<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="31"><p>31. Ὅταν βούληται ἄρσεν φυτεύειν, τῶν ἐπιμηνίων ἀποληγόντων <lb/>ἢ
                        ἐκλελοιπότων μίγνυσθαι· καὶ ὠθέειν ὡς μάλιστα ἕως ἂν ἐκμιαίνηται· <lb/>ὅταν
                        δὲ θῆλυ βούληται γενέσθαι, ὅταν πλεῖστα ἐπιμήνια ἔῃ <lb/>τῇ γυναικὶ, καὶ ἔτι
                        δ’ ἐόντων, τὸν δὲ ὄρχιν τὸν δεξιὸν ἀποδῆσαι ὡς <lb/>ἂν μάλιστα καὶ ἀνέχεσθαι
                        δύνηται· ἐπὴν δὲ ἄρσεν βούληται φυτεύειν, <lb/>τὸν ἀριστερὸν ἀποδῆσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="32"><p>32. Στόμαχος μήτρης ἀπὸ μὲν θυμιημάτων ξυμμεμυκὼς ἀναχάσκει· <lb/>ἀπὸ δὲ τῶν
                        μαλθακτηρίων μαλθάσσεται. Θυμιῇν δὲ λωτοῦ <lb/>φλοιὸν, σπέρμα δάφνης καὶ
                        φύλλα χλωρὰ κεκομμένα, λιβανωτὸν, <lb/>σμύρναν, ἀρτερμισίης καρπὸν ἢ φύλλα·
                        καὶ ἄννησον κόψας ἢ στέαρ <lb/>καὶ κηρὸν καὶ θεῖον καὶ κυπαρίσσου σπέρμα,
                        πευκεδάνου ῥίζαν, <lb/>μυρσίνης φύλλα χλωρὰ κεκομμένα, κάστορος ὄρχιν,
                        ὀνίδας ἄρσενος <lb/>ὄνου, σκόροδα, στύρακα, ὑὸς στέαρ· κἂν ἀπεστραμμένον ᾖ
                        τὸ <lb/>στόμα, τουτέοισι θυμιῇν· ἀναχάσκει μὲν οὖν οὕτως καὶ στρέφεται.
                        <lb/>Μαλθάσσειν δὲ ἀπὸ τουτέων τὸ στόμα τῆς μήτρης· σανδαράκην, <lb/>στέαρ
                        αἶγὸς, ὀπὸν συκέης, ὀπὸν σιλφίου, κυκλαμίνου χυλὸν, <lb/>θαψίην, ὀπὸν
                        τιθυμάλου, καρδάμου καρπὸν, ποίην ἣ καλεῖται πέπλος, <lb/>κάστορος ὄρχιν,
                        λίνου καρπὸν, λίτρον, ἄρου ῥίζαν, σταφίδα <lb/>ἀγρίην, καλαμίνθης φύλλα
                        χλωρὰ, στρουθίου καρπὸν, σκίλλης τὸ <lb/>ἐκ τοῦ μέσου. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Φάρμακα μαλθακτήρια, καὶ πρὸς τὸ ἰσχυρὴν κάθαρσιν γενέσθαι
                        <lb/>ἀνακινῆσαι· θαψίης ῥίζαν, μυελὸν βοὸς, χήνειον στέαρ, <pb n="502"/>
                        ῥόδινον· ταῦτα τρίψασα καὶ ἀναζέσασα πρόστιθέσθω ἡμέρας τέσσαρας· <lb/>καὶ
                        πινέτω πράσου χυλὸν, καὶ οἶνον γλυκὺν λευκόν· καὶ ῥητίνην, <lb/>καὶ ἔλαιον
                        χλιερὸν, καὶ κύμινον, λίτρον, μέλι ἐν ῥυπαρῷ <lb/>εἰρίῳ χρήσθω ἡμέρας
                        τέσσαρας, πίνουσα σελίνου καρπὸν, καὶ λιβανωτοῦ <lb/>πυρίνας πέντε, καὶ
                        κύμινον αἰθιοπικὸν ἐν οἴνῳ λευκῷ ἀκρήτῳ <lb/>γλυκεῖ καὶ λουέσθω δὶς τῆς
                        ἡμέρῆς. Σμύρνα, λίβανος, βοὸς χολὴ, <lb/>ῥητίνη τερεβινθίνη ἢ νέτωπον
                        τουτέων ἴσον ἑκάστου μίξασα προστιθέσθω <lb/>ἐν εἰρίῳ καθαρῷ ἢ ῥάκει λεπτῷ
                        βάψασα δὲ τὸ ῥάκος ἐν μύρῳ <lb/>λευκῷ αἰγυπτίῳ εὐώδεὶ καὶ ἀποδήσασα λίνῳ,
                        λουσαμένη, προστιθέσθω. <lb/>Καὶ πώλυπον φλάσασα ἐσθιέτω, καὶ πινέτω σελίνου
                        καρπὸν <lb/>καὶ ἀσπαράγου, καὶ οἷνον λευκὸν τρὶς τῆς ἡμέρης νῆστις ἐοῦσα.
                        <lb/>Σμύρνα; κασίη, λιβανωτος, κιννάμωμον, νέτωπον· τουτέων ἑκάστου
                        <lb/>ἴσον· ἐν εἰρίῳ ἢ βαλάνους ποιέουσα προστιθέσθω. Ἄλλο κολοκύνθης
                        <lb/>ἀγρίης τὸ ἔνδον; κύμινον πεφρυγμένον, ἅνήθου καρπὸν, <lb/>κυπαρίσσου
                        ῥίζαν, ταῦτα τρίψας λεῖα, μέλὶτι ἑφθῷ φυρήσας, βαλάνους <lb/>ποιέων, δίδου
                        προστιθέναι· καὶ πινέτω γλυκυσίδης ῥίζαν, σελίνου <lb/>καρπὸν; ὀπὸν σιλφίου,
                        οἶνον. Τὸ βόλβιον δὲ καὶ αὐτὸ καθαίρει <lb/>προστιθέμενον. Καὶ σμύρναν
                        πρώτην, ἄνθος ὀλίγον ἐν οἴνῳ λευκῷ <lb/>εὐώδει προστίθει. Φάρμᾶκα προσθετὰ
                        εἰς τὸ μήτρην καθῆραι ἐπιτηδειότατα· <lb/>λαβὼν ἄνθος χαλκοῦ καὶ λίτρου
                        τρίτον μέρος, μέλιτι <lb/>ἑφθῷ φυρήσας, βαλάνους ποιῆσαι, ὁκόσαὶ ἂν δοκέωσι
                        μέτριαι <lb/>εἶναι μέγεθος καὶ πάχος, οὕτω προστίθει πρὸς τὸ στόμα τῆς
                        μήτρης· <lb/>ἢν δὲ βούλῃ ἰσχυρότερον εἶναι, ἐλατήριον πᾶραμῖξαι καὶ τὸ ἄνθος
                        <lb/>μοῦνον, καὶ οὕτω ποιέων δίδου προστίθεσθαι· καὶ κράδης παραμιγνύναι
                        <lb/>φλοιον ξύων καὶ τρίβων λεῖον, ὅταν τὸ στόμα δοκέῃ ξηρότερον <pb n="504"/> εἶναι τῆς μήτρης, τὸ ἥμισυ ὡσαