<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἐκείνη δὲ ἀφ’ ἑωυτῆς διέβλαστε, διά τε τοῦ μεταφρένου <lb/>καὶ τῆς σφαγῆς
                        παρὰ τὴν ἄκανθαν νεμομένη, πολλοῖσι φλεβίοισι τὰς <lb/>πλευρὰς διαπέπλοχε·
                        καὶ τοὺς σφονδύλους διὰ τῶν σαρκῶν ἐπηλλαγμένως <lb/>ξυμπεπύκνωκεν, ὥστε
                        τρόφιμός τε καὶ ἔναιμος εἶναι. Αὐτὴ <lb/>δὲ παρὰ τὸν γλουτὸν ἴεται, διὰ τοῦ
                        μυὸς; ὑπὸ τῷ μηρῷ ὑποβρυχίη· <lb/>πρὸς δὲ τοῦ γλουτοῦ τῇ κοτυλίδι τοῦ μηροῦ
                        παρὰ τὴν κεφαλὴν <lb/>ἐστετρύπηκε φλεβὶ, ἥπερ ἀναπνοὴν τῷ μηρῷ παρέχει· καὶ
                        περᾷ <lb/>τὸν μηρὸν παρὰ τὴν πρὸς τὸ γόνυ καμπήν· ἑτέρην δὲ παρὰ τὸν
                        <lb/>βουβῶνα καθῆκε πυκινόῤῥιζον καὶ δυστράπελον. Ἡ δὲ διὰ τοῦ μυὸς
                        <lb/>τείνουσα περί τε τὸ γόνυ ἐσπείρωται, καὶ διὰ τοῦ ὀστέου τοῦ κνημιαίου
                        <lb/>ἄκρου σεσυρίγγωκε φλέβα, ἣ τρέφει τὸν μυελὸν, καὶ ἐξοχετεύεται <lb/>διὰ
                        τοῦ νερτάτου τοῦ κνημιαίου, παρὰ τὴν ἔνδεσιν τοῦ ποδός. <lb/>Αὐτὴ δὲ διὰ τῆς
                        ἐπιγουνίδος ἐς τὸ ἐντὸς διὰ τῆς κνήμης τοῦ <lb/>μυὸς βρυχίη τέταται, καὶ
                        ἐμπέπλοχε διὰ τοῦ σφυροῦ ἐντὸς παχέη <pb n="192"/> καὶ ἔναιμος, καὶ ἐνταῦθα
                        περὶ τὸ σφυρὸν καὶ τὸν τένοντα δυσκρίτους <lb/>φλέβας μεμήρυκεν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Αὐτὴ δὲ ὑποδεδράμηκε κάτωθεν τοῦ ποδὸς ὑπὸ τὸν ταρσόν. <lb/>Καὶ ἐνταῦθα
                        διαπλέξασα καὶ ἐς τὸν μέγαν δάκτυλον ἐνερείσασα διπλῆν <lb/>ἔναιμον φλέβα,
                        ἄνωθεν ὑπὸ τὸ δέρμα ἐκ τοῦ ταρσοῦ ἀνακέκαμπται, <lb/>καὶ πέφανται παχυνθεῖσα
                        παρὰ τὸ ἐκτὸς τοῦ σφυροῦ, καὶ νέμεται <lb/>ἄνω παρὰ τοῦ ἀντικνημίου τὴν
                        ἀντιβεβλημένην κερκίδα· παρὰ <lb/>δὲ τὴν γαστροκνημίην οἷον σφενδόνην
                        πεποίηται· τὸ δ’ ἐντεῦθεν τέταται <lb/>παρὰ τοῦ γούνατος τὸ ἐντός·
                        ἐπιβέβληκε δὲ καὶ τῇ ἐπιγουνατίδι <lb/>φλέβας, καὶ κατὰ τὸ ἐντὸς τῆς
