<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Αἱ φλέβες δὲ αἱ παχεῖαι ὧδε πεφύκασιν· ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ <lb/>παρὰ τὴν
                        ὀφρὺν, διὰ τοῦ νώτου παρὰ τὸν πλεύμονα ὑπὸ τοῦ στήθεος· <lb/>ἡ μὲν ἐκ τοῦ
                        δεξιοῦ ἐς τὸ ἀριστερὸν, ἡ δὲ ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ ἐς <lb/>τὸ δεξιόν. Ἡ μὲν οὖν
                        ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ διὰ τοῦ ἥπατος ἐς τὸν νεφρὸν <lb/>καὶ τὸν ὄρχιν, ἡ δὲ ἐκ
                        τοῦ δεξιοῦ ἐς τὸν σπλῆνα καὶ νεφρὸν καὶ <lb/>ὄρχιν· ταύτῃσι δὲ τὸ στόμα
                        αἰδοῖον. Ἀπὸ δὲ τοῦ δεξιοῦ τιτθοῦ ἐς τὸ <lb/>ἀριστερὸν ἰσχίον καὶ ἐς τὸ
                        σκέλος· καὶ ἀπὸ τοῦ ἀριστεροῦ ἐς τὰ <lb/>δεξιά. Ὁ δὲ ὀφθαλμὸς ὁ δεξιὸς ἐκ
                        τοῦ ἀριστεροῦ καὶ ὁ ὄρχις, κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκ τοῦ δεξιοῦ ὁ
                        ἀριστερός. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Αἱ παχύταται τῶν φλεβῶν πεφύκασι· τέσσαρα ζεύγεά <lb/>εἰσιν ἐν τῷ σώματι.
                        Καὶ αἱ μὲν αὐτέων ἀπὸ τῆς κεφαλῆς ὄπισθεν διὰ <lb/>τοῦ αὐχένος, ἔξωθεν παρὰ
                        τὴν ῥάχιν ἔνθεν καὶ ἔνθεν εἰς τὰ ἰσχία <lb/>ἀφικνέεται καὶ ἐς τὰ σκέλεα·
                        ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων ἐπὶ τῶν σφυρῶν <lb/>τὰ ἔξω καὶ ἐς τοὺς πόδας ἀφήκει.
                        Δεῖ οὖν τὰς φλεβοτομίας ἐπὶ <lb/>τῶν ἀλγημάτων τῶν ἐν τῷ νώτῳ καὶ ἐν τοῖσιν
                        ἰσχίοισιν ἀπὸ τῶν <lb/>ἰγνύων ποιέεσθαι καὶ ἀπὸ τῶν σφυρῶν ἔξωθεν. Αἱ δὲ
                        δεύτεραι φλέβες <lb/>ἐκ τῆς κεφαλῆς παρὰ τὰ ὦτα διὰ τοῦ αὐχένος, σφαγίτιδες
                        καλεόμεναι, <lb/>ἔσωθεν παρὰ τὴν ῥάχιν ἑκατέρωθεν φέρουσι παρὰ τὰς ψόας ἐς
                        τοὺς <lb/>ὄρχιας καὶ ἐς τοὺς μηροὺς, καὶ [διὰ] ἰγνύων ἐκ τοῦ ἔσωθεν μέρεος·
                        <lb/>ἔπειτα διὰ τῶν κνημέων ἐπὶ τὰ σφυρὰ τὰ ἔσωθεν καὶ τοὺς πόδας. <lb/>Δεῖ
