<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg043.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΣΑΡΚΩΝ.</head><p>1. Ἐγὼ τὰ μέχρι τοῦ λόγου τούτου κοινῇσι γνώμῃσι χρέομαι <lb/>ἑτέρων τε τῶν
                        ἔμπροσθεν, ἀτὰρ καὶ ἐμεωυτοῦ· ἀναγκαίως γὰρ ἔχει <lb/>κοινὴν ἀρχὴν ὑποθέσθαι
                        τῇσι γνώμῃσι βουλόμενον ξυνθεῖναι τὸν <lb/>λόγον τόνδε περὶ τῆς τέχνης τῆς
                        ἰητρικῆς. Περὶ δὲ τῶν μετεώρων <lb/>οὐδὲ δέομαι λέγειν, ἢν μὴ τοσοῦτον ἐς
                        ἄνθρωπον ἀποδείξω καὶ τὰ ἄλλα <lb/>ζῶα, ὁκόσα ἔφυ καὶ ἐγένετο, καὶ ὅ τι ψυχή
                        ἐστιν, καὶ ὅ τι τὸ ὑγιαίνειν, <lb/>καὶ ὅ τι τὸ κάμνειν, καὶ ὅ τι τὸ ἐν
                        ἀνθρώπῳ κακὸν καὶ ἀγαθὸν, <lb/>καὶ ὅθεν ἀποθνήσκει. Νῦν δὲ ἀποφαίνομαι αὐτὸς
                        ἐμεωυτοῦ γνώμας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Δοκέει δέ μοι ὃ καλέομεν θερμὸν, ἀθάνατόν τε εἶναι καὶ νοέειν <lb/>πάντα
                        καὶ ὁρῇν καὶ ἀκούειν καὶ εἰδέναι πάντα ἐόντα τε καὶ ἐσόμενα· <lb/>τοῦτο οὖν
                        τὸ πλεῖστον, ὅτε ἐταράχθη πάντα, ἐξεχώρησεν εἰς τὴν <lb/>ἀνωτάτω περιφορήν·
                        καὶ ὀνομῆναί μοι αὐτὸ δοκέουσιν οἱ παλαιοὶ <lb/>αἰθέρα. Ἡ δευτέρα μοῖρα
                        κάτωθεν, αὐτὴ καλέεται μὲν γῆ, ψυχρὸν <lb/>καὶ ξηρὸν καὶ πουλὺ κινοῦν· καὶ
                        ἐν τουτέῳ ἔνι δὴ πουλὺ τοῦ θερμοῦ. <lb/>Ἡ δὲ τρίτη μοῖρα ἡ τοῦ ἠέρος μέσον
                        χωρίον εἴληφε θερμόν τι ἂν <lb/>καὶ ὑγρόν. Ἡ δὲ τετάρτη ἡ τοῦ ἐγγυτάτω πρὸς
                        τῇ γῇ ὑγρότατόν τε <lb/>καὶ παχύτατον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Κυκλεομένων δὲ τουτέων, ὅτε συνεταράχθη, ἀπελείφθη τοῦ <pb n="586"/>
                        θερμοῦ πουλὺ ἐν τῇ γῇ ἄλλοθι καὶ ἄλλοθι, τὰ μὲν μεγάλα, τὰ δὲ <lb/>ἐλάσσω,
                        τὰ δὲ καὶ πάνυ σμικρὰ, πλῆθος πολλά. Καὶ τῷ χρόνῳ <lb/>ὑπὸ τοῦ θερμοῦ
                        ξηραινομένης τῆς γῆς, ταῦτα καταληφθέντα περὶ <lb/>αὐτὰ σηπεδόνας ποιέει
                        οἷόν περ χιτῶνας. Καὶ πολλῷ χρόνῳ θερμαινόμενον, <lb/>ὁκόσον μὲν ἐτύγχανεν
                        ἐκ τῆς γαίης σηπεδόνες λιπαρόν <lb/>τε ἐὸν καὶ ὀλίγιστον τοῦ ὑγροῦ ἔχον,
                        τάχιστα ἐξεκαύθη καὶ <lb/>ἐγένετο ὀστέα. Ὁκόσα δὲ ἐτύγχανε κολλωδέστερα
                        ἐόντα καὶ τοῦ ψυχροῦ <lb/>μετέχοντα, ταῦτα δὲ θερμαινόμενα οὐκ ἠδύνατο
                        ἐκκαυθῆναι, <lb/>οὐδὲ μὴν τοῦ ὑγροῦ γενέσθαι· διὰ τοῦτο εἰδέην ἀλλοιοτέρην
                        ἔλαβε <lb/>τῶν ἄλλων καὶ ἐγένετο νεῦρα στερεά· οὐδὲ γὰρ ἐνῆν πολὺ τοῦ ψυχροῦ
                        <lb/>αὐτῷ. Αἱ δὲ φλέβες τοῦ ψυχροῦ εἶχον πουλύ· καὶ τούτου τοῦ ψυχροῦ
