<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg055.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἱπποκράτης Ἀβδηριτῶν τῇ βουλῇ καὶ τῷ δήμῳ χαίρειν.</p><p>Ὁ πολίτης ὑμέων Ἀμελησαγόρης ἦλθεν ἐς Κῶ, καὶ ἔτυχε τότ’ <pb n="326"/> ἐοῦσα
                        τῆς ῥάβδου ἡ ἀνάληψις ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρῃ καὶ ἐτήσιος ἑορτὴ, <lb/>ὡς ἴστε,
                        πανήγυρις ἡμῖν καὶ πομπὴ πολυτελὴς ἐς κυπάρισσον, ἣν <lb/>ἔθος ἀνάγειν τοῖς
                        τῷ θεῷ προσήκουσιν. Ἐπεὶ δὲ σπουδάζειν ἐῴκει <lb/>καὶ ἐκ τῶν λόγων καὶ ἐκ
                        τῆς πρσσόψιος ὃ Ἀμελησαγόρης, πεισθεὶς, <lb/>ὅπερ ἦν, ἐπείγειν τὸ πρῆγμα,
                        ἀνέγνων τε ὑμέων τὴν ἐπιστολὴν, <lb/>καὶ ἐθαύμασά ὅτε περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου ὡς
                        εἷς ἄνθρωπος ἡ πόλις <lb/>θορυβεῖσθε. Μακάριοί γε δῆμοι ὁκόσοι ἴσασι τοὺς
                        ἀγαθοὺς ἄνδρας <lb/>ἐρύματα ἑωυτῶν, καὶ οὐ τοὺς πύργους οὐδὲ τὰ τείχεα, ἀλλὰ
                        σοφῶν <lb/>ἀνδρῶν σοφὰς γνώμας. Ἐγὼ δὲ πειθόμενος τέχνας μὲν εἶναι θεῶν
                        <lb/>χάριτας, ἀνθρώπους δὲ ἔργα φύσιος, καὶ μὴ νεμεσήσητε, ἄνδρες
                        <lb/>Ἀβδηρῖται, οὐχ ὑμᾶς δοκέω, ἀλλὰ φύσιν αὐτὴν καλέειν με ἀνασώσασθαι
                        <lb/>ποίημα ἑωυτῆς, κινδυνεῦον ὑπὸ νόσου διαπεσεῖν. Ὥστε πρὸ <lb/>ὑμέων ἐγὼ
                        νῦν φύσει καὶ θεοῖς ὑπακούων σπεύδω νοσέοντα Δημόκριτον <lb/>ἰήσασθαι, εἴπερ
                        δὴ καὶ τοῦτο νοῦσος ἐστὶν, ἀλλὰ μὴ ἀπάτῃ <lb/>συσκιάζεσθε, ὅπερ εὔχομαι· καὶ
                        γένοιτο πλέον τῆς ἐν ὑμῖν εὐνοίας τεκμήριον <lb/>καὶ πρὸς ὑπόνοιαν
                        ταραχθῆναι. Ἀργύριον δὲ μοι ἐρχομένῳ <lb/>οὔτ’ ἂν φύσις οὔτ’ ἂν θεὸς
                        ὑπόσχοιτο, ὥστε μηδ’ ὑμεῖς, ἀνέρες Ἀβδηρῖται, <lb/>βιάζεσθε, ἀλλ’ ἐᾶτε
                        ἐλευθέρης τέχνης ἐλεύθερα καὶ τὰ ἔργα. <lb/>Οἱ δὲ μισθαρνεῦντες δουλεύειν
                        ἀναγκάζουσι τὰς ἐπιστήμας, ὥσπερ <lb/>ἐξανδραποδίζοντες αὐτὰς ἐκ τῆς
