<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἡ δ’ ἀρχαίη φλὲψ, ἡ νεμομένη παρὰ τὴν ἄκανθαν, διὰ δὲ τοῦ
                        <lb/>μεταφρένου, τῆς σφαγῆς καὶ τοῦ βρόγχου, ἐμπέφυκεν ἐς τὴν καρδίην
                        <lb/>ἀφ’ ἑωυτῆς φλέβα εὐμεγέθεα πολύστομον κατὰ τὴν καρδίην· ἐντεῦθεν
                        <lb/>δὲ ἐς τὸ στόμα ἐσυρίγγωκεν, ἥπερ ἀρτηρίη διὰ τοῦ πλεύμονος
                        <lb/>ὀνομάζεται, ὀλίγαιμός τε καὶ πνευματώδης. Ἐν γὰρ εὐρυχωρίῃ <lb/>καὶ
                        ἀραιώσει σπλάγχνου πολλαχῇ μὲν τοῦ πλεύμονος ὀχετεύεται, <lb/>χονδρώδεις δὲ
                        τοὺς ἄλλους πεποίηται. Διὸ δὴ καί τι ἐς ταύτας <pb n="186"/> κατηνέχθη τὰς
                        διόδους τοῦ πλεύμονος τῶν ἀήθων, ἢ ἐν τῷ ποτῷ ἢ ἐν <lb/>τῇ τοῦ πνεύματός τε
                        καὶ αἵματος διόδῳ, ἅτε τῶν φλεβῶν τοιουτέων <lb/>ἐουσέων, καὶ τοῦ σπλάγχνου
                        σπογγοειδέος πολύ τε ὑγρὸν δυναμένου <lb/>δέξασθαι ἄνω τε πεφυκότος· τῶν γὰρ
                        ἐσιόντων ὑγρῶν νόμος καθέστηκεν. <lb/>Ἔτι τε τὸ αἷμα διὰ τῶν φλεβῶν τούτων
                        οὐ πολὺ περισφίγγεται· <lb/>καὶ οὐ ταχέως χωρέον οὐκ ἐξάγει τὰ ἐμπίπτοντα·
                        οὐχ <lb/>ὑπεξαγομένων δὲ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐμμενόντων, γίνεται πῶρος. Οὕτως
                        <lb/>δὲ ἀπολλύεται τὸ πλησιάζον τῆς τροφῆς, ταύτῃ ἐούσης τῆς προσαγωγῆς
                        <lb/>τοῦ λάρυγγος καὶ πρὸς τὰ ἔξω. Ἐγκαταλαμβανομένων δὲ τῶν <lb/>διόδων ὑπὸ
                        τοῦ πώρου, ταχύπνοιά τε καὶ δύσπνοια ἴσχει, τῇδε <lb/>μὴ δυναμένων τὴν φύσην
                        ἐξιέναι, τῇδε οὐκ εὐπόρως· ἐχόντων κατασπᾷν. <lb/>Ἐκ δὴ τοιουτέων αἱ
                        τοιαῦται νοῦσοι γίνονται, οἷον ἄσθματα <lb/>καὶ ξηραὶ φθινάδες. Ἢν δὲ ἐν
                        αὐτοῖσι ξυνιστάμενον πλέον τὸ ὑγρὸν <lb/>κρατήσῃ, ὥστε μὴ δύνασθαι παχυνθὲν
                        παγῆναι, καὶ σαπρὸν τὸν <lb/>πλεύμονα ποιέει καὶ τὰ πλησιάζοντα, καὶ
                        γίνονται ἔμπυοί τε καὶ <lb/>φθινώδεες· γίνεται δὲ τὰ νουσήματα ταῦτα καὶ δι’
                        ἄλλας αἰτίας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἐντεῦθέν τε ἡ ψλὲψ αὕτη κατέχει τὸν πλεύμονα, καὶ διὰ τῶν <lb/>λοβῶν τῶν
                        δύο τῶν μεγάλων τῶν ἔσω τετραμμένων ὑπὸ τὰς φρένας <lb/>ἐπιτέταται τῇ ἀκάνθῃ
                        λευκὴ καὶ νευρώδης, διαπέμπουσα φλέβια διὰ <lb/>τοῦ ἄλλου σώματος
                        πεπυκνωμένου, ἔντονα δὲ, διά τε τῶν σφονδύλων <lb/>πυκνοῖσι φλεβίοισιν ἐς
                        τὸν νωτιαῖον μυελὸν ἐγκισσεύεται. Καὶ <lb/>αἱ μὲν ἄλλαι φλέβες ἐν τῷ σώματι
                        τεταμέναι, ἐκ πάντων τῶν μερῶν <lb/>συντείνουσαι ἐς τὴν ἄκανθαν, τὸ
                        λεπτότατον καὶ εἰλικρινέστατον ἑκάστη <lb/>ξυνάγουσα, ἐνταῦθ’ ἐξερεύγεται.
