶ τὸ
                        ἀπαθέστερον, ἅτε μὴ ἐπικλώμενον <lb/>ὑπ’ εὐνοίης. Ἔῤῥωσο. </p></div></div></body></text></TEI>