                        προτέρης παῤῥησίης· εἶθ’ ὡς εἰκὸς <lb/>καὶ ψεύσαιντο ἂν ὡς περὶ μεγάλης
                        νούσου, καὶ ἀρνηθεῖεν ἂν ὡς περὶ <pb n="328"/> σμικρῆς, καὶ οὐκ ἂν ἔλθοιεν
                        ὑποσχόμενοι, καὶ πάλιν ἔλθοιεν μὴ <lb/>κληθέντες. Οἰκτρός γε ὁ τῶν ἀνθρώπων
                        βίος, ὅτι δι’ ὅλου αὐτοῦ ὡς <lb/>πνεῦμα χειμέριον ἡ ἀφόρητος φιλαργυρίη
                        διαδέδυκεν, ἐφ’ ἣν εἴθε <lb/>μᾶλλον ἄπαντες ἰητροὶ ξυνῄεσαν ἐλθόντες
                        ἀποθεραπεῦσαι χαλεπωτέρην <lb/>μανίης νοῦσον, ὅτι καὶ μακαρίζεται νοῦσος
                        ἐοῦσα καὶ κακοῦσα. <lb/>Οἶμαι δὲ ἔγωγε καὶ τὰ τῆς ψυχῆς νουσήματα πάντα
                        μανίας εἶναι <lb/>σφοδρὰς ἐμποιούσας δόξας τινὰς καὶ φαντασίας τῷ λογισμῷ,
                        ὧν ὁ <lb/>δι’ ἀρετῆς ἀποκαθαρθεὶς ὑγιάζεται. Ἐγὼ δὲ εἰ πλουτέειν ἐξ ἅπαντος
                        <lb/>ἐβουλόμην, ὦ ἄνδρες Ἀβδηρῖται, οὐκ ἂν εἵνεκα δέκα ταλάντων διέβαινον
                        <lb/>πρὸς ὑμέας, ἀλλ’ ἐπὶ τὸν μέγαν ἂν ἠρχόμην Περσέων βασιλέα, <lb/>ἔνθα
                        πόλιες ὅλαι προσῄεσαν τῆς ἐξ ἀνθρώπων εὐδαιμονίης <lb/>γεγεμισμέναι· ἰῴμην
                        δ’ ἂν τὸν ἐκεῖ λοιμὸν ἀνιὼν, ἀλλ’ ἀπηρνησάμην <lb/>ἐχθρὴν Ἑλλάδι χώρην
                        ἐλευθερῶσαι κακῆς νούσου, κᾀγὼ τό <lb/>γε ἐπ’ ἐμοὶ καταναυμαχῶν τοὺς
                        βαρβάρους· εἶχον δ’ ἂν αἰσχύνην <lb/>τὸν παρὰ βασιλέως πλοῦτον καὶ πατρίδος
                        ἐχθρὴν περιουσίην, περιεκείμην <lb/>δ’ ἂν αὐτὰ, ὡς ἑλέπολις τῆς Ἑλλάδος
                        ὑπάρχων. Οὐκ ἔστι <lb/>πλοῦτος τὸ πανταχόθεν χρηματίζεσθαι· μεγάλα γὰρ ἱερὰ
                        τῆς ἀρετῆς <lb/>ἐστὶν ὑπὸ δικαιοσύνης οὐ κρυπτόμενα, ἀλλ’ ἐμφανέα ἐόντα· ἢ
                        οὐκ <lb/>οἴεσθε ἴσον ἁμάρτημα εἶναι σώζειν πολεμίους καὶ φίλους ἰᾶσθαι
                        <lb/>μισθοῦ; ἀλλ’ οὐχ ὧδε ἔχει τὰ ἡμέτερα, ὦ δῆμε, οὐ καρποῦμαι νούσους,
                        <lb/>οὐδὲ δι’ εὐχῆς ἤκουσα τὴν Δημοκρίτεω παράκρουσιν, ὃς, εἴτε
                        <lb/>ὑγιαίνει, φίλος ἔσται, εἴτε νοσέει, θεραπευθεὶς, πλέον ὑπάρξει.
