<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Καὶ τὸ θερμὸν πλεῖστον ἔνι τῇσι φλεψὶ καὶ τῇ καρδίῃ, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο
                        πνεῦμα ἡ καρδίη ἔχει θερμὴ ἐοῦσα μάλιστα τῶν ἐν τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ. Ῥηΐδιον δὲ
                        τοῦτο καταμαθεῖν, ὅτι τρέφον ἐστὶ τὸ πνεῦμα· <lb/>ἡ καρδίη καὶ αἱ κοῖλαι
                        φλέβες κινέονται αἰεὶ, καὶ τὸ θερμότατον <lb/>πλεῖστον ἐν τῇσι φλεψίν· καὶ
                        διὰ τοῦτο πνεῦμα ἡ καρδίη ἕλκει θερμὴ <lb/>ἐοῦσα μάλιστα τῶν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ.
                        Ἔστι δὲ καὶ ἄλλως γνῶναι· <lb/>πῦρ εἴ τις θέλει καίειν ἐν οἰκήματι ὁκόταν
                        ἄνεμος μὴ εἰσπνέῃ, <lb/>φλὸξ κινέεται τοτὲ μὲν μᾶλλον, τοτὲ δὲ ἧσσον· καὶ
                        λυχνὸς καιόμενος <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον κινέεται, τοτὲ μὲν μᾶλλον, τοτὲ δὲ
                        ἧσσον, <lb/>ἀνέμου οὐδενὸς κινέοντος, ὅν τινα καὶ ἡμεῖς οἷοί τέ ἐσμεν
                        γινώσκειν <lb/>πνέοντα· καὶ τροφή ἐστι τῷ θερμῷ τὸ ψυχρόν. Τὸ δὲ παιδίον ἐν
                        τῇ <lb/>γαστρὶ συνέχον τὰ χείλεα μύζει ἐκ τῶν μητρέων τῆς μητρὸς καὶ
                        <lb/>ἕλκει τήν τε τροφὴν καὶ τὸ πνεῦμα τῇ καρδίῃ εἴσω· τοῦτο γὰρ
                        <lb/>θερμότατόν ἐστιν ἐν τῷ παιδίῳ, ὅταν περ ἡ μήτηρ ἀναπνέῃ· τούτῳ <lb/>δὲ
                        καὶ τῷ ἄλλῳ σώματι τὴν κίνησιν παρέχει τὸ θερμὸν καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>πᾶσιν.
                        Εἰ δέ τις ἐρωτοίη πῶς τοῦτο οἶδέ τις, ὅτι ἐν τῇ μήτρῃ τὸ <lb/>παιδίον ἕλκει
                        καὶ μύζει, τάδε αὐτῷ ἔστιν ἀποκρίνασθαι· κόπρον ἔχον <pb n="594"/> ἐν τοῖσιν
                        ἐντέροισι γίνεται, καὶ ἀποπατέει ἐπειδὰν γένηται τάχιστα, <lb/>καὶ οἱ
                        ἄνθρωποι καὶ τὰ πρόβατα· καίτοι οὐκ ἂν εἶχε κόπρον, <lb/>εἰ μὴ ἐν τῇσι
                        μήτρῃσιν ἔμυζεν, οὐδ’ ἂν θηλάζειν τὸν μασθὸν <lb/>ἠπίστατο γεννώμενον
                        αὐτίκα, εἰ μὴ καὶ ἐν τῇ μήτρῃ ἔμυζε. Καὶ περὶ <lb/>μὲν τῆς κινήσιος τῆς
                        καρδίης καὶ τῶν φλεβῶν οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὁ δὲ πνεύμων πρὸς τῇ καρδίῃ ἐγένετο ὧδε· τοῦ ὑγροῦ ὁκόσον <lb/>ἦν
                        κολλωδέστατον, ἡ καρδίη θερμαίνουσα ταχὺ ἐξήρανεν ὅκως περ <lb/>ἀφρὸν, καὶ
                        ἐποίησε σηραγγῶδες, καὶ φλέβια πολλὰ ἐν αὐτέῳ. Διὰ <lb/>δὲ τοῦτο ἐποίησε τὰ
                        φλέβια· ὁκόσον ἐν τῷ κολλώδει ἐνῆν ψυχρὸν, <lb/>τοῦτο μὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ
                        διετάκη καὶ ἐγένετο ὑγρόν· τὸ δὲ ἀπὸ <lb/>τοῦ κολλώδεος αὐτὸς ὁ χιτών. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Τὸ δὲ ἧπαρ ὧδε ξυνέστὴ· ξὺν τῷ θερμῷ πουλὺ τοῦ ὑγροῦ <lb/>ἀπολὴφθὲν ἄνευ
                        τοῦ κολλώδεος καὶ τοῦ λιπαροῦ, ἐκράτησε τὸ ψυχρὸν <lb/>τοῦ θερμοῦ, καὶ
                        ἐπάγη. Τεκμήριον δέ μοι τόδε· ὁκόταν σφάξῃ τις <lb/>ἱερεῖον, τέως μὲν ἂν
