<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ὀσφραίνεται δ’ ὁ ἐγκέφαλος ὑγρὸς ἐὼν αὐτὸς τῶν ξηρῶν, <lb/>ἕλκων τὴν
                        ὀδμὴν ξὺν τῷ ἠέρι διὰ τῶν βρογχίων ξηρῶν ἐόντων· <lb/>προήκει γὰρ ὁ
                        ἐγκέφαλος τῆς ῥινὸς ἐς τὰ κοῖλα· καὶ ταύτῃ αὐτῷ οὐκ <lb/>ἔστιν ἐπίπροσθεν
                        ὀστέον οὐδὲν, ἀλλὰ χόνδριον μαλακὸν ὅκως περ <lb/>σπόγγος, οὔτε κρέας οὔτε
                        ὀστέον. Καὶ ὅταν μὲν ξηρὰ ᾖ τὰ κοῖλα τῆς <lb/>ῥινὸς, ὀσμᾶσθαι τῶν ξηροτέρων
                        αὐτὸς ἑωυτοῦ ἀκριβέστερός ἐστιν· <lb/>ὕδατος γὰρ οὐκ ὀδμᾶται· ὑγρότερον γάρ
                        ἐστι τοῦ ἐγκεφάλου, ἐὰν <lb/>μὴ σαπῇ· σηπόμενον γὰρ τὸ ὕδωρ παχύτερον
                        γίνεται καὶ τὰ ἄλλα <lb/>πάντα· ὁκόταν δὲ ὑγρανθέωσιν αἱ ῥῖνες, οὐ δύναται
                        ὀσφραίνεσθαι· <lb/>οὐ γὰρ τὸν ἠέρα ἕλκει αὐτὸς πρὸς ἑωυτόν. Ταύτῃ δὲ καὶ
                        ὅταν ἀποτήκῃ <lb/>ὁ ἐγκέφαλος πλεῖστον αὐτὸς ἀφ’ ἑωυτοῦ ἐς τὴν ὑπερώην καὶ
                        τὴν <lb/>φάρυγγα καὶ τὸν πνεύμονα καὶ ἐς τὴν ἄλλην κοιλίην, γινώσκουσιν οἱ
                        <lb/>ἄνθρωποι καὶ φασὶ καταῤῥέειν ἐκ τῆς κεφαλῆς· καταῤῥέει δὲ καὶ ἐς
                        <lb/>τὸ ἄλλο σῶμα· καί ἐστι τροπὴ τῷ θερμῷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ὁρῇ δὲ διὰ τοῦτο· ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου τῆς μήνιγγος φλὲψ <lb/>καθήκει ἐς τὸν
                        ὀφθαλμὸν διὰ τοῦ ὀστέου ἑκάτερον· διὰ ταύταιν <lb/>ταῖν φλεβοῖν ἀπὸ τοῦ
                        ἐγκεφάλου διηθέεται τὸ λεπτότατον τοῦ κολλωδεστάτου· <lb/>καὶ διὰ τοῦτο αὐτὸ
                        περὶ αὐτὸν δέρμα ποιέει τοιοῦτον <pb n="606"/> οἷόν περ αὐτό ἐστι τὸ
                        διαφανὲς τοῦ ὀφθαλμοῦ τὸ πρὸς τοῦ ἠέρος, πρὸς <lb/>ὃ προσβάλλει τὰ πνεύματα,
                        κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον ὥσπερ περὶ τοῦ ἄλλου <lb/>δέρματος ἔλεξα. Πολλὰ δὲ
                        ταῦτ’ ἐστὶ τὰ δέρματα πρὸ τοῦ ὁρέοντος <lb/>διαφανέα, ὁκοῖόν περ αὐτό ἐστιν·
                        τούτῳ γὰρ τῷ διαφανεῖ ἀνταυγέει <lb/>τὸ φῶς καὶ τὰ λαμπρὰ πάντα· τουτέῳ οὖν
                        ὁρῇ τῷ ἀνταυγέοντι· <lb/>ὅ τι δὲ μὴ λαμπρόν ἐστι μηδὲ ἀνταυγεῖ, τουτέῳ οὐχ
                        ὁρῇ· τὸ δὲ <lb/>ἄλλο τὸ περὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς λευκὸν κρέας ἐστίν. Ἡ δὲ κόρη
                        καλεομένη <lb/>τοῦ ὀφθαλμοῦ μέλαν φαίνεται διὰ τοῦτο, ὅτι ἐν βάθει ἐστὶ
                        <lb/>καὶ χιτῶνες περὶ αὐτὸ εἰσὶ μέλανες· χιτῶνα δὲ καλέομεν τὸ ἐνεὸν
                        <lb/>ὥσπερ δέρμα· ἔστι δὲ οὐ μέλαν ὄψει, ἀλλὰ λευκὸν διαφανές. Τὸ <lb/>δὲ
