<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Οἱ δὲ ὄνυχες ἀπὸ τουτέου ἐγένοντο τοῦ κολλώδεος· ἀπὸ γὰρ <lb/>τῶν ὀστέων
                        καὶ τῶν ἄρθρων αἰεὶ τὸ ὑγρότατον αὐτέου ἀπιὸν κολλῶδες <lb/>γίνεται, ἀπὸ τοῦ
                        θερμοῦ ξηραινόμενον καὶ ἐξαυαινόμενον, θύραζε <lb/>ὄνυχες. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Οἱ δὲ ὀδόντες ὕστερον γίνονται διὰ τόδε· ἀπὸ τῶν ὀστέων τῶν <lb/>ἐν τῇ
                        κεφαλῇ καὶ τοῖν γνάθοιν ἡ αὔξησις γίνεται· τοῦ κολλώδεος <lb/>καὶ τοῦ
                        λιπαροῦ τὸ ἐνεὸν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ξηραινόμενον ἐκκαίεται, <lb/>καὶ γίνονταί
                        ὀδόντες σκληρότεροι τῶν ἄλλων ὀστέων, ὅτι οὐκ ἔνεστι <lb/>τοῦ ψυχροῦ. Καὶ οἱ
                        μὲν πρῶτοι ὀδόντες φύονται ἀπὸ τῆς διαίτης τῆς <lb/>ἐν τῇ μήτρῃ, καὶ, ἐπὴν
                        γένηται, ἀπὸ τοῦ γάλακτος θηλάζοντι τῷ παιδίῳ· <lb/>ἐπειδὰν δὲ οὗτοι
                        ἐκπέσωσιν ἀπὸ τῶν σιτίων καὶ τῶν ποτῶν, <lb/>ἐκπίπτουσι δὲ ἐπειδὰν ἑπτὰ ἔτεα
                        ἔῃ τῆς πρώτης τροφῆς, ἔστι δὲ <lb/>καὶ οἷς πρότερον, ἢν ἀπὸ νοσερῆς τροφῆς
                        φυῶσιν· τοῖσι δὲ πλείστοισιν, <lb/>ἐπειδὰν ἑπτὰ ἔτεα γένηται· οἱ δὲ
                        μεταφυέοντες συγκαταγηράσκουσιν, <lb/>ἢν μὴ ὑπὸ νόσου διαφθαρῶσι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Διὰ δὲ τοῦτο φύονται οἱ ὀδόντες ὕστερον τῶν ἄλλων· ἐν τῇ <pb n="600"/>
                        γνάθῳ φλέβες εἰσὶ τῇ κάτω κοῖλαι, καὶ μούνοισι τῶν ὀστέων αὗται <lb/>τὴν
                        τροφὴν παρέχουσι τῷ ὀστέῳ· τὰ δὲ ὀστέα τοιαύτην αὔξησιν ὁποῖά <lb/>πέρ ἐστι,
                        καὶ τὰ ἄλλα δὲ πάντα τοιαύτην ἀποδίδωσιν αὔξησιν, ὁποῖα <lb/>αὐτά ἐστιν· καὶ
                        γὰρ αἱ φλέβες αἱ ἐκ τῆς νηδύος καὶ τῶν ἐντέρων, <lb/>εἰς ἃ συλλέγεται τὰ
                        σιτία καὶ τὰ ποτὰ, ἐπειδὰν θερμανθῇ ταῦτα, <lb/>ἕλκουσι τὸ λεπτότατον καὶ τὸ
                        ὑγρότατον· τὸ δὲ παχύτατον αὐτέου <lb/>καταλείπεται, καὶ γίνεται κόπρος ἐν
                        τοῖσιν ἐντέροισι τοῖσι κάτω· <lb/>τὸ δὲ λεπτότατον αἱ φλέβες ἕλκουσιν ἐκ τῆς
                        νηδύος καὶ τῶν ἐντέρων <lb/>τῶν ἄνωθεν τῆς νήστιος, θερμαινομένων τῶν
                        σιτίων· ἐπὴν δὲ περήσῃ <lb/>τὴν νῆστιν, ἐς τὰ κάτω ἔντερα ξυνεστράφη, καὶ
                        κόπρος ἐγένετο· <lb/>ἡ δὲ τροφὴ ἐπειδὰν ἀφίκηται ἐς ἕκαστον, τοιαύτην
                        ἀπέδωκε τὴν εἰδέην <lb/>ἑκάστου ὁκοία περ ἦν· ἀρδόμενα γὰρ ὑπὸ τῆς τροφῆς
                        αὔξεται <lb/>ἕκαστα, τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρὸν καὶ τὸ κολλῶδες καὶ τὸ λιπαρὸν
                        <lb/>καὶ τὸ γλυκὺ καὶ τὸ πικρὸν καὶ τὰ ὀστέα καὶ τὰ ἄλλα ξύμπαντα <lb/>ὁκόσα
                        ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἔνι. Διὰ τοῦτο ὕστερον οἱ ὀδόντες φύονται· <lb/>εἴρηται δέ μοι
                        καὶ πρότερον ὅτι μοῦναι τῶν ὀστέων αἱ γνάθοι φλέβας <pb n="602"/> ἔχουσιν
                        αὐταὶ ἐν ἑωυταῖσι· καὶ διὰ τοῦτο τροφὴ ἕλκεται πλέον <lb/>ἢ ἐς τὰ ἄλλα
                        ὀστέα. Καὶ πλέονα τὴν τροφὴν ἔχοντα καὶ ἀθροωτέρην <lb/>τὴν ἐπιῤῥοὴν,
                        ἀποτίκτει αὔξησιν αὐτὰ ἀφ’ ἑαυτέων τοιαύτην οἷά πέρ <lb/>ἐστιν αὐτὰ, τέως ἄν
                        περ καὶ ἄνθρωπος οὖλος αὐξάνηται. Αὐξάνεται <lb/>δὲ ἐπὴν γένηται ἐπίδηλος·
                        ἐπίδηλος δὲ μάλιστα γίνεται ἀπὸ ἑπταετέος <lb/>μέχρι τεσσαρεσκαιδεκαετέος,
                        καὶ ἐν τουτέῳ τῷ χρόνῳ οἵ τε μέγιστοι <lb/>τῶν ὀδόντων φύονται καὶ ἄλλοι
                        πάντες, ἐπὴν ἐκπέσωσιν οἳ <lb/>ἐγένοντο ἀπὸ τῆς τροφῆς τῆς ἐν τῇ μήτρῃ.