                        Πυνθάνομαι <pb n="330"/> δὲ αὐτὸν ἐμβριθέα καὶ στεῤῥὸν τὰ ἤθεα, καὶ τῆς
                        ὑμετέρης <lb/>πόλιος ἐόντα κόσμον. Ἔῤῥωσθε. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἱπποκράτης Φιλοποίμενι χαίρειν.</p><p>Οἱ τὴν τῆς πόλιος ἐπιστολὴν ἀποδόντες μοι πρέσβεις καὶ τεὴν <lb/>ἀπέδοσαν,
                        ἥσθην τε κάρτα καὶ ξενίην ὑπισχνεομένου σέο καὶ τὴν <lb/>ἑτέρην διαίτην.
                        Ἔλθοιμεν δ’ ἂν αἰσίῃ τύχῃ, καὶ ἀφιξόμεθα ὡς <lb/>ὑπολαμβάνομεν χρηστοτέρῃσιν
                        ἐλπίσιν [ἢ] ὡς ἐν τῇ γραφῇ παραδεδήλωται, <lb/>οὐ μανίην ἀλλὰ ψυχῆς τινὰ
                        ῥῶσιν ὑπερβάλλουσαν διασαφηνέοντος <lb/>τοῦ ἀνδρὸς, μήτε παίδων μήτε
                        γυναικὸς μήτε ξυγγενέων <lb/>μήτε οὐσίης μήτε τινὸς ὅλως ἐν φροντίδι ἐόντος,
                        ἡμέρην δὲ καὶ εὐφρόνην <lb/>πρὸς ἑωυτῷ καθεστεῶτος καὶ ἰδιάζοντος, τὰ μὲν
                        πολλὰ ἐν <lb/>ἄντροισι καὶ ἐρημίῃσιν ἢ ἐν ὑποσκιάσεσι δενδρέων, ἢ ἐν
                        μαλθακῇσι <lb/>ποίῃσιν, ἢ παρὰ συχνοῖσιν ὑδάτων ῥείθροισιν. Συμβαίνει μὲν
                        <lb/>οὖν τὰ πολλὰ τοῖσι μελαγχολῶσι τὰ τοιαῦτα· σιγηροί τε γὰρ <lb/>ἐνίοτε
                        εἰσὶ καὶ μονήρεες, καὶ φιλέρημοι τυγχάνουσιν· ἀπανθρωπέονταί <lb/>τε
                        ξύμφυλον ὄψιν ἀλλοτρίην νομίζοντες· οὐκ ἀπεοικὸς δὲ <lb/>καὶ τοῖσι περὶ
                        παιδείην ἐσπουδακόσι τὰς ἄλλας φροντίδας ὑπὸ μιῆς <lb/>τῆς ἐν σοφίῃ
                        διαθέσιος σεσοβῆσθαι. Ὥσπερ γὰρ δμῶές τε καὶ <lb/>δμωΐδες ἐν τῇσιν οἰκίῃσι
                        θορυβέοντες καὶ στασιάζοντες, ὁκόταν ἐξαπιναίως <lb/>αὐτοῖσιν ἡ δέσποινα
                        ἐπιστῇ, πτοηθέντες ἀφησυχάζουσι, <lb/>παραπλησίως καὶ αἱ λοιπαὶ κατὰ ψυχὴν
