<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg045.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΚΑΡΔΙΗΣ.</head><p>Καρδίη σχῆμα μὲν ὁκοίη πυραμὶς, χροιὴν δὲ κατακορὴς <lb/>φοινικέα. Καὶ περιβεβλέαται
            χιτῶνα λεῖον· καὶ ἔστιν ἐν αὐτέῳ <lb/>ὑγρὸν σμικρὸν ὁποῖον οὖρον, ὥστε δόξεις ἐν κύστει
            τὴν καρδίην <lb/>ἀναστρέφεσθαι· γεγένηται δὲ τούτου ἕνεκα, ὅκως ἅλληται <lb/>ῥωσκομένως
            ἐν φυλακῇ· ἔχει δὲ τὸ ὕγρασμα ὁκόσον μάλιστα καὶ <lb/>πυρευμένῃ ἄκος. Τοῦτο δὲ τὸ ὑγρὸν
            διοῤῥοῖ ἡ καρδίη πίνουσα, <lb/>ἀναλαμβανομένη καὶ ἀναλίσκουσα, λάπτουσα τοῦ πνεύμονος τὸ
            <lb/>ποτόν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Πίνει γὰρ ὥνθρωπος τὸ μὲν πολλὸν ἐς νηδύν· ὁ γὰρ στόμαχος <lb/>ὁκοῖον χῶνος, καὶ
            ἐκδέχεται τὸ πλῆθος καὶ ἅσσα προσαιρόμεθα· πίνει <lb/>δὲ καὶ ἐς φάρυγγα, τυτθὸν δὲ οἷον
            καὶ ὁκόσον ἂν λάθοι διὰ ῥύμης <lb/>ἐσρυέν· πῶμα γὰρ ἀτρεκὲς ἡ ἐπιγλωσσὶς, κἂν διήσῃ
            μεῖζον ποτοῦ <lb/>οὐδέν. Σημήϊον τοῦτο· ἢν γάρ τις κυάνῳ ἢ μίλτῳ φορύξας ὕδωρ <lb/>δοίη
            δεδιψηκότι πάνυ πιεῖν, μάλιστα δὲ συῒ, τὸ γὰρ κτῆνος οὐκ ἔστιν <lb/>ἐπιμελὲς οὐδὲ
            φιλόκαλον, ἔπειτα δὲ εἰ ἔτι πίνοντος ἀνατέμνοις τὸν <lb/>λαιμὸν, εὕροις ἂν τοῦτον
            κεχρωσμένον τῷ ποτῷ· ἀλλ’ οὐ παντὸς ἀνδρὸς <lb/>ἡ χειρουργία. Οὔκουν ἀπιστητέον ἡμῖν
            περὶ τοῦ ποτοῦ, εἰ εὐτρεπίζει <pb n="v.9.p.82"/> τὴν σύριγγα τῷ ἀνθρώπῳ. Ἀλλὰ πῶς ὕδωρ ἀνέδην
            ἐνοροῦον <lb/>ὄχλον καὶ βῆχα παρέχει πουλλήν; οὕνεκα, φημὶ, ἀπάντικρυ τῆς <lb/>ἀναπνοῆς
            φέρεται. Τὸ γὰρ διὰ τῆς ῥύμης ἐσρέον, ἅτε παρὰ τυτθὸν <lb/>ἰὸν, οὐκ ἐνίσταται τῇ ἀναφορῇ
            τοῦ ἠέρος, ἀλλά τινα καὶ λείην ὁδόν <lb/>οἱ παρέχει ἡ ἐπίτεγξις· τοῦτο δὲ τὸ ὑγρὸν
            ἀπάγει τοῦ πνεύμονος <lb/>ἅμα τῷ ἠέρι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Τὸν μὲν οὖν ἠέρα χρὴ, γενόμενον θεραπείην, ἀνάγκῃ ὀπίσω <lb/>τὴν αὐτὴν ὁδὸν
            ἐκβάλλειν ἔνθεν ἤγαγεν· τὸ δ’ ὑγρὸν, τὸ μὲν εἰς τὸν <lb/>κουλεὸν αὐτέης ἀποπτύει, τὸ δ’
            αὖ ξὺν τῷ ἠέρι θύραζε χωρέειν ἐῇ. <lb/>Ταύτῃ καὶ διαίρει τὸν οὐρανὸν, ὁκόταν παλινδρομέῃ
            τὸ πνεῦμα· παλινδρομέει <lb/>δὲ κατὰ δίκην· οὐ γὰρ ἔστιν ἀνθρώπου φύσιος τροφὴ ταῦτα·
            <lb/>κῶς γὰρ ἀνθρώπου τροφὴ ἄνεμος καὶ ὕδωρ τὰ ὠμά; ἀλλὰ μᾶλλον <lb/>τιμωρίη ξυγγενέος
            πάθης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Περὶ δὲ οὗ ὁ λόγος, ἡ καρδίη μῦς ἐστι κάρτα ἰσχυρὸς, οὐ τῷ <lb/>νεύρῳ, ἀλλὰ πιλήματι
            σαρκός. Καὶ δύο γαστέρας ἔχει διακεκριμένας <lb/>ἐν ἑνὶ περιβόλῳ, τὴν μὲν ἔνθα, τὴν δὲ
            ἔνθα· οὐδὲν δὲ ἐοίκασιν ἀλλήλῃσιν· <lb/>ἡ μὲν γὰρ ἐν τοῖσι δεξιοῖσιν ἐπὶ στόμα κέεται
            ὁμιλέουσα τῇ <lb/>ἑτέρῃ [φλεβὶ], ἡ δὲ δεξιὴ φημὶ τῶν ἐν λαιοῖς· ἡ γὰρ πᾶσα καρδίη
            <lb/>τουτέοισι τὴν ἕδρην ἐμπεποίηται· ἀτὰρ ἥδε καὶ πάμπαν εὐρυκοίλιος <lb/>καὶ
            λαγαρωτέρη πολλῷ τῆς ἑτέρης, οὐδὲ τῆς καρδίης νέμεται τὴν <lb/>ἐσχατιὴν, ἀλλ’
            ἐγκαταλείπει τὸν οὐραχὸν στερεὸν, καί ἐστιν ὥσπερ <pb n="v.9.p.84"/> ἔξωθεν προσεῤῥαμμένη. Ἡ
            δὲ ἑτέρη κέεται ὑπένερθεν μὲν μάλιστα, <lb/>καὶ κατ’ ἰθυωρίην μάλιστα μὲν μαζῷ ἀριστερῷ,
            ὅπη καὶ διασημαίνει <lb/>τὸ ἅλμα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Περίβολον δὲ ἔχει παχὺν, καὶ βόθρον ἐμβεβόθρωται τὸ εἶδος <lb/>εἴκελον ὅλμῳ. Ἀλλὰ
            γὰρ ἤδη καὶ τοῦ πνεύμονος ἐνδύεται μετὰ <lb/>προσηνίης, καὶ κολάζει τὴν ἀκρασίην τοῦ
            θερμοῦ περιβαλλομένη· ὁ <lb/>γὰρ πνεύμων φύσει ψυχρός· ἀτὰρ καὶ ψυχόμενος τῇ εἰσπνοῇ.
          </p></div></div></body></text></TEI>