                        <lb/>τὸ μὲν πέριξ ὅσον κολλωδέστατον ἦν, ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ἐξοπτηθὲν,
                        <lb/>μήνιγξ ἐγένετο, τὸ δὲ ψυχρὸν ἐὸν κρατηθὲν ὑπὸ τοῦ θερμοῦ <lb/>διελύθη
                        καὶ ἐγένετο ὑγρὸν διὰ τοῦτο. Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ <lb/>φάρυγξ καὶ ὁ
                        στόμαχος καὶ ἡ γαστὴρ καὶ τὰ ἔντερα ἐς τὸν ἀρχὸν <lb/>κοῖλα ἐγένοντο· τοῦ
                        γὰρ ψυχροῦ αἰεὶ θερμαινομένου τὸ μὲν πέριξ <lb/>ἐξωπτήθη ὅσον αὐτὸ κολλῶδες
                        ἦν, καὶ ἐγένετο χιτὼν ὁ περὶ αὐτὸν <lb/>μήνιγξ, τὸ δὲ ἐντὸς τοῦ ψυχροῦ, οὐ
                        γὰρ ἔην ἐν αὐτῷ οὔτε λιπαρὸν <lb/>οὔτε κολλῶδες πουλὺ, διετάκη καὶ ἐγένετο
                        ὑγρόν. Κατὰ δὲ τὸν αὐτὸν <lb/>λόγον καὶ ἡ κύστις, πουλὺ ψυχρὸν ἀπολειφθὲν,
                        τὸ πέριξ αὐτοῦ <lb/>ὑπὸ τοῦ θερμοῦ θερμαινόμενον διελύθη καὶ ἐγένετο ὑγρόν·
                        οὐ γὰρ <pb n="588"/> ἔην ἐν αὐτῷ οὔτε τοῦ λιπαροῦ οὔτε τοῦ κολλώδεος· ὅσον
                        δὲ περιῆν <lb/>χιτὼν ἐγένετο. Ἀτὰρ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ὅσα κοῖλα, τὸν αὐτὸν
                        ἔχει <lb/>τρόπον· ὅκου μὲν ἦν τοῦ κολλώδεος πλέον ἢ τοῦ λιπαροῦ, χιτὼν
                        <lb/>μήνιγξ ἐγένετο· ὅκου δὲ τοῦ λιπαροῦ πλέον ἢ τοῦ κολλώδεος, ὀστέα
                        <lb/>ἐγένετο. Ωὐτὸς δὲ λόγος καὶ τῶν ὀστέων· ὅκου μὲν μὴ ἐνῆν τοῦ
                        <lb/>κολλώδεος, τοῦ δὲ λιπαροῦ καὶ τοῦ ψυχροῦ, ἐξεκαίετο θᾶσσον διὰ τὸ
                        <lb/>λιπαρὸν, καὶ ταῦτα τῶν ὀστέων καὶ σκληρότατα καὶ στριφνότατα· <lb/>ὅκου
                        δὲ λιπαρὸν καὶ κολλῶδες παραπλήσια, ταῦτα δὲ τῶν ὀστέων <lb/>σηραγγώδεα.
                        Περὶ μὲν τουτέων οὕτως· τὸ μὲν ψυχρὸν πήγνυσιν· τὸ <lb/>δὲ θερμὸν διαχέει,
                        ἐν δὲ τῷ πολλῷ καὶ ξηραίνει χρόνῳ· ὅκου δὲ <lb/>ἂν τοῦ λιπαροῦ ξυνίῃ τι,
                        τουτέοισι θᾶσσον ἐκκαίει καὶ ξηραίνει· <lb/>ὅκου δὲ ἂν τὸ κολλῶδες ξυνίῃ τῷ
                        ψυχρῷ ἄνευ τοῦ λιπαροῦ, οὐκ ἐθέλει <lb/>ἐκκαίεσθαι, ἀλλὰ τῷ χρόνῳ
                        θερμαινόμενον πήγνυται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Ὁ δὲ ἐγκέφαλός ἐστι μητρόπολις τοῦ ψυχροῦ καὶ τοῦ κολλώδεος, <lb/>τὸ δὲ
                        θερμὸν τοῦ λιπαροῦ μητρόπολις· θερμαινόμενον γὰρ, τὸ <lb/>πρῶτον πάντων
                        διαχεόμενον λιπαρὸν γίνεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐγκέφαλος <lb/>ὅτι ὀλίγιστον ἔχει
                        τοῦ λιπαροῦ, τοῦ δὲ κολλώδεος πλεῖστον, <lb/>οὐ δύναται ἐκκαυθῆναι ὑπὸ τοῦ
                        θερμοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ χρόνῳ χιτῶνα <lb/>μήνιγγα παχείην ἔλαβε· περὶ δὲ τὴν