                        οὖν τὰς φλεβοτομίας ποιέεσθαι πρὸς τὰς ὀδύνας τὰς ἀπὸ τῶν <lb/>ψοῶν καὶ τῶν
                        ὀρχίων, ἀπὸ τῶν ἰγνύων καὶ ἀπὸ τῶν σφυρῶν ἔσωθεν. <lb/>Αἱ δὲ τρίται φλέβες
                        ἐκ τῶν κροτάφων διὰ τοῦ αὐχένος ἐπὶ τὰς ὠμοπλάτας, <pb n="176"/> ἔπειτα
                        ξυμφέρονται ἐς τὸν πλεύμονα, καὶ ἀφικνέονται ἡ <lb/>μὲν ἀπὸ τῶν δεξιῶν ἐς τὰ
                        ἀριστερὰ ὑπὸ τὸν μαζὸν καὶ ἐς τὸν σπλῆνα <lb/>καὶ ἐς τὸν νεφρὸν, ἡ δὲ ἀπὸ
                        τῶν ἀριστερῶν ἐς τὰ δεξιὰ ἐκ τοῦ <lb/>πνεύμονος ὑπὸ τὸν μαζὸν καὶ ἐς τὸ ἧπαρ
                        καὶ ἐς τὸν νεφρόν· τελευτῶσι <lb/>δὲ ἐς τὸν ἀρχὸν αὗται ἀμφότεραι. Αἱ δὲ
                        τέταρται ἀπὸ τοῦ ἔμπροσθεν <lb/>τῆς κεφαλῆς καὶ τῶν ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὸν αὐχένα
                        καὶ ὑπὸ τὰς <lb/>κληβδας· ἔπειτα ἀπὸ τῶν βραχιόνων ἄνωθεν ὑπὸ τὰς ξυγκαμπάς·
                        <lb/>ἔπειτα διὰ τῶν πήχεων ἐς τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς δακτύλους· ἔπειτα
                        <lb/>πάλιν ἀπὸ τῶν δακτύλων διὰ τῶν στηθέων τῶν χειρῶν καὶ τῶν πήχεων
                        <lb/>ἐς τὰς ξυγκαμπάς· διὰ δὲ τῶν βραχιόνων καὶ τοῦ κάτωθεν <lb/>μέρεος ἐς
                        τὰς μασχάλας· καὶ ἐκ τῶν πλευρέων ἄνωθεν ἡ μὲν ἐς <lb/>τὸν σπλῆνα
                        ἀφικνέεται, ἡ δὲ ἐς τὸ ἧπαρ· ἔπειτα ὑπὲρ τῆς γαστρὸς <lb/>ἐς τὸ αἰδοῖον
                        τελευτῶσιν ἀμφότεραι. Καὶ αἱ μὲν παχεῖαι τῶν φλεβῶν <lb/>οὕτω πεφύκασιν.
                        Εἰσὶ δὲ καὶ ἀπὸ τῆς κοιλίης φλέβες ἀνὰ τὸ <lb/>σῶμα πολλαί τε καὶ παντοῖαι,
                        δι’ ὧν ἡ τροφὴ τῷ σώματι ἔρχεται. <lb/>Φέρουσι δὲ καὶ ἀπὸ τῶν παχειῶν φλεβῶν
                        ἐς τὴν κοιλίην καὶ τὸ <lb/>ἄλλο σῶμα καὶ ἀπὸ τῶν ἐξωτάτω καὶ ἀπὸ τῶν
                        ἐσωτάτω, καὶ ἐς <lb/>ἀλλήλας διαδιδόασιν αἵ τε ἔσωθεν ἔξω καὶ αἱ ἔξωθεν ἔσω.
