<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg045.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἄμφω γε μὴν δασεῖαι τὰ ἔνδον καὶ ὥσπερ ὑποδιαβεβρωμέναι, <lb/>καὶ μᾶλλον τῆς δεξιῆς
            ἡ λαιή· τὸ γὰρ ἔμφυτον πῦρ οὐκ ἐν τῇ <lb/>δεξιῇ, ὥστε οὐ θαῦμα τρηχυτέρην γενέσθαι τὴν
            λαιὴν ἐσπνέουσαν <lb/>ἀκρήτου· ταύτῃ καὶ παχετὸν ἐνδεδόμηται φυλακῆς εἵνεκα τῆς ἰσχύος
            <lb/>τοῦ θερμοῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Στόματα δ’ αὐτέῃσιν οὐκ ἀνεώγασιν, εἰ μή τις ἀποκείρει τῶν <lb/>οὐάτων τὴν κορυφὴν
            καὶ τῆς καρδίης τὴν κεφαλήν· ἢν δ’ ἀποκείρῃ, <lb/>φανήσεται καὶ δισσὰ στόματα ἐπὶ δυσὶ
            γαστέροιν· ἡ γὰρ παχείη <lb/>φλὲψ ἐκ μιῆς ἀναθέουσα, πλανᾷ τὴν ὄψιν, ἢν ἀνατμηθῇ. Αὗται
            πηγαὶ <lb/>φύσιος ἀνθρώπου, καὶ οἱ ποταμοὶ ἐνταῦθα ἀνὰ τὸ σῶμα, τοῖσιν ἄρδεται <lb/>τὸ
            σκῆνος, οὗτοι δὲ καὶ τὴν ζωὴν φέρουσι τῷ ἀνθρώπῳ, κἢν <lb/>αὐανθέωσιν, ἀπέθανεν
            ὥνθρωπος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἀγχοῦ δὲ τῆς ἐκφύσιος τῶν φλεβῶν σώματα τῇσι κοιλίῃσιν <lb/>ἀμφιβεβήκασι, μαλθακὰ,
            σηραγγώδεα, ἃ κληΐσκεται μὲν οὔατα, τρήματα <lb/>δὲ οὐκ ἔστιν οὐάτων· ταῦτα γὰρ οὐκ
            ἐνακούουσιν ἰαχῆς· ἔστι δὲ <lb/>ὄργανα τοῖσιν ἡ φύσις ἁρπάζει τὸν ἠέρα. Καίτοι δοκέω τὸ
            ποίημα <pb n="v.9.p.86"/> χειρώνακτος ἀγαθοῦ· κατασκεψάμενος γὰρ σχῆμα στερεὸν ἐσόμενον
            <lb/>τὸ σπλάγχνον διὰ τὸ πιλητικὸν τοῦ ἐγχύματος, ἔπειτα πᾶν ἐὸν <lb/>ἑλκτικὸν,
            παρέθηκεν αὐτέῳ φύσας, καθάπερ τοῖσι χοάνοισιν οἱ χαλκέες, <lb/>ὥστε διὰ τουτέων
            χειροῦται τὴν πνοήν. Τεκμήριον δὲ τοῦ λόγου· <lb/>τὴν μὲν γὰρ καρδίην ἴδοις ἂν
            ῥιπταζομένην οὐλομελῆ, τὰ δὲ <lb/>οὔατα κατ’ ἰδίην ἀναφυσώμενά τε καὶ ξυμπίπτοντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Διὰ τοῦτο δέ φημι καὶ φλεβία μὲν ἐργάζεται τὴν ἀναπνοὴν ἐς <lb/>τὴν ἀριστερὴν
            κοιλίην, ἀρτηρίη δ’ ἐς τὴν ἄλλην· τὸ γὰρ μαλακὸν <lb/>ἑλκτικώτερον καὶ ἐπιδόσιας ἔχον.
            Ἔχρη δὲ ἡμῖν μᾶλλον τὰ ἐπικείμενα <lb/>τῆς καρδίης διαψύχεσθαι· βέβλαπται ἔς τι γὰρ τὸ
            θερμὸν ἐν <lb/>τοῖσι δεξιοῖσιν, ὥστε διὰ τὴν πάθην οὐκ ἔλαβεν εὐπετὲς ὄργανον, ἵνα
            <lb/>μὴ πάμπαν κρατηθῇ ὑπὸ τοῦ ἐσιόντος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Λοιπός ἐστιν ὁ λόγος ὁ τῆς καρδίης ὑμένες ἀφανέες, ἔργον <lb/>ἀξιαπηγητότατον.
            Ὑμένες γὰρ καὶ ἄλλοι τινὲς ἐν τῇσι κοιλίῃσιν <lb/>ὁκοῖον ἀράχναι διαπετέες ζώσαντες
            πάντη τὰ στόματα, κτηδόνας ἐμβάλλουσιν <lb/>ἐς τὴν στερεὴν καρδίην. Οὗτοί μοι δοκέουσιν
            οἱ τόνοι τοῦ <lb/>σπλάγχνου καὶ τῶν ἀγγείων, ἀρχαὶ τῇσιν ἀορτῇσιν. Ἔστι δὲ αὐτέων 
            <pb n="v.9.p.88"/> ζεῦγος, ᾧ θύραισι μεμηχάνηνται τρεῖς ὑμένες ἑκάστῃ, περιφερέες <lb/>ἐξ ἄκρου
            περ ὁκόσον ἡμίτομα κύκλου, οἵ τε ξυνιόντες θαυμάσιον <lb/>ὡς κλείουσι τὰ στόματα, τῶν
            ἀορτέων πέρας· καὶ τὴν καρδίην <lb/>ἀποθανόντος ἤν τις ἐξεπιστάμενος τὸν ἀρχαῖον κόσμον
            ἀφελὼν, <lb/>τῶνδε τὸν μὲν ἀποστήσῃ, τὸν δὲ ἐπανακλίνῃ, οὔτε ὕδωρ ἂν διέλθοι <lb/>εἰς
            τὴν καρδίην οὔτε φῦσα ἐμβαλλομένη· καὶ μᾶλλον τῶν τῆς ἀριστερῆς· <lb/>τοιγὰρ
            ἐμηχανήθησαν ἀτρεκέστερον κατὰ δίκην· γνώμη γὰρ <lb/>ἡ τοῦ ἀνθρώπου πέφυκεν ἐν τῇ λαιῇ
            κοιλίῃ, καὶ ἄρχει τῆς ἄλλης <lb/>ψυχῆς. </p></div></div></body></text></TEI>