<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg048.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἡ δὲ ἡπατῖτις ἐν ὀσφύϊ μέχρι τοῦ μεγάλου σπονδύλου <lb/>κάτωθεν, καὶ
                        σπονδύλοισι προσδιδοῖ, ἐντεῦθεν μετέωρος δι’ ἥπατος <lb/>καὶ διὰ φρενῶν ἐς
                        καρδίην. Καὶ ᾔει μὲν εὐθεῖα ἐς κληβδας· ἐντεῦθεν δὲ <lb/>αἱ μὲν ἐς τράχηλον,
                        αἱ δ’ ἐπ’ ὠμοπλάτας, αἱ δὲ ἀποκαμφθεῖσαι κάτω, <lb/>παρὰ σπονδύλους καὶ
                        πλευρὰς ἀποκλίνουσιν. Ἐξ ἀριστερῶν μὲν μία <lb/>ἐγγὺς κληΐδων, ἐκ δεξιῶν δὲ
                        ἐπί τι αὐτὴ χωρίον. Ἄλλη δὲ ἑκατέρωθεν <lb/>ἀποκαμφθεῖσα, ἄλλη δὲ σμικρὸν
                        κατωτέρω ἀποκαμφθεῖσα, <lb/>ὅθεν μὲν ἐκείνη ἀπέλιπε, προσέδωκε τῇσι
                        πλευρῇσιν, ἔστ’ ἂν τῇ ἐπ’ <lb/>αὐτέης τῆς καρδίης προστύχῃ ἐπικαμπτομένη ἐς
                        τὰ ἀριστερά· ἀποκαμφθεῖσα <lb/>δὲ κάτω ἐπὶ σφονδύλους καταβαίνει, ἔστ’ ἂν
                        ἀφίκηται <lb/>ὅθεν ἤρξατο μετεωρίζεσθαι, ἀποδιδοῦσα τῇσι πλευρῇσι τῇσιν
                        ἐπιλοίποις <lb/>ἁπάσαις, καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἀποσχίδας παρ’ ἑκάστην διδοῦσα
                        <lb/>μία ἐοῦσα, ἀπὸ μὲν τῆς καρδίης ἐπί τι χωρίον ἐν τοῖσιν ἀριστεροῖσι
                        <lb/>μᾶλλον ἐοῦσα, ἔπειτα ὑποκάτω τῆς ἀρτηρίης, ἔστ’ ἂν καταναλωθῇ <lb/>καὶ
                        ἔλθῃ ὅθεν ἡ ἡπατῖτις ἐμετεωρίσθη. Πρότερον δὲ πρὶν ἐνταῦθ’ <lb/>ἐλθεῖν, παρὰ
                        τὰς ἐσχάτας δύο πλευρὰς ἐδιχώθη· καὶ ἡ μὲν ἔνθα, <lb/>ἡ δ’ ἔνθα τῶν
                        σφονδύλων ἐλθοῦσα κατηναλώθη· ἡ δὲ εὐθεῖα ἀπὸ <lb/>καρδίης πρὸς κληβδας
                        τείνουσα ἄνωθεν τῆς ἀρτηρίης ἐστὶν, ὥσπερ <lb/>καὶ παρ’ ὀσφὺν κάτωθεν τῆς
                        ἀρτηρίης, καὶ ἀπὸ ταύτης ἀΐσσει ἐς <pb n="180"/> τὸ ἧπαρ ἡ μὲν ἐπὶ πύλας καὶ
                        λοβὸν, ἡ δὲ ἐς τὸ ἄλλο ἑξῆς ἀφωρμήκει <lb/>σμικρὸν κάτωθεν φρενῶν. Φρένες δὲ
                        προσπεφύκασι τῷ ἥπατι, ἃς οὐ <lb/>ῥᾴδιον χωρίσαι. Δισσαὶ δ’ ἀπὸ κληΐδων, αἱ
                        μὲν ἔνθεν, αἱ δὲ ἔνθεν <lb/>ὑπὸ στῆθος ἐς ἦτρον· ὅποι δὲ ἐντεῦθεν, οὔπω
                        οἶδα. Φρένες δὲ κατὰ <lb/>τὸν σπόνδυλον τὸν κάτω τῶν πλευρέων, ᾗ νεφρὸς ἐξ
                        ἀρτηρίης, <lb/>ταύτῃ ἀμφιβεβηκυῖαι. Ἀρτηρίαι δὲ ἐκ τουτέου ἐκπεφύκασιν ἔνθεν
                        <lb/>καὶ ἔνθεν, ἀρτηρίης τρόπον ἔχουσαι. Ταύτῃ πη παλινδρομήσασα <lb/>ἀπὸ
                        καρδίης ἡ ἡπατῖτις ἔληγεν. Ἀπὸ δὲ τῆς ἡπατίτιδος διὰ τῶν φρενῶν <lb/>αἱ
                        μέγισται δύο, ἡ μὲν ἔνθεν, ἡ δὲ ἔνθεν φέρονται μετέωροι, <lb/>πολυσχιδεῖς δὲ