                        ὑγρὸν κολλῶδες· πολλάκις γὰρ ὀπώπαμεν ἐπὶ συῤῥαγέντος ὀφθαλμοῦ <lb/>ἐξιὸν
                        ὑγρὸν κολλῶδες· κἢν μὲν ᾖ ἔτι θερμὸν, ὑγρόν ἐστιν· ἐπειδὰν δὲ <lb/>ψυχθῇ,
                        ἐγένετο ξηρὸν ὥσπερ λιβανωτὸς διαφανὴς, καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ <lb/>τῶν θηρίων
                        ὅμοιόν ἐστι. Τὸν δὲ ὀφθαλμὸν ἀνιᾷ πᾶν ὅ τι ἂν ἐμπέσῃ, <lb/>καὶ τὰ πνεύματα
                        προσβάλλοντα, καὶ τὰ ἄλλα ὅσα λαμπρότερα ἢ <lb/>κατ’ αὐτόν ἐστι, καὶ εἴ τις
                        ἐγχρίσει, διὰ τόδε, ὅτι ὁμόχροια ἔνυγρός <lb/>ἐστιν, ὥσπερ τὸ στόμα καὶ ἡ
                        γλῶσσα καὶ ἡ ἄλλη κοιλίη ἔνυγρά ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Διαλέγεται δὲ διὰ τὸ πνεῦμα ἕλκων ἔσω ἐς πᾶν τὸ σῶμα, <pb n="608"/> τὸ
                        πλεῖστον δὲ ἐς τὰ κοῖλα αὐτὸς ἑωυτῷ· αὐτὸ δὲ θύραζε ὠθεόμενον <lb/>διὰ τὸ
                        κενὸν ψόφον ποιέει· ἡ κεφαλὴ γὰρ ἐπηχεῖ. Ἡ δὲ γλῶσσα <lb/>ἀρθροῖ
                        προσβάλλουσα· ἐν τῷ φάρυγγι ἀποφράσσουσα καὶ προσβάλλουσα <lb/>πρὸς τὴν
                        ὑπερώην καὶ πρὸς τοὺς ὀδόντας ποιέει σαφηνίζειν· ἢν <lb/>δὲ μὴ ἡ γλώσση
                        ἀρθροῖ προσβάλλουσα ἑκάστοτε, οὐκ ἂν σαφέως διαλέγοιτο, <lb/>ἀλλ’ ᾗ ἕκαστα
                        φύσει τὰ μονόφωνα. Τεκμήριον δέ ἐστι τουτέῳ, <lb/>οἱ κωφοὶ οἱ ἐκ γενεῆς οὐκ
                        ἐπίστανται διαλέγεσθαι, ἀλλὰ τὰ <lb/>μονόφωνα μοῦνον φωνέουσιν, οὐδ’ εἴ τις
                        τὸ πνεῦμα ἐκπνεύσας πειρῷτο <lb/>διαλέγεσθαι. Δῆλον δὲ τόδε· οἱ ἄνθρωποι
                        ὁκόταν βούλωνται μέγα <lb/>φωνῆσαι, ἕλκοντες τὸ πνεῦμα τὸ ἔξω ὠθέουσι θύραζε
                        καὶ φθέγγονται <lb/>μέγα ὡς ἀντηχῇ τὸ πνεῦμα, ἔπειτα δὲ καταμαραίνεται τὸ
                        φθέγμα· <lb/>καὶ οἱ κιθαρωδοὶ, ὁκόταν δέῃ αὐτοῖς μακροφωνέειν, ἐπ’ ἄκρον
                        ἑλκύσαντες <lb/>τὸ πνεῦμα ἔσω πουλὺ ἐκτείνουσι τὴν ἐκφορὰν καὶ φωνοῦσι καὶ
                        <lb/>φθέγγονται μέγα ὡς ἀντηχῶσι τῷ πνεύματι, ἐπὴν δὲ τὸ πνεῦμα
                        <lb/>ἐπιλίπῃ, καταπαύονται· τουτέοισι δῆλον ὅτι τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ
                        φθεγγόμενον. <lb/>Εἶδον δὲ ἤδη οἳ, σφάξαντες ἑωυτοὺς, ἀπέταμον τὸν φάρυγγα
                        <lb/>παντάπασιν· οὗτοι ζῶσι μὲν, φθέγγονται δὲ οὐδὲν, εἰ μή τις <lb/>συλλάβῃ
                        τὸν φάρυγγα· οὗτοι δὲ φθέγγονται· δῆλον δὲ καὶ τούτῳ, <lb/>ὅτι τὸ πνεῦμα οὐ
                        δύναται, διατετμημένου τοῦ λάρυγγος, ἕλκειν ἔσω <lb/>ἐς τὰ κοῖλα, ἀλλὰ κατὰ
                        τὸ διατετμημένον ἐκπνέει. Οὕτως ἔχει περὶ <lb/>φωνῆς ἴσως καὶ διαλέξιος.
                    </p></div></div></body></text></TEI>