                        θερμὸν ᾖ, ὑγρόν ἐστι τὸ αἷμα· ἐπειδὰν δὲ ψυχθῇ, <lb/>ἐπάγη· ἢν δέ τις αὐτὸ
                        τινάσσῃ, οὐ πήγνυται· αἱ γὰρ ἶνές <lb/>εἰσι ψυχραὶ καὶ κολλώδεες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ὁ δὲ σπλὴν συνέστη ὧδε· σὺν τῷ θερμῷ καὶ κολλώδει καὶ <lb/>τοῦ θερμοῦ
                        πλεῖστον, τοῦ δὲ ψυχροῦ ἐλάχιστον, τοσοῦτον μόνον ὁκόσον <lb/>πῆξαι τὸ
                        κολλῶδες αὐτὸ, ὅ εἰσιν αἱ ἶνες αἱ ἐνοῦσαι ἐν τῷ σπληνί· <lb/>καὶ διὰ τὰς
                        ἶνας ταύτας μαλακός ἐστιν ὁ σπλὴν καὶ ἰνώδης. Οἱ δὲ <lb/>νεφροὶ ξυνέστησαν
                        ὧδε· ὀλίγον τοῦ κολλώδεος, τοῦ θερμοῦ ὀλίγον, <pb n="596"/> τοῦ ψυχροῦ
                        πλεῖστον, καὶ ἐπάγη ὑπὸ τούτου, καὶ ἐγένετο σκληρότατον <lb/>τὸ σπλάγχνον
                        καὶ ἥκιστα ἐρυθρὸν, ὅτι οὐ πουλὺ τοῦ θερμοῦ ξυνέστη. <lb/>Ὁ δὲ αὐτὸς λόγος
                        καὶ περὶ τῶν σαρκῶν· τὸ μὲν ψυχρὸν ἔστησε <lb/>καὶ ξυνέπηξε καὶ ἐποίησε
                        σάρκα, τὸ δὲ κολλῶδες τρῶγλαι ἐγένοντο· <lb/>ἐν δὲ τῇσι τρώγλῃσι ταύτῃσι τὸ
                        ὑγρὸν, ὥσπερ καὶ ἐν τῇσι φλεψὶ τῇσι <lb/>μεγάλῃσιν. Τὸ δὲ θερμὸν ἐν παντὶ τῷ
                        σώματι, πλεῖστον δὲ τοῦ <lb/>ὑγροῦ ἐν τῷ σώματι, καὶ τοῦ ψυχροῦ πουλὺ ἐν τῷ
                        ὑγρῷ· τοσοῦτο <lb/>δέ ἐστι τοῦ ψυχροῦ ὁκόσον δύναται πῆξαι τὸ ὑγρόν· ἀλλὰ
                        νενίκηται, <lb/>ὥστε διακέχυται ὑπὸ τοῦ θερμοῦ. Ἡ δὲ ἀπόδειξις τοῦ ὑγροῦ ὅτι
                        <lb/>θερμόν ἐστιν, εἴ τις ἐθέλοι τάμνειν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ σώματος, ὅκου
                        <lb/>ἐθέλοι· ῥεύσει τε αἷμα θερμὸν, καὶ τέως μὲν ἂν θερμὸν ᾖ, ὑγρὸν
                        <lb/>ἔσται· ἐπειδὰν δὲ ψυχθῇ ὑπό τε τοῦ ἐνεόντος ψυχροῦ καὶ τοῦ ἐκτὸς,
                        <lb/>ἐγένετο δέρμα καὶ ὑμὴν, καὶ εἴ τις ἀφελὼν τοῦτο τὸ δέρμα ἐάσειεν
                        <lb/>ὀλίγου χρόνου, ὄψεται ἄλλο δέρμα γινόμενον· εἰ δέ τις τοῦτο αἰεὶ
                        <lb/>ἀφαιρεῖ, ἄλλο δέρμα γίνοιτ’ ἂν πρὸς τοῦ ψυχροῦ. Τούτου δὲ εἵνεκα
                        <lb/>πλείω ἔλεξα, τέως ἀποδείξω ὅτι τὸ ἔσχατον τοῦ σώματος πρὸς τοῦ
                        <lb/>ἠέρος ἀναγκαίως ἔχει δέρμα γενέσθαι ὑπὸ τοῦ ψυχροῦ καὶ τῶν πνευμάτων
                        <lb/>προσβαλλόντων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τὰ δὲ ἄρθρα ὧδε ἐγένετο· ὅτε τὰ ὀστέα ξυνίστατο, ὁκόσα <lb/>μὲν αὐτέων
                        λιπαρὰ ἦν, τάχιστα ἐξεκαύθη, ὥσπερ πρόσθεν λέλεκται <lb/>ἐν τῷ προτέρῳ λόγῳ·
                        ὁκόσον δ’ αὐτέων κολλῶδες ἦν, τοῦτο δὲ οὐκ <lb/>ἠδύνατο ἐκκαυθῆναι, ἀλλὰ
                        μεταξὺ ἀποληφθὲν τοῦ καιομένου καὶ <lb/>ξηραινομένου ὑπὸ τοῦ θερμοῦ νεῦρα
                        καὶ σίαλον ἐγένετο· τὸ δὲ σίαλον, <pb n="598"/> ὁκόσον τοῦ κολλώδεος
                        ὑγρότατον ἦν, τόδε θερμαινόμενον παχύτερον <lb/>ἐγένετο ὑγρὸν ἐόν· καὶ ἀπὸ
                        τούτου σίαλον ἐγένετο. </p></div></div></body></text></TEI>