                        Τὰς <lb/>οὖν φλεβοτομίας ποιέεσθαι χρὴ κατὰ τούσδε τοὺς τρόπους· ἐπιτηδεύειν
                        <lb/>δὲ δεῖ τὰς τομὰς, ὡς προσωτάτω ταμεῖν ἀπὸ χωρίων, <lb/>ἔνθα ἂν αἱ
                        ὀδύναι μεμαθήκωσι γίνεσθαι καὶ τὸ αἷμα ξυλλέγεσθαι· <lb/>οὕτω γὰρ ἂν ἥκιστα
                        ἥ τε μεταβολὴ γίνοιτο μεγάλη ἐξαπίνης, καὶ <pb n="178"/> τὸ ἔθος
                        μεταστήσειας ἂν, ὥστε μηκέτι ἐς τωὐτὸ χωρίον <lb/>ξυλλέγεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἡ δὲ ἡπατῖτις ἐν ὀσφύϊ μέχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου <lb/>κάτωθεν, καὶ
                        σπονδύλοισι προσδιδοῖ, ἐντεῦθεν μετέωρος δι’ ἥπατος <lb/>καὶ διὰ φρενῶν ἐς
                        καρδίην. Καὶ ᾔει μὲν εὐθεῖα ἐς κληβδας· ἐντεῦθεν δὲ <lb/>αἱ μὲν ἐς τράχηλον,
                        αἱ δ’ ἐπ’ ὠμοπλάτας, αἱ δὲ ἀποκαμφθεῖσαι κάτω, <lb/>παρὰ σπονδύλους καὶ
                        πλευρὰς ἀποκλίνουσιν. Ἐξ ἀριστερῶν μὲν μία <lb/>ἐγγὺς κληΐδων, ἐκ δεξιῶν δὲ
                        ἐπί τι αὐτὴ χωρίον. Ἄλλη δὲ ἑκατέρωθεν <lb/>ἀποκαμφθεῖσα, ἄλλη δὲ σμικρὸν
                        κατωτέρω ἀποκαμφθεῖσα, <lb/>ὅθεν μὲν ἐκείνη ἀπέλιπε, προσέδωκε τῇσι
                        πλευρῇσιν, ἔστ’ ἂν τῇ ἐπ’ <lb/>αὐτέης τῆς καρδίης προστύχῃ ἐπικαμπτομένη ἐς
                        τὰ ἀριστερά· ἀποκαμφθεῖσα <lb/>δὲ κάτω ἐπὶ σφονδύλους καταβαίνει, ἔστ’ ἂν
                        ἀφίκηται <lb/>ὅθεν ἤρξατο μετεωρίζεσθαι, ἀποδιδοῦσα τῇσι πλευρῇσι τῇσιν
                        ἐπιλοίποις <lb/>ἁπάσαις, καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀποσχίδας παρ’ ἑκάστην διδοῦσα
                        <lb/>μία ἐοῦσα, ἀπὸ μὲν τῆς καρδίης ἐπί τι χωρίον ἐν τοῖσιν ἀριστεροῖσι
                        <lb/>μᾶλλον ἐοῦσα, ἔπειτα ὑποκάτω τῆς ἀρτηρίης, ἔστ’ ἂν καταναλωθῇ <lb/>καὶ
                        ἔλθῃ ὅθεν ἡ ἡπατῖτις ἐμετεωρίσθη. Πρότερον δὲ πρὶν ἐνταῦθ’ <lb/>ἐλθεῖν, παρὰ
                        τὰς ἐσχάτας δύο πλευρὰς ἐδιχώθη· καὶ ἡ μὲν ἔνθα, <lb/>ἡ δ’ ἔνθα τῶν
                        σφονδύλων ἐλθοῦσα κατηναλώθη· ἡ δὲ εὐθεῖα ἀπὸ <lb/>καρδίης πρὸς κληβδας
                        τείνουσα ἄνωθεν τῆς ἀρτηρίης ἐστὶν, ὥσπερ <lb/>καὶ παρ’ ὀσφὺν κάτωθεν τῆς
                        ἀρτηρίης, καὶ ἀπὸ ταύτης ἀΐσσει ἐς <pb n="180"/> τὸ ἧπαρ ἡ μὲν ἐπὶ πύλας καὶ
                        λοβὸν, ἡ δὲ ἐς τὸ ἄλλο ἑξῆς ἀφωρμήκει <lb/>σμικρὸν κάτωθεν φρενῶν. Φρένες δὲ
                        προσπεφύκασι τῷ ἥπατι, ἃς οὐ <lb/>ῥᾴδιον χωρίσαι. Δισσαὶ δ’ ἀπὸ κληΐδων, αἱ
                        μὲν ἔνθεν, αἱ δὲ ἔνθεν <lb/>ὑπὸ στῆθος ἐς ἦτρον· ὅποι δὲ ἐντεῦθεν, οὔπω