                        ἐπιθυμίαι ἀνθρώποισι κακῶν <lb/>ὑπηρέτιδες· ἐπὴν δὲ σοφίης ὄψις ἑωυτέην
                        ἐπιστήσῃ, ὡς δοῦλα τὰ <lb/>λοιπὰ πάθεα ἐκκεχώρηκεν. Ποθέουσι δ’ ἄντρα καὶ
                        ἡσυχίην οὐ πάντως <pb n="332"/> οἱ μανέντες, ἀλλὰ καὶ οἱ τῶν ἀνθρωπίνων
                        πρηγμάτων ὑπερφρονήσαντες <lb/>ἀταραξίης ἐπιθυμίῃ· ὁκόταν γὰρ ὁ νοῦς ὑπὸ τῶν
                        ἔξω <lb/>φροντίδων κοπτόμενος ἀναπαῦσαι θελήσῃ τὸ σῶμα, τότε ταχέως ἐς
                        <lb/>ἡσυχίην μετήλλαξεν, εἶτα ἀναστὰς ὄρθριος ἐν ἑωυτῷ περιεσκόπει
                        <lb/>κύκλῳ χωρίον ἀληθείης, ἐν ᾧ οὐ πατὴρ, οὐ μήτηρ, οὐ γυνὴ, οὐ τέκνα,
                        <lb/>οὐ κασίγνητος, οὐ ξυγγενέες, οὐ δμῶες, οὐ τύχη, οὐχ ὅλως οὐδὲν <lb/>τῶν
                        θόρυβον ἐμποιησάντων· πάντα δ’ ἀποκεκλεισμένα τὰ ταράσσοντα <lb/>ἕστηκεν ὑπὸ
                        φόβου, οὐδὲ πλησιάσαι τολμέοντα ὑπ’ εὐλαβείης τῶν <lb/>αὐτόθι ἐνοικεόντων·
                        οἰκέουσι δὲ τὸ χωρίον ἐκεῖνο καὶ τέχναι καὶ <lb/>ἀρεταὶ παντοῖαι καὶ θεοὶ
                        καὶ δαίμονες καὶ βουλαὶ καὶ γνῶμαι. Καὶ <lb/>ὁ μέγας πόλος ἐν ἐκείνῳ τῷ
                        χωρίῳ τοὺς πολυκινήτους ἀστέρας κατέστεπται, <lb/>εἰς ὃ τάχα καὶ Δημόκριτος
                        ὑπὸ σοφίης μετῴκισται· εἶτ’ <lb/>οὐκ ἔτι ὁρέων τοὺς ἐν τῇ πόλει, ἅτε τηλοῦ
                        ἐκδεδημηκὼς, δοξάζεται <lb/>μανίης νοῦσον διὰ τὸ φιλέρημον· σπεύδουσι δὲ
                        Ἀβδηρῖται ἀργυρίου <lb/>ἐξελεγχθῆναι, ὅτι οὐ ξυνιᾶσι Δημόκριτον. Ἀλλὰ σύ γε
                        ἡμῖν κατάρτυε <lb/>τὴν ξενίην, ὦ ἑταῖρε Φιλοποίμην· οὐ γὰρ ἐθέλω τεταραγμένῃ
                        τῇ <lb/>πόλι παρασχεῖν ὄχλησιν, ἐκ παλαιοῦ ἴδιον ἔχων ξένον σε, ὡς οἶσθα.