                        Αὕτη δὲ ἡ ἐπιτεταμένη διὰ <pb n="188"/> τῶν καθειμένων πλεκτανέων ἐς ταὐτὸ
                        ξυνάγει· ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἐς <lb/>τοὺς νεφροὺς ἀπεῤῥίζωται παρὰ τὴν νόθον
                        πλευρὴν λεπτῇσι καὶ ἰνώδεσι <lb/>φλεψὶ, καὶ τὸ ἐντεῦθεν συντείνουσα
                        ξυμπεπύκνωται, ἔπειτα <lb/>καὶ νενεύρωται πρὸς τὸν ἀρχὸν, πιέσασά τε τοὺς
                        ξυναγωγέας ἐμπέφυκεν <lb/>αὐτῷ· τήν τε κύστιν καὶ τοὺς ὄρχιὰς καὶ τοὺς
                        παραστάτας <lb/>ἐῤῥίζωκε πολυπλόκοισι λεπτῇσι τε καὶ στερεῇσι καὶ ἰνώδεσι
                        <lb/>φλεψίν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἐντεῦθεν αὐτῆς τὸ παχύτατον καὶ ἰθύτατον ἀνάπαλιν τραπὲν,
                        <lb/>προσκεκαύληκεν ὅπερ ἐστὶν αἰδοῖον· ἐν δὲ τῇ ἀνακάμψει ἐνῆρται ἐς
                        <lb/>τὰ αὐτὰ ταῦτα, καὶ διὰ τοῦ κτενὸς ἄνω ὑπὸ τὸ δέρμα τῆς γαστρὸς ἐκ
                        <lb/>τῆς φλεβὸς αὐτέης ὡρμήκασι πρὸς τὰς κάτω φερούσας, αἳ ἐς ἀλλήλας
                        <lb/>ἐποχετεύονται· διαπεφύκασι δὲ καὶ διὰ τοῦ αἰδοίου φλέβες παχεῖαι
                        <lb/>καὶ λεπταὶ καὶ πυκναὶ καὶ καμπύλαι. Τῇσι δὲ θηλείῃσιν αὐτὴ
                        <lb/>ξυντείνει ἐς τὰς μήτρας, ἐς τὴν κύστιν καὶ ἐς τὴν οὐρήθρην· ἐντεῦθεν
                        <lb/>δὲ ἰθυπόρηκε, καὶ τῇσι γυναιξὶ μὲν περὶ τὰς μήτρας ἤρτηται, τοῖσι
                        <lb/>δὲ ἄῤῥεσι περὶ τοὺς ὄρχιας ἐσπείρωται. Διὰ ταύτην τὴν φύσιν αὐτὴ <lb/>ἡ
                        φλὲψ καὶ τὰ γόνιμα πλεῖστα ξυλλαμβάνει· ἀπὸ γὰρ τῶν πλείστων <lb/>καὶ
                        εἰλικρινεστάτων μερῶν τρεφομένη, ὀλίγαιμός τε οὖσα καὶ κοίλη <lb/>καὶ
                        νευρόπαχυς καὶ πνευματώδης, ἐντεινομένη τε ὑπὸ τοῦ αἰδοίου, <lb/>τὰ
                        καθειμένα ἐς τὴν ἄκανθαν φλέβια βιάζεται, τὰ δὲ βιαζόμενα <pb n="190"/>
                        ὥσπερ σικύη ἐς ἑωυτὰ πάντα ἐκδιδοῖ ἐς τὴν ἄνω φλέβα· συλλείβεται <lb/>δὲ καὶ
                        ἐκ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος ἐς ταύτην· τὸ δὲ πλεῖστον, <lb/>ὥσπερ
                        εἴρηται, ἀπὸ τοῦ μυελοῦ συναλίζεται. Ἡ δὲ ἡδονὴ τουτέῳ <lb/>παραγίνεται τῆς
                        φλεβὸς ταύτης πληρευμένης τῆς γονῆς· εἰωθυίης <lb/>οὖν τὸν ἄλλον χρόνον
                        ὑφαίμου τε εἶναι καὶ πνευματώδεος πληρευμένης <lb/>τε καὶ θερμαινομένης, καὶ
                        ξυῤῥέοντος κάτω τοῦ σπέρματος, περισφίγγει <lb/>τὰ ἐν ἑωυτῇ. Τὸ δὲ πνεῦμα τὸ
                        ἐνεὸν καὶ ἡ παροῦσα βίη <lb/>καὶ ἡ θερμότης καὶ τῶν φλεβίων πανταχόθεν ἡ
                        ξυντονίη γαργαλισμὸν <lb/>ἐμποιέει. </p></div></div></body></text></TEI>