<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ὁ δὲ ἐγκέφαλός ἐστι μητρόπολις τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ κολλώδεος, <lb/>τὸ δὲ
                        θερμὸν τοῦ λιπαροῦ μητρόπολις· θερμαινόμενον γὰρ, τὸ <lb/>πρῶτον πάντων
                        διαχεόμενον λιπαρὸν γίνεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐγκέφαλος <lb/>ὅτι ὀλίγιστον ἔχει
                        τοῦ λιπαροῦ, τοῦ δὲ κολλώδεος πλεῖστον, <lb/>οὐ δύναται ἐκκαυθῆναι ὑπὸ τοῦ
                        θερμοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ χιτῶνα <lb/>μήνιγγα παχείην ἔλαβε· περὶ δὲ τὴν
                        μήνιγγα ὀστέα ὁκόσον τὸ θερμὸν <lb/>ἐκράτησε, καὶ ἐν ὅσοισι τοῦ λιπαροῦ
                        ἐνῆν. Καὶ ὁ μυελὸς ὁ καλεόμενος <lb/>νωτιαῖος καθήκει ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου· καὶ
                        οὐκ ἐστὶν ἐν <lb/>αὐτῷ τοῦ λιπαροῦ ἢ τοῦ κολλώδεος πουλὺ, ὥσπερ καὶ τῷ
                        ἐγκεφάλῳ· <lb/>διὰ τοῦτο οὐκ ἂν δικαίως καὶ αὐτῷ εἴη μυελὸς οὔνομα· οὐ γὰρ
                        <lb/>ὅμοιος τῷ ἄλλῳ μυελῷ, ὡς ἐν τοῖσιν ἄλλοισιν ὀστοῖσιν ἔνι μοῦνος
                        <lb/>γὰρ μήνιγγας ἔχει, ὁ δὲ ἄλλος οὐκ ἔχει. Τεκμήρια δὲ τουτέων <pb n="590"/> σαφέα, εἴ τις ἐθέλοι ὀπτᾷν νευρώδεά τε καὶ κολλώδεα, καὶ τὰ ἄλλα <lb/>δέ·
                        τὰ μὲν ἄλλα ταχὺ ὀπτᾶται, τὰ δὲ νευρώδεά τε καὶ κολλώδεα <lb/>οὐκ ἐθέλει
                        ὀπτᾶσθαι ἐλάχιστον γὰρ ἔχει τοῦ λιπαροῦ· τὸ δὲ πιότατον <lb/>καὶ λιπαρὸν
                        τάχιστα δπτᾶται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τὰ δὲ σπλάγχνα ὧδέ μοι δοκέει ξυστῆναι· περὶ μὲν οὖν τῶν <lb/>φλεβῶν
                        εἴρηταί μοι πρότερον ἡ δὲ καρδίη πουλὺ τοῦ κολλώδεος καὶ <lb/>τοῦ ψυχροῦ
                        ἔχει· καὶ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ θερμαινόμενον, κρέας ἐγένετο <lb/>σκληρὸν καὶ
                        γλίσχρον, καὶ μήνιγξ περὶ αὐτὴν, καὶ ἐκοιλώθη οὐχ <lb/>ὥσπερ φλέβες, καί
                        ἐστιν ἐπὶ τῇς κεφαλῆς τῆς φλεβὸς τῆς κοιλοτάτης. <lb/>Δύο γάρ εἰσι κοῖλαι
                        φλέβες ἀπὸ τῆς καρδίης· τῇ μὲν οὔνομα <lb/>ἀρτηρίη· τῇ δὲ κοίλη φλὲψ, πρὸς ᾗ
                        ἡ καρδίη ἐστίν· καὶ πλεῖστον <lb/>ἔχει τοῦ θερμοῦ ἡ καρδίη, ᾗ ἡ κοίλη φλέψ,
                        καὶ ταμιεύει τὸ πνεῦμα. <lb/>Πρὸς δὲ τούτοιν τοῖν φλεβοῖν ἄλλαι κατὰ τὸ σῶμα
                        ἡ δὲ κοιλοτάτη <lb/>φλὲψ, πρὸς ᾗ ἡ καρδίη, διὰ τῆς κοιλίης ἁπάσης διήκει καὶ
                        διὰ τῶν <lb/>φρενῶν, καὶ σχίζεται ἐς ἑκάτερον τῶν νεφρῶν· καὶ ἐπὶ τῇ ὀτφυὶ
                        <lb/>σχίζεται, καὶ ἀΐσσει ἐπί τε τὰ ἄλλα καὶ ἐς ἑκάτερον σκέλος, ἀτὰρ
                        <lb/>καὶ ἄνωθεν τῆς καρδίης πρὸς τῷ αὐχένι, τὰ μὲν ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δ’ ἐπ’
                        <lb/>ἀριστερά· καὶ τότε ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἄγει καὶ ἐν τοῖς κροτάφοισι σχίζεται
                        <lb/>ἑκατέρη. Ἔστι δὲ καὶ ἀριθμῷ εἰπεῖν τὰς φλέβας τὰς μεγίστας· <lb/>ἐνὶ δὲ
                        λόγῳ ἀπὸ τῆς κοίλης φλεβος καὶ ἀπὸ τῆς ἀρτηρίης αἱ ἄλλαι <lb/>φλέβες
                        ἐσχισμέναι εἰσι κατὰ πᾶν τὸ σῶμα· κοιλόταται δὲ αἱ πρὸς <lb/>τῇ καρδιῃ καὶ
                        τῷ αὐχένι καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ κάτωθεν τῆς καρδίης <lb/>μέχρι τῶν ἰσχίων.