                        Αὐξάνεται δὲ καὶ ἐς <lb/>τὴν τρίτην ἑβδομάδα, ἐν ᾗ νεηνίσκος γίνεται, μέχρι
                        τεσσάρων καὶ <lb/>πέντε ἑβδομάδων· καὶ ἐν τῇ τετάρτῃ δὲ ἑβδομάδι ὀδόντες
                        φύονται <lb/>δύο τοῖσι πολλοῖσι τῶν ἀνθρώπων, οὗτοι καλέονται σωφρονιστῆρες.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Αἱ δὲ τρίχες φύονται ὧδε· ὀστέα εἰσὶ καὶ ἐγκέφαλος, ἀφ’ ὧν <lb/>ἡ τοιαύτη
                        αὔξησις, ὅτι τοῦ πέριξ κολλώδεος, ὅπως περ τοῖσι νεύροισι, <lb/>καὶ τοῦ
                        λιπαροῦ οὐκ ἔνεστιν· εἰ γὰρ ἐνῆν τοῦ λιπαροῦ, ἐξεκαίετο ἂν <lb/>ἐκ τοῦ
                        θερμοῦ. Τάχα δὲ θαυμάσειεν ἄν τις ὅτι καὶ ἐν τῇσι μασχάλῃσι <lb/>καὶ ἐν τῷ
                        ἐπισείῳ τρίχες πολλαὶ καὶ ἐν τῷ σώματι παντί εἰσιν· <lb/>ωὐτὸς λόγος περὶ
                        τουτέου· ὅπου τυγχάνει τοῦ σώματος τὸ κολλῶδες <lb/>ὂν, ἐνταῦθα αἱ τρίχες
                        γίνονται ὑπὸ τοῦ θερμοῦ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἀκούει δὲ διὰ τόδε· τὰ τρήματα τῶν οὐάτων προσήκει πρὸς <lb/>ὀστέον
                        σκληρόν τε καὶ ξηρὸν ὅμοιον λίθῳ· τοῦτο δὲ, πέφυκε πρὸς <lb/>ὀστέον κοίλωσις
                        σηραγγώδης· οἱ δὲ ψόφοι ἀπερείδονται πρὸς τὸ <lb/>σκληρόν· τὸ δὲ ὀστέον τὸ
                        κοῖλον ἐπηχεῖ διὰ τοῦ σκληροῦ· τὸ δὲ <lb/>δέρμα τὸ πρὸς τῇ ἀκοῇ πρὸς τῷ
                        ὀστέῳ τῷ σκληρῷ λεπτόν ἐστιν ὥσπερ <lb/>ἀράχνιον, ξηρότατον τοῦ ἄλλου
                        δέρματος. Τεκμήρια δὲ πολλὰ <pb n="604"/> ὅτι ξηρότατον ἠχεῖ μάλιστα· ὅταν
                        δὲ μέγιστον ἠχήσῃ, τότε μάλιστα <lb/>ἀκούομεν. Καί εἰσί τινες οἳ ἔλεξαν
                        φύσιν ξυγγράφοντες ὅτι ὁ ἐγκέφαλός <lb/>ἐστιν ὁ ἠχέων· τοῦτο δὲ οὐκ ἂν
                        γένηται· αὐτός τε γὰρ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>ὑγρός ἐστι, καὶ μῆνιγξ περὶ αὐτόν
                        ἐστιν ὑγρὴ καὶ παχείη, <lb/>καὶ περὶ τὴν μήνιγγα ὀστέα· οὐδὲν οὖν τῶν ὑγρῶν
                        ἠχεῖ, ἀλλὰ ξηρά· <lb/>τὰ δὲ ἠχέοντα ἀκοὴν ποιεῖ. </p></div></div></body></text></TEI>