                        <lb/>Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἱπποκράτης Διονυσίῳ χαίρειν.</p><p>Ἢ περίμεινόν με ἐν Ἁλικαρνασσῷ, ἢ φθάσον αὐτὸς ἐλθεῖν, <lb/>ὦ ἑταῖρε· κατὰ
                        πᾶσαν γὰρ ἀνάγκην ἀπιτέον εἰς Ἄβδηράν μοι Δημοκρίτεω <pb n="334"/> χάριν,
                        ἐφ’ ὃν νοσέοντα μετεπέμψατό με ἡ πόλις. Ἄλεκτος <lb/>γάρ τις ἡ συμπαθείη τῶν
                        ἀνθρώπων, Διονύσιε· ὡς μία ψυχὴ ξυννοσέει <lb/>τῷ πολίτῃ· ὥστε μοι δοκέουσι
                        καὶ αὐτοὶ θεραπείης δέεσθαι. <lb/>Ἐγὼ δὲ οἶμαι οὐδὲ νοῦσον αὐτὴν εἶναι, ἀλλ’
                        ἀμετρίην παιδείης, οὐκ <lb/>οὖσάν γε τῷ ὄντι ἀμετρίην, ἀλλὰ νομιζομένην
                        τοῖσιν ἰδιώτῃσιν, ἐπεὶ <lb/>οὐδέποτε βλαβερὸν τῆς ἀρετῆς τὸ ἄμετρον. Δόξα δὲ
                        νούσου γίνεται τὸ <lb/>ὑπερβάλλον διὰ τὴν τῶν κρινόντων ἀπαιδευσίην·
                        δοκιμάζει δὲ ἕκαστος <lb/>ἐξ ὧν αὐτὸς οὐκ ἔχει, τὸ ἐν ἄλλῳ πλεονάζον
                        περισσεύειν· ὥς που <lb/>καὶ ὁ δειλὸς ἀμετρίην τὴν ἀνδρείην ὑπείληφε, καὶ ὁ
                        φιλάργυρος τὴν <lb/>μεγαλοψυχίην, καὶ πᾶσα ἔλλειψις ὑπερβάλλειν δοκέει τὸ
                        ἀρετῆς ξύμμετρον. <lb/>Ἐκεῖνον μὲν οὖν αὐτὸν ἰδόντες μετὰ τῆς ἐνθένδε
                        προγνώσιος, <lb/>καὶ ἀκούσαντες τῶν λόγων αὐτοῦ, ἄμεινον εἰσόμεθα. Σὺ δὲ
                        ἔπειξον, <lb/>ὦ Διονύσιε, αὐτὸς παραγενέσθαι· βούλομαι γὰρ ἐνδιατρῖψαί σε
                        <lb/>τῇ πατρίδι μου, μέχρις ἂν ἐπανέλθω, ὅκως τῶν ἡμετέρων φροντιεῖς
                        <lb/>καὶ πρῶτον ἡμέων τῆς πόλιος· ἐπειδὴ οὐκ οἶδ’ ὅκως ἐκ συντυχίης
                        <lb/>ὑγιεινὸν τὸ ἔτος ἐστὶ καὶ τὴν ἀρχαίην φύσιν ἔχον· ὥστε οὐδὲ πολλαὶ
                        <lb/>παρενοχλήσουσι νοῦσοι· πλὴν ὅμως πάριθι. Οἰκήσεις δὲ τὴν ἐμὴν
                        <lb/>οἰκίην ὑπερευκαιρέουσαν, ἅτε καὶ τοῦ γυναίου μένοντος πρὸς τοῦς
                        <lb/>γονέας διὰ τὴν ἐμὴν ἐκδημίην. Ἐπισκόπει δὲ ὅμως καὶ τὰ ἐκεινης,
                        <lb/>ὅκως διάγῃ σωφρόνως καὶ μὴ τῇ τοῦ ἀνδρὸς ἀπουσίῃ ἄλλους <lb/>ἄνδρας
                        νομίσῃ· κόσμιον μὲν γὰρ ἐξ ἀρχῆς ἦν, καὶ γονέας ἀστείους <lb/>εἶχεν, τὸν δὲ
                        πατέρα ἐκτόπως ἀνδρικόν τε καὶ μάλα μισοπόνηρον <pb n="336"/> ὑπερφυῷς