                        ἐπιγουνατίδος ἐπίκοιλον ἐμπέπλεχε <lb/>φλέβα· ἥν τις εἰ πονήσῃ, τάχιστα
                        ξυνάγει χολώδεα ἰχῶρα. <lb/>Διώρμηκε δὲ αὐτὴ κατὰ τὸ ἐντὸς καὶ κοῖλον τοῦ
                        γούνατος· ἀποκεκάρπωκε <lb/>δὲ καὶ εἰς τὰς ἰγνύας πολυπλόκους φλέβας, αἳ
                        ἐντεῦθεν παρατείνουσαι <lb/>κατὰ τὰ ὑποκάτω νεῦρα τοῦ μηροῦ κατεῤῥίζωνται ἐς
                        τοὺς <lb/>ὄρχιας καὶ ἐς τὸν ἀρχὸν, καὶ περὶ τὸ ἱερὸν δὲ ὀστέον λελεπτυσμέναι
                        <lb/>ἡνωμέναι περιτέτανται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ἡ δὲ ἀφιγμένη παρὰ τοῦ γούνατος τὸ ἐντὸς ἄνω παρὰ τοῦ <lb/>μηροῦ τὸ ἐντὸς
                        ἀνίεται ἐς τὸν βουβῶνα, καὶ διὰ τοῦ ἰσχίου πέρην <lb/>πρὸς τὴν ἄκανθαν καὶ
                        τὴν ψύαν ἐκτὸς ἔχουσα, παχεῖα καὶ πλατεῖα <lb/>καὶ ἔναιμος, ἄνω ὤρεκται πρὸς
                        τὸ ἧπαρ· καὶ διακραίην ἐκφύσασα <lb/>ἔναιμον, κατέχει ἐς τὸν νεφρὸν [καὶ]
                        τὸν δεξιὸν λοβὸν τὸν ἡπατιαῖον. <lb/>Αὕτη δὲ ὑποκάτω τοῦ ἥπατος ὑπονησαμένη,
                        ἀπέσχισται ἐς φλέβα <lb/>παχέην· ἡ δ’ ἀποκαμφθεῖσα ἐσπέφυκεν ἐς τὸ παχὺ τοῦ
                        ἥπατος· <lb/>καὶ τὸ μὲν αὐτῆς ἐπιπολάζον ἐπὶ τοῦ σπλάγχνου πέφυκεν, ἐν ᾧπερ
                        ἡ <pb n="194"/> χολή ἐστι, καὶ πολύῤῥιζος καὶ διὰ τοῦ ἥπατος πεπλεκτανωμένη·
                        τὸ <lb/>δὲ διὰ τῶν ἐντὸς αὐτοῦ ὠχέτευται. Δύο δὲ ἐκπεπλώκασι φλέβες μεταξὺ
                        <lb/>δύο λοβῶν τῶν πλατέων· καὶ μία μὲν διὰ τῶν κορυφῶν καὶ τοῦ
                        <lb/>δέρματος διασχοῦσα ἐκ τοῦ ὀμφαλοῦ ἀνῆκται· ἡ δὲ ἑτέρη πιέσασα <lb/>ἐς
                        τὴν ἄκανθαν καὶ ἐς τὸν νεφρὸν ἠγκυροβόληται ἐς τὴν κύστιν τε <lb/>καὶ τὸ
                        αἰδοῖον. Ἐκ δὲ τοῦ ἰσχίου ἀρχομένη ἀνιέναι ἐπὶ τὸ ἦτρον, <lb/>πολλὰς
                        ἀπεπλάνησε φλέβας· καὶ τάς τε πλευρὰς καὶ τοὺς σφονδύλους <lb/>ἐνεκρίκωσε
                        πρὸς τὴν ἄκανθαν, καὶ ταύτας παραφυάδας ἐνεφλεβοτόμησε, <lb/>καὶ τὰ ἔντερα
                        καὶ τὴν νηδὺν ἐνειλίξατο. Καὶ αἱ μὲν ἀπὸ <lb/>τοῦ ἤτρου ἔς τε τοὺς μαζοὺς
