<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg040.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="work" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΝΑΤΟΜΗΣ.</head><p>1. Ἀρτηρίη ἐξ ἑκατέρου φαρυγγέθρου τὴν ἔκφυσιν ποιευμένη ἐς <lb/>ἄκρον
                        πνεύμονος τελευτᾷ, κρίκοις ξυγκειμένη ὁμορυσμοῖς, τῶν περιηγέων
                        <lb/>ἁπτομένη κατ’ ἐπίπεδον ἀλλήλων. Αὐτὸς δὲ ὁ πνεύμων <lb/>συνεξαναπληροῖ
                        τὴν χέλυν, τετραμμένος ἐς τὰ ἀριστερὰ, πέντε <lb/>ὑπερκορυφώσιας ἔχων, ἃς δὴ
                        καλέουσι λοβοὺς, τεφρίνης χροιῆς τυχὼν, <lb/>στίγμασιν ὀφρυόεσι
                        κεκεντημένος, φύσει ἐὼν τενθρηνιώδης. <lb/>Μέσῳ δ’ αὐτέῳ ἡ καρδίη
                        ἐγκαθίδρυται, στρογγυλωτέρη καθεστεῶσα <lb/>πάντων ζώων. Ἀπὸ δὲ τῆς καρδίης
                        ἐς ἧπαρ βρογχίη πολλὴ καθήκει, <lb/>καὶ μετὰ βρογχίης φλὲψ μεγάλη καλευμένη,
                        δι’ ἧς οὖλον τὸ <lb/>σκῆνος τρέφεται. Τὸ δὲ ἧπαρ ὁμορυσμίην μὲν ἔχει τοῖς
                        ἄλλοις ἅπασιν, <lb/>αἱμοῤῥωδέστερον δέ ἐστι τῶν ἄλλων, ὑπερκορυφώσιας ἔχον
                        δύο, <lb/>ἃς καλέουσι πύλας, ἐν δεξιοῖς τόποις κειμένας· ἀπὸ δὲ τουτέου
                        σκαλήνη <lb/>φλὲψ ἐπὶ τὰ κάτω νεφρῶν ἀποτείνουσα. Νεφροὶ δὲ ὁμοιορυσμοὶ,
                        <lb/>τὴν χροιὴν δὲ ἐναλίγκιοι μήλοισιν· ἀπὸ δὲ τουτέων ὀχετοὶ σκαληνοειδέες
                        <lb/>ἄκρην κορυφὴν κύστιος κεῖνται. Κύστις δὲ νευρώδης οὔλη <lb/>καὶ μεγάλη·
                        ἕκαθεν δὲ κύστιος μετοχὴ, εἰς ὃ πέφυκε. Καὶ τὰ μὲν ἓξ <lb/>ἀνὰ μέσον ἐντὸς
                        φύσις ἐκοσμήθη. Οἰσοφάγος δὲ ἀπὸ γλώσσης τὴν <lb/>ἀρχὴν ποιεύμενος ἐς
                        κοιλίην τελευτᾷ, ὃν δὴ καὶ ἐπὶ σηπτικῆς κοιλίης <pb n="540"/> στόμαχον
                        καλέουσιν. Πρὸς δὲ ἀκάνθης ὄπισθεν ἥπατος φρένες <lb/>πεφύκασιν. Ἐκ δὲ
                        πλευρῆς νόθης, λέγω δὲ ἀριστερῆς, σπλὴν ἀρξάμενος <lb/>ἐκτέταται ὁμοιορυσμὸς
                        ἴχνει ποδός. Κοιλίη δὲ ἥπατι παρακειμένη <lb/>κατ’ εὐώνυμον μέρος οὐλομελής
                        ἐστι νευρώδης. Ἀπὸ δὲ <lb/>κοιλίης πέφυκεν ἔντερον ὁμοιορυσμὸν, μικρὸν,
                        πηχέων οὐκ ἔλασσον <lb/>δώδεκα, ἑλικηδὸν ἐν κόλποις ἐνειλούμενον, ὃ
                        καλέουσιν ἔνιοι κῶλον, <lb/>δι’ οὗ ἡ παραφορὰ τῆς τροφῆς γίνεται. Ἀπὸ δὲ
                        κώλου πέφυκεν ἀρχὸς <lb/>λοίσθιος, σάρκα περιπληθέα ἔχων, ἐς ἄκρον,
                        δακτυλίου τελευτῶν. <lb/>Τὰ δὲ ἄλλα ἡ φύσις, διετάξατο. </p></div></div></body></text></TEI>