                        διὰ τῶν φρενῶν εἰσιν ἀμφὶ ταύτας, καὶ πεφύκασιν <lb/>ἄνωθεν δὲ φρενῶν, αὗται
                        δὲ μᾶλλόν τι ἐμφανέες. Δύο δὲ παχεῖς <lb/>τόνοι ἀπ’ ἐγκεφάλου ὑπὸ τὸ ὀστέον
                        τοῦ μεγάλου σφονδύλου ἄνωθεν, <lb/>καὶ πρὸς τοῦ στομάχου μᾶλλον ἑκατέρωθεν
                        τῆς ἀρτηρίης παρελθὼν <lb/>ἑκάτερος εἰς ἑαυτὸν ἦλθεν ἴκελος ἑνί· ἔπειτα ᾗ
                        σφόνδυλοι καὶ φρένες <lb/>πεφύκασιν, ἐνταῦθ’ ἐτελεύτων· καί τινες ἐνδοιαστοὶ
                        πρὸς ἧπαρ καὶ <lb/>σπλῆνα ἀπὸ τούτου τοῦ κοινωνήματος ἐδόκεον τείνειν. Ἄλλος
                        τόνος <lb/>ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν κατὰ κληβδα σφονδύλων παρὰ ῥάχιν παρέτεινεν,
                        <lb/>ἐκ πλαγίου σφονδύλου, καὶ τῇσι πλευρῇσιν ἀπένεμεν· ὥσπερ αἱ φλέβες,
                        <lb/>οὗτοι διὰ φρενῶν ἐς μεσεντέριόν μοι δοκέουσι τείνειν, ἐν δὲ
                        <lb/>τουτέοισιν ἐξέλιπον, αὖθις δ’ ὅθεν φρένες ἐξεπεφύκεσαν ἀπὸ τούτου
                        <lb/>ξυνεχέες ἐόντες, κατὰ μέσον κάτωθεν ἀρτηρίης· τὸ ἐπίλοιπον παρὰ
                        <lb/>σπονδύλους ἀπεδίδουν, ὥσπερ αἱ φλέβες, μέχρι κατηναλώθησαν πᾶν
                        <lb/>διελθόντες τὸ ἱερὸν ὀστέον. </p></div><pb n="182"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Τὰ ὀστέα τῷ σώματι στάσιν καὶ ὀρθότητα καὶ εἶδος παρέχονται· <lb/>τὰ δὲ
                        νεῦρα κάμψιν καὶ ξύντασιν καὶ ἔκτασιν· αἱ δὲ σάρκες <lb/>καὶ τὸ δέρμα πάντων
                        ξύνδεσιν καὶ ξύνταξιν. Αἱ φλέβες διὰ τοῦ σώματος <lb/>κεχυμέναι πνεῦμα καὶ
                        ῥεῦμα καὶ κίνησιν παρέχονται, ἀπὸ <lb/>μιῆς πολλαὶ διαβλαστάνουσαι, καὶ αὕτη
                        μὲν ἡ μία ὕθεν ἦρκται καὶ <lb/>ᾗ τετελεύτηκεν οὐκ οἶδα· κύκλου γὰρ
                        γεγενημένου ἀρχὴ οὐχ εὑρέθη. <lb/>Τὰς δ’ ἀποφυάδας αὐτῆς, ὅθεν ἤρτηνται καὶ
                        ᾗ παύονται τοῦ σώματος, <lb/>καὶ ὡς ἡ μίη ταύτῃσιν ὁμολογέει, καὶ ἐν ὁποίοις
                        τόποις <lb/>τέτανται τοῦ σώματος, ἐγὼ δηλώσω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Περὶ μὲν γὰρ τὴν κεφαλὴν κατὰ τὸ μέσον ἐκ πλαγίου περίκειται <lb/>ἡ φλὲψ,
                        αὐτὴ πλατεῖα καὶ λεπτὴ, οὐ πολύαιμος· τῷ γὰρ <lb/>ἐγκεφάλῳ κατὰ τὰς ἁρμονίας
                        ἐνεῤῥίζωκε πολλὰ καὶ λεπτὰ φλέβια, <lb/>καὶ περὶ τὴν ὅλην κεφαλὴν
                        ἐκτετάρσωται μέχρι τοῦ μετώπου καὶ <lb/>τῶν κροτάφων. Αὐτὴ δὲ ἀπιθύνεται ἐς
                        τοὔπισθεν τῆς κεφαλῆς ἐκτὸς <lb/>παρὰ τῆς ἀκάνθης τὸ δέρμα· ἐντεῦθεν δὲ
                        καθίεται παρὰ τὴν ἔξωθεν <lb/>καὶ τὴν εἴσωθεν φλέβα τῶν ἐν τῇσι σφαγῇσι.