                        οἶδα. Φρένες δὲ κατὰ <lb/>τὸν σπόνδυλον τὸν κάτω τῶν πλευρέων, ᾗ νεφρὸς ἐξ
                        ἀρτηρίης, <lb/>ταύτῃ ἀμφιβεβηκυῖαι. Ἀρτηρίαι δὲ ἐκ τουτέου ἐκπεφύκασιν ἔνθεν
                        <lb/>καὶ ἔνθεν, ἀρτηρίης τρόπον ἔχουσαι. Ταύτῃ πη παλινδρομήσασα <lb/>ἀπὸ
                        καρδίης ἡ ἡπατῖτις ἔληγεν. Ἀπὸ δὲ τῆς ἡπατίτιδος διὰ τῶν φρενῶν <lb/>αἱ
                        μέγισται δύο, ἡ μὲν ἔνθεν, ἡ δὲ ἔνθεν φέρονται μετέωροι, <lb/>πολυσχιδεῖς δὲ
                        διὰ τῶν φρενῶν εἰσιν ἀμφὶ ταύτας, καὶ πεφύκασιν <lb/>ἄνωθεν δὲ φρενῶν, αὗται
                        δὲ μᾶλλόν τι ἐμφανέες. Δύο δὲ παχεῖς <lb/>τόνοι ἀπ’ ἐγκεφάλου ὑπὸ τὸ ὀστέον
                        τοῦ μεγάλου σφονδύλου ἄνωθεν, <lb/>καὶ πρὸς τοῦ στομάχου μᾶλλον ἑκατέρωθεν
                        τῆς ἀρτηρίης παρελθὼν <lb/>ἑκάτερος εἰς ἑαυτὸν ἦλθεν ἴκελος ἑνί· ἔπειτα ᾗ
                        σφόνδυλοι καὶ φρένες <lb/>πεφύκασιν, ἐνταῦθ’ ἐτελεύτων· καί τινες ἐνδοιαστοὶ
                        πρὸς ἧπαρ καὶ <lb/>σπλῆνα ἀπὸ τούτου τοῦ κοινωνήματος ἐδόκεον τείνειν. Ἄλλος
                        τόνος <lb/>ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν κατὰ κληβδα σφονδύλων παρὰ ῥάχιν παρέτεινεν,
                        <lb/>ἐκ πλαγίου σφονδύλου, καὶ τῇσι πλευρῇσιν ἀπένεμεν· ὥσπερ αἱ φλέβες,
                        <lb/>οὗτοι διὰ φρενῶν ἐς μεσεντέριόν μοι δοκέουσι τείνειν, ἐν δὲ
                        <lb/>τουτέοισιν ἐξέλιπον, αὖθις δ’ ὅθεν φρένες ἐξεπεφύκεσαν ἀπὸ τούτου
                        <lb/>ξυνεχέες ἐόντες, κατὰ μέσον κάτωθεν ἀρτηρίης· τὸ ἐπίλοιπον παρὰ
                        <lb/>σπονδύλους ἀπεδίδουν, ὥσπερ αἱ φλέβες, μέχρι κατηναλώθησαν πᾶν
                        <lb/>διελθόντες τὸ ἱερὸν ὀστέον. </p></div><pb n="182"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τὰ ὀστέα τῷ σώματι στάσιν καὶ ὀρθότητα καὶ εἶδος παρέχονται· <lb/>τὰ δὲ
                        νεῦρα κάμψιν καὶ ξύντασιν καὶ ἔκτασιν· αἱ δὲ σάρκες <lb/>καὶ τὸ δέρμα πάντων
                        ξύνδεσιν καὶ ξύνταξιν. Αἱ φλέβες διὰ τοῦ σώματος <lb/>κεχυμέναι πνεῦμα καὶ
                        ῥεῦμα καὶ κίνησιν παρέχονται, ἀπὸ <lb/>μιῆς πολλαὶ διαβλαστάνουσαι, καὶ αὕτη
                        μὲν ἡ μία ὕθεν ἦρκται καὶ <lb/>ᾗ τετελεύτηκεν οὐκ οἶδα· κύκλου γὰρ
                        γεγενημένου ἀρχὴ οὐχ εὑρέθη. <lb/>Τὰς δ’ ἀποφυάδας αὐτῆς, ὅθεν ἤρτηνται καὶ
                        ᾗ παύονται τοῦ σώματος, <lb/>καὶ ὡς ἡ μίη ταύτῃσιν ὁμολογέει, καὶ ἐν ὁποίοις
                        τόποις <lb/>τέτανται τοῦ σώματος, ἐγὼ δηλώσω. </p></div></div></body></text></TEI>