                        μήνιγγα ὀστέα ὁκόσον τὸ θερμὸν <lb/>ἐκράτησε, καὶ ἐν ὅσοισι τοῦ λιπαροῦ
                        ἐνῆν. Καὶ ὁ μυελὸς ὁ καλεόμενος <lb/>νωτιαῖος καθήκει ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου· καὶ
                        οὐκ ἐστὶν ἐν <lb/>αὐτῷ τοῦ λιπαροῦ ἢ τοῦ κολλώδεος πουλὺ, ὥσπερ καὶ τῷ
                        ἐγκεφάλῳ· <lb/>διὰ τοῦτο οὐκ ἂν δικαίως καὶ αὐτῷ εἴη μυελὸς οὔνομα· οὐ γὰρ
                        <lb/>ὅμοιος τῷ ἄλλῳ μυελῷ, ὡς ἐν τοῖσιν ἄλλοισιν ὀστοῖσιν ἔνι μοῦνος
                        <lb/>γὰρ μήνιγγας ἔχει, ὁ δὲ ἄλλος οὐκ ἔχει. Τεκμήρια δὲ τουτέων <pb n="590"/> σαφέα, εἴ τις ἐθέλοι ὀπτᾷν νευρώδεά τε καὶ κολλώδεα, καὶ τὰ ἄλλα <lb/>δέ·
                        τὰ μὲν ἄλλα ταχὺ ὀπτᾶται, τὰ δὲ νευρώδεά τε καὶ κολλώδεα <lb/>οὐκ ἐθέλει
                        ὀπτᾶσθαι ἐλάχιστον γὰρ ἔχει τοῦ λιπαροῦ· τὸ δὲ πιότατον <lb/>καὶ λιπαρὸν
                        τάχιστα δπτᾶται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Τὰ δὲ σπλάγχνα ὧδέ μοι δοκέει ξυστῆναι· περὶ μὲν οὖν τῶν <lb/>φλεβῶν
                        εἴρηταί μοι πρότερον ἡ δὲ καρδίη πουλὺ τοῦ κολλώδεος καὶ <lb/>τοῦ ψυχροῦ
                        ἔχει· καὶ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ θερμαινόμενον, κρέας ἐγένετο <lb/>σκληρὸν καὶ
                        γλίσχρον, καὶ μήνιγξ περὶ αὐτὴν, καὶ ἐκοιλώθη οὐχ <lb/>ὥσπερ φλέβες, καί
                        ἐστιν ἐπὶ τῇς κεφαλῆς τῆς φλεβὸς τῆς κοιλοτάτης. <lb/>Δύο γάρ εἰσι κοῖλαι
                        φλέβες ἀπὸ τῆς καρδίης· τῇ μὲν οὔνομα <lb/>ἀρτηρίη· τῇ δὲ κοίλη φλὲψ, πρὸς ᾗ
                        ἡ καρδίη ἐστίν· καὶ πλεῖστον <lb/>ἔχει τοῦ θερμοῦ ἡ καρδίη, ᾗ ἡ κοίλη φλέψ,
                        καὶ ταμιεύει τὸ πνεῦμα. <lb/>Πρὸς δὲ τούτοιν τοῖν φλεβοῖν ἄλλαι κατὰ τὸ σῶμα
                        ἡ δὲ κοιλοτάτη <lb/>φλὲψ, πρὸς ᾗ ἡ καρδίη, διὰ τῆς κοιλίης ἁπάσης διήκει καὶ
                        διὰ τῶν <lb/>φρενῶν, καὶ σχίζεται ἐς ἑκάτερον τῶν νεφρῶν· καὶ ἐπὶ τῇ ὀτφυὶ
                        <lb/>σχίζεται, καὶ ἀΐσσει ἐπί τε τὰ ἄλλα καὶ ἐς ἑκάτερον σκέλος, ἀτὰρ
                        <lb/>καὶ ἄνωθεν τῆς καρδίης πρὸς τῷ αὐχένι, τὰ μὲν ἐπὶ δεξιὰ, τὰ δ’ ἐπ’
                        <lb/>ἀριστερά· καὶ τότε ἐπὶ τὴν κεφαλὴν ἄγει καὶ ἐν τοῖς κροτάφοισι σχίζεται
                        <lb/>ἑκατέρη. Ἔστι δὲ καὶ ἀριθμῷ εἰπεῖν τὰς φλέβας τὰς μεγίστας· <lb/>ἐνὶ δὲ
                        λόγῳ ἀπὸ τῆς κοίλης φλεβος καὶ ἀπὸ τῆς ἀρτηρίης αἱ ἄλλαι <lb/>φλέβες
                        ἐσχισμέναι εἰσι κατὰ πᾶν τὸ σῶμα· κοιλόταται δὲ αἱ πρὸς <lb/>τῇ καρδιῃ καὶ
                        τῷ αὐχένι καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ καὶ κάτωθεν τῆς καρδίης <lb/>μέχρι τῶν ἰσχίων.
                    </p></div></div></body></text></TEI>