                    </p></div><pb n="592"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Καὶ τὸ θερμὸν πλεῖστον ἔνι τῇσι φλεψὶ καὶ τῇ καρδίῃ, καὶ <lb/>διὰ τοῦτο
                        πνεῦμα ἡ καρδίη ἔχει θερμὴ ἐοῦσα μάλιστα τῶν ἐν τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ. Ῥηΐδιον δὲ
                        τοῦτο καταμαθεῖν, ὅτι τρέφον ἐστὶ τὸ πνεῦμα· <lb/>ἡ καρδίη καὶ αἱ κοῖλαι
                        φλέβες κινέονται αἰεὶ, καὶ τὸ θερμότατον <lb/>πλεῖστον ἐν τῇσι φλεψίν· καὶ
                        διὰ τοῦτο πνεῦμα ἡ καρδίη ἕλκει θερμὴ <lb/>ἐοῦσα μάλιστα τῶν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ.
                        Ἔστι δὲ καὶ ἄλλως γνῶναι· <lb/>πῦρ εἴ τις θέλει καίειν ἐν οἰκήματι ὁκόταν
                        ἄνεμος μὴ εἰσπνέῃ, <lb/>φλὸξ κινέεται τοτὲ μὲν μᾶλλον, τοτὲ δὲ ἧσσον· καὶ
                        λυχνὸς καιόμενος <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον κινέεται, τοτὲ μὲν μᾶλλον, τοτὲ δὲ
                        ἧσσον, <lb/>ἀνέμου οὐδενὸς κινέοντος, ὅν τινα καὶ ἡμεῖς οἷοί τέ ἐσμεν
                        γινώσκειν <lb/>πνέοντα· καὶ τροφή ἐστι τῷ θερμῷ τὸ ψυχρόν. Τὸ δὲ παιδίον ἐν
                        τῇ <lb/>γαστρὶ συνέχον τὰ χείλεα μύζει ἐκ τῶν μητρέων τῆς μητρὸς καὶ
                        <lb/>ἕλκει τήν τε τροφὴν καὶ τὸ πνεῦμα τῇ καρδίῃ εἴσω· τοῦτο γὰρ
                        <lb/>θερμότατόν ἐστιν ἐν τῷ παιδίῳ, ὅταν περ ἡ μήτηρ ἀναπνέῃ· τούτῳ <lb/>δὲ
                        καὶ τῷ ἄλλῳ σώματι τὴν κίνησιν παρέχει τὸ θερμὸν καὶ τοῖς ἄλλοις <lb/>πᾶσιν.
                        Εἰ δέ τις ἐρωτοίη πῶς τοῦτο οἶδέ τις, ὅτι ἐν τῇ μήτρῃ τὸ <lb/>παιδίον ἕλκει
                        καὶ μύζει, τάδε αὐτῷ ἔστιν ἀποκρίνασθαι· κόπρον ἔχον <pb n="594"/> ἐν τοῖσιν
                        ἐντέροισι γίνεται, καὶ ἀποπατέει ἐπειδὰν γένηται τάχιστα, <lb/>καὶ οἱ
                        ἄνθρωποι καὶ τὰ πρόβατα· καίτοι οὐκ ἂν εἶχε κόπρον, <lb/>εἰ μὴ ἐν τῇσι
                        μήτρῃσιν ἔμυζεν, οὐδ’ ἂν θηλάζειν τὸν μασθὸν <lb/>ἠπίστατο γεννώμενον
                        αὐτίκα, εἰ μὴ καὶ ἐν τῇ μήτρῃ ἔμυζε. Καὶ περὶ <lb/>μὲν τῆς κινήσιος τῆς
                        καρδίης καὶ τῶν φλεβῶν οὕτως ἔχει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ὁ δὲ πνεύμων πρὸς τῇ καρδίῃ ἐγένετο ὧδε· τοῦ ὑγροῦ ὁκόσον <lb/>ἦν
                        κολλωδέστατον, ἡ καρδίη θερμαίνουσα ταχὺ ἐξήρανεν ὅκως περ <lb/>ἀφρὸν, καὶ
                        ἐποίησε σηραγγῶδες, καὶ φλέβια πολλὰ ἐν αὐτέῳ. Διὰ <lb/>δὲ τοῦτο ἐποίησε τὰ
                        φλέβια· ὁκόσον ἐν τῷ κολλώδει ἐνῆν ψυχρὸν, <lb/>τοῦτο μὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ
                        διετάκη καὶ ἐγένετο ὑγρόν· τὸ δὲ ἀπὸ <lb/>τοῦ κολλώδεος αὐτὸς ὁ χιτών. </p></div></div></body></text></TEI>