                        γερόντιον. Ἀλλ’ ὅμως αἰεὶ χρῄζει γυνὴ σωφρονίζοντος, <lb/>ἔχει γὰρ φύσει τὸ
                        ἀκόλαστον ἐν ἑωυτέῃ, ὅπερ, εἰ μὴ καθ’ ἡμέρην <lb/>ἐπικόπτοιτο, ὡς τὰ δένδρα
                        καθυλομανέει. Ἐγὼ δὲ φίλον οἴομαι <lb/>ἀκριβέστερον γονέων ἐς φυλακὴν
                        γυναικός· οὐ γὰρ ὡς ἐκείνοισι καὶ <lb/>τουτέῳ ξυνοικέει πάθος εὐνοίης, δι’
                        οὗ πολλάκις ἐπισκιάζονται τὴν <lb/>νουθεσίην· φρονιμώτερον δὲ ἐν παντὶ τὸ
                        ἀπαθέστερον, ἅτε μὴ ἐπικλώμενον <lb/>ὑπ’ εὐνοίης. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἱπποκράτης Δαμαγήτῳ χαίρειν.</p><p>Οἰδα παρὰ σοὶ γενόμενος ἐν Ῥόδῳ, Δαμάγητε, τὴν ναῦν ἐκείνην, <lb/>ἅλιος
                        ἐπιγραφὴ ἦν αὐτῇ, πάγκαλόν τινα καὶ εὔπρυμνον, ἱκανῶς τε <lb/>τετροπισμένην,
                        καὶ διάβασιν εἶχε πολλήν· ἐπῄνεις δὲ καὶ τὸ ναυτικὸν <lb/>αὐτῆς ὡς ὀξὺ καὶ
                        ἀσφαλὲς καὶ εὔτεχνον ὑπουργῆσαι, καὶ τοῦ <lb/>πλοῦ τὴν εὐδρομίην. Ταύτην
                        ἔκπεμψον ἡμῖν, ἀλλ’ εἰ οἷόν τε, μὴ <lb/>κώπαις, ἀλλὰ πτεροῖς ἐρετμώσας
                        αὐτὴν· ἐπείγει γὰρ τὸ πρῆγμα, φιλότης, <lb/>καὶ μάλα εἰς Ἄβδηρα διαπλεῦσαι
                        πάνυ ταχέως· βούλομαι γὰρ <lb/>νοσέουσαν ἰήσασθαι πόλιν διὰ νοσέοντα ἕνα
                        Δημόκριτον. Ἀκούεις <lb/>που τἀνδρὸς τὸ κλέος, τοῦτον ἡ πατρὶς ᾐτίηται μανίῃ
                        κεκακῶσθαι· <lb/>ἐγὼ δὲ βούλομαι, μᾶλλον δὲ εὔχομαι, μὴ ὄντως αὐτὸν
                        παρακόπτειν, <lb/>ἀλλ’ ἐκείνοισι δόξαν εἶναι. Γελῇ, φασὶν, αἰεὶ καὶ οὐ
                        παύεται γελῶν <pb n="338"/> ἐπὶ παντὶ πρήγματι, καὶ σημεῖον αὐτοῖσι μανίης
                        τοῦτο δοκέει· <lb/>ὅθεν λέγε τοῖσιν ἐν Ῥόδῳ φίλοισι μετριάζειν αἰεὶ, καὶ μὴ
                        πολλὰ <lb/>γελῇν, μηδὲ πολλὰ σκυθρωπάζειν, ἀλλὰ τουτέων ἀμφοῖν τὸ μέτριον
                        <lb/>κτήσασθαι, ἵνα τοῖς μὲν χαριέστατος εἶναι δόξειας, τοῖς δὲ φροντιστὴς
                        <lb/>περὶ ἀρετῆς μερμηρίζων. Ἔνι μέντοι τι, Δαμάγητε, κακὸν, <lb/>παρ’
                        ἕκαστον αὐτοῦ γελῶντος· εἰ γὰρ ἡ ἀμετρίη φλαῦρον, τὸ διὰ <lb/>παντὸς
                        φλαυρότερον. Καὶ εἴποιμ’ ἂν αὐτῷ· Δημόκριτε, καὶ νοσέοντος <lb/>καὶ