                        Πέρην δὲ τῆς ἀκοῆς <lb/>ὑποσχισθεῖσα ἀπὸ τῆς γένυος ἔξωθεν τείνει παχείη·
                        ἀπὸ δὲ ταύτης <lb/>ἐς τὴν γλῶσσαν πολλαὶ καὶ λεπταί· πλὴν ἢ ὑπὸ τὴν γλῶσσαν
                        ἢ ὑπὸ <lb/>τοὺς γομφίους. Αὐτὴ δὲ παχείη διὰ τῆς κληβδος καθήκει ὑπὸ τὴν
                        <lb/>ὠμοπλάτην· καὶ ταύτῃ ἀπ’ αὐτῆς βεβλάστηκε φλὲψ διὰ τοῦ νεύρου <lb/>τοῦ
                        ὑπὸ τὴν ἐπωμίδα ἡ ἐπωμιδίη ὀνομαζομένη. Αὐτὴ δὲ αἱμόῤῥους <lb/>καὶ αἱματώδης
                        καὶ δυσίητος, ἢν ῥαγῇ ἢ σπασθῇ· τῇ μὲν γὰρ <pb n="184"/> αὐτὴν νεῦρον
                        περιέχει πλατὺ, τῇ δὲ χόνδρος· τὸ δὲ μεταξὺ αὐτῶν <lb/>αὐτή τε ξυνέχει καὶ
                        ὑμὴν ἀφρώδης· ἀσάρκου οὖν ἐόντος τοῦ τόπου, <lb/>ῥηϊδίως ῥήγνυται, οὐκ
                        ἔχουσα περιφύεσθαι σάρκας· ἤν τε ὑποδράμῃ <lb/>τὸ αἷμα ἐς τοῦτο τὸ μέρος,
                        ἐπιτυχὸν εὐρυχωρίης, οὐκ ἔχει ἀπαλλαγὴν, <lb/>ἀλλὰ σκληροῦται· σκληρυνθὲν δὲ
                        νοῦσον παρέχει. Καὶ <lb/>αὐτὴ μὲν περαίνει ᾗ πρότερον εἶπον. Ἡ δὲ ὑπὸ τὴν
                        ὠμοπλάτην ἀποβεβλάστηκεν <lb/>ὑπὸ τοϊσι μαζοῖσι πυκνῇσι καὶ λεπτῇσι καὶ
                        ἐπηλλαγμένῃσι <lb/>φλεψί· καὶ διὰ τῆς ἐπωμίδος παραλλάσσουσα τὸν χόνδρον,
                        <lb/>αὐτὴ νέρθεν ὑπονεμομένη ἐς τὸν βραχίονα τείνει, τὸν μῦν ἐν ἀριστερᾷ
                        <lb/>ἔχουσα. Ἡ δὲ ἑξῆς σχίζεται αὐτὴ περὶ τὸν ὦμον καὶ τοῦ <lb/>ἀγκῶνος τὴν
                        ἄνω μοῖραν· τὸ δ’ ἐντεῦθεν διαπέφυκε τοῦ ἀγκῶνος ἑκατέρωθεν· <lb/>ἔπειτα
                        αὖθις παρὰ τὸν καρπὸν τῆς χειρός· ἐντεῦθεν δὲ <lb/>ἤδη ἀποῤῥέουσα δι’ ὅλου
                        ἀνὰ τὴν χεῖρα πολυπλανῶς ἐῤῥίζωται. </p></div></div></body></text></TEI>