                        καὶ ὑπὲρ ἀνθερεῶνα καὶ τὰς ἀκρωμίας <lb/>ἐπορεξάμεναι κατεπλάκησαν· ἡ δ’
                        ἀφιγμένη παρὰ τὸ παχὺ τοῦ <lb/>ἥπατος καὶ ἀποσυριγγώσασα τὴν χολὴν ἄνω ὑπὸ
                        τὴν ἄκανθαν νέμεται <lb/>διὰ τῶν φρενῶν ὁδὸν ποιησαμένη. Ἡ δὲ ἐκ τῶν
                        ἀριστερῶν <lb/>φλὲψ τὰ μὲν ἄλλα τὴν αὐτὴν φύσιν ἐῤῥίζωται τῇ ἐν τοῖσι
                        δεξιοῖσιν, <lb/>ἐκ τῶν ἀριστερῶν ἐς τὸ ἧπαρ ἀνιοῦσα οὐκ ἐκβάλλει, ἀλλ’ ἐς
                        τὸν <lb/>σπλῆνα ἐμπέφυκε κατὰ τὴν κεφαλὴν τὴν ἐν τῷ πάχει αὐτέου· ἐντεῦθεν
                        <lb/>δὲ κατεδύσατο ἐς τὸ ἐντὸς, καὶ ἠραχνίωκε τοῦ σπληνὸς ἐναίμοισι
                        <lb/>φλεβίοισιν· ὁ δὲ ὅλος ἐκ τοῦ ἐπιπλόου αἰωρεῖται τοῖσιν ἐξ ἑωυτέου
                        <lb/>φλεβίοισιν ἐναιματώσας αὐτό. Αἱ δὲ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ σπληνὸς
                        <lb/>πρὸς τὴν ἄκανθαν ἐγχρίπτουσαι διὰ τῶν φρενῶν διωρμήκασιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ἐντεῦθεν δὲ κάτω καὶ ἡ δεξιὴ καὶ ἡ ἀριστερὴ ὑπὸ τὸν πνεύμονα
                        <lb/>ἐλήλαται· αἱ δὲ ἐναίμονες ἐοῦσαι ὑπ’ αὐτὸν ἐξοχετεύονται ἐς <pb n="196"/> αὐτόν. Ὀλίγαιμοι δὲ καὶ λεπταὶ αἱ ἀπὸ τοῦ πνεύμονος ἔσωθεν γενόμεναι
                        <lb/>τῇ φύσει ἀραιοῦ ἐόντος, ἐς τὴν καρδίην, ἅτε ὑπ’ αὐτέου ἐξαθελγόμεναι,
                        <lb/>ἐγκεχαλίνωνται περὶ τὰ ὦτα αὐτέης, καὶ ἐς τὰ κοῖλα <lb/>τὰ ἐντὸς
                        διεῤῥυήκασιν. Ἐμβάλλουσι δὲ καὶ αἱ πρότεραι καὶ αὗται <lb/>ἐς αὐτήν· ἐν γὰρ
                        στενοχωρίῃ τῆς διόδου ἐνίδρυται ὡς ἐκ παντὸς <lb/>τοῦ σώματος τὰς ἡνίας
                        ἔχουσα· διὸ καὶ παντὸς τοῦ σώματος περὶ <lb/>τὸν θώρηκα μάλιστά ἐστιν ἡ
                        αἴσθησις. Καὶ τῶν χρωμάτων αἱ μεταβολαὶ <lb/>γίνονται, ταύτης ἀποσφιγγούσης
                        τὰς φλέβας καὶ χαλώσης· <lb/>χαλώσης μὲν οὖν, ἐρυθρὰ τὰ χρώματα γίνεται καὶ
                        εὔχροα καὶ διαφανέα· <lb/>συναγούσης δὲ, χλωρὰ καὶ πελιδνά· τὰ τοιαῦτα δὲ
                        παραλλάσσει <lb/>ἐκ τῶν παρεόντων ἑκάστῳ χρωμάτων. </p></div></div></body></text></TEI>