                        κτεινομένου καὶ τεθνεῶτος καὶ πολιορκουμένου καὶ παντὸς <lb/>ἐμπίπτοντος
                        κακοῦ, ἕκαστον τῶν πρησσομένων ὕλη σοι γέλωτος <lb/>ὑπόκειται. Οὐ θεομαχεῖς
                        δὲ, εἰ δύο ἐόντων ἐν κόσμῳ, χαρᾶς καὶ <lb/>λύπης, σὺ θάτερον αὐτῶν
                        ἐκβέβληκας; μακάριός τ’ ἂν ᾖς, ἀλλ’ <lb/>ἀδύνατον, εἰ μήτε μήτηρ σοι
                        νενόσηκε, μήτε πατὴρ, μήτε τὰ ὕστερον <lb/>τέκνα ἢ γυνὴ ἢ φίλος, ἀλλὰ διὰ
                        τὸν σὸν γέλωτα ἕνα διασώζεται <lb/>εὐτυχῶς πάντα. Ἀλλὰ νοσεόντων γελᾷς,
                        ἀποθνησκόντων χαίρεις, <lb/>εἴ τί που πύθοιο κακὸν, εὐφραίνῃ· ὡς πονηρότατος
                        εἶ, ὦ Δημόκριτε, <lb/>καὶ πόῤῥω γε σοφίης, εἰ νομίζεις αὐτὰ μηδὲ κακὰ εἶναι·
                        <lb/>μελαγχολᾷς οὖν, Δημόκριτε, κινδυνεύων καὶ αὐτὸς Ἀβδηρίτης <lb/>εἶναι,
                        φρονιμωτέρη δὲ ἡ πόλις. Ἀλλὰ περὶ μὲν δὴ τουτέων ἀκριβέστερον <lb/>ἐκεῖ
                        λέξομεν, Δαμάγητε· ἡ δὲ ναῦς καὶ τὸν χρόνον τοῦτον <lb/>ὃν ἐπιστέλλω σοι
                        χρονίζει. Ἔῤῥωσο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἱπποκράτης Φιλοποίμενι χαίρειν.</p><p>Σύννους καὶ πεφροντικὼς ὑπὲρ Δημοκρίτεω, αὐτέῃ ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ
                        <lb/>καταδαρθὼν, πρὸς ἀρχομένην τὴν ἕω ὄναρ ἐφαντάσθην· ἐξ οὗ νομίζω
                        <lb/>κάρτα μηδὲν ἐπισφαλὲς γεγενῆσθαι· ἐκπλαγὴς γὰρ διηγέρθην. <pb n="340"/>
                        Ἐδόκεον γὰρ αὐτὸν τὸν Ἀσκληπιὸν ὁρῇν, φαίνεσθαί τε αὐτόν πλησίον· <lb/>ἤδη
                        δὲ πρὸς τῇσι τῶν Ἀβδηριτέων πύλῃσιν ἐτυγχάνομεν. Ὁ <lb/>δὲ Ἀσκληπιὸς, οὐχ ὡς
                        εἰώθεσαν αὐτέου αἱ εἰκόνες, μείλιχός τε καὶ <lb/>πρᾶος ἰδέσθαι κατεφαίνετο,
                        ἀλλὰ διεγηγερμένος τῇ σχέσει καὶ ἰδέσθαι <lb/>φοβερώτερος· εἵποντο δὲ αὐτῷ
                        δράκοντες, χρῆμά τι ἑρπετῶν ὑπερφυὲς, <lb/>ἐπειγόμενοι δὲ καὶ αὐτοὶ μακρῷ τῷ
                        ἐπισύρματι, καί τι φρικῶδες <lb/>ὡς ἐν ἐρημίῃσι καὶ νάπῃσι κοίλῃσιν
                        ὑποσυρίζοντες· οἱ δὲ <lb/>κατόπιν ἑταῖροι κίστας φαρμάκων εὖ μάλα
                        περιεσφηκωμένας <lb/>ἔχοντες ᾔεσαν. Ἔπειτα ὤρεξέ μοι τὴν χεῖρα ὁ θεός· κᾀγὼ
                        λαβόμενος <lb/>ἀσμένως ἐλιπάρεον ξυνέρχεσθαι, καὶ μὴ καθυστερέειν μου τῆς
                        <lb/>θεραπείης· ὁ δὲ, οὐδέν τι, ἔφη, ἐν τῷ παρεόντι ἐμεῦ χρῄζεις, ἀλλά σε
                        <lb/>αὕτη τὰ νῦν ξεναγήσει θεὸς κοινὴ ἀθανάτων τε καὶ θνητῶν. Ἐγὼ δὲ
                        <lb/>ἐπιστραφεὶς ὁρέω γυναῖκα καλήν τε καὶ μεγάλην ἀφελὲς πεπλοκισμένην,
                        <lb/>λαμπρείμονα· διέλαμπον δ’ αὐτέης οἱ τῶν ὀμμάτων κύκλοι <lb/>καθαρόν τι
                        φῶς, οἷον ἀστέρων μαρμαρυγὰς δοκέειν. Καὶ ὁ μὲν <lb/>δαίμων ἐχωρίσθη· κείνη
                        δὲ ἡ γυνὴ πιέσασά με τοῦ καρποῦ μαλθακῇ <lb/>τινι εὐτονίῃ, διὰ τοῦ ἄστεος
                        ἦγε φιλοφρονεομένη· ὡς δὲ πλησίον <lb/>τῆς οἰκίης ἦμεν, ἵνα τὴν ξενίην
                        ἐδόκεον εὐτρεπίσθαι, ἀπῄει ὡς φάσμα, <lb/>οἶον εἰποῦσα· αὔριόν σε παρά
                        Δημοκρίτεω καταλήψομαι. Ἤδη δὲ <lb/>αὐτῆς μεταστρεφομένης, δέομαι, φημὶ,
                        ἀρίστη, τίς εἶ καὶ τίνα σε <lb/>καλέομεν; ἡ δὲ, Ἀλήθεια, ἔφη· αὕτη δὲ ἣν
                        προσιεῦσαν ὁρῇς, καὶ· <pb n="342"/> ἐξαίφνης ἑτέρη τις κατεφαίνετό μοι, οὐκ
                        ἀκαλλὴς μὲν οὐδ’ αὐτὴ, <lb/>θρασυτέρη δὲ ἰδέσθαι καὶ σεσοβημένη, Δόξα, ἔφη,
                        καλέεται· κατοικέει <lb/>δὲ παρὰ τοῖσιν Ἀβδηρίταισιν. Ἐγὼ μὲν οὖν ἀναστὰς
                        ὑπεκρινάμην <lb/>ἐμαυτῷ τὸ ὄναρ, ὅτι οὐ δέοιτο ἰητροῦ Δημόκριτος, ὅπου γε
                        <lb/>αὐτὸς ὁ θεραπεύων θεὸς ἀπέστη, ὡς οὐκ ἔχων ὕλην θεραπείης· ἀλλὰ <lb/>ἡ
                        μὲν ἀλήθεια τοῦ ὑγιαίνειν παρὰ Δημοκρίτεω μένει, ἡ δὲ τοῦ νοσέειν <lb/>αὐτὸν
                        δόξα παρὰ Ἀβδηρίταις ὄντως κατῴκηκε. Ταῦτα πιστεύω ἀληθέα <lb/>εἶναι,
                        Φιλοποίμην, καὶ ἔστι, καὶ οὐκ ἀπογινώσκω τὰ ὀνείρατα, <lb/>μάλιστα δὲ ὁκόταν
                        καὶ τάξιν διαφυλάττῃ. Ἰητρικὴ δὲ καὶ μαντικὴ <lb/>καὶ πάνυ ξυγγενέες εἰσὶν,
                        ἐπειδὴ καὶ τῶν δύο τεχνέων πατὴρ εἷς <lb/>Ἀπόλλων, ὁ καὶ πρόγονος ἡμέων,
                        ἐούσας καὶ ἐσομένας νούσους <lb/>προαγορεύων καὶ νοσέοντας καὶ νοσήσοντας
                        ἰώμενος. Ἔῤῥωσο. </p></div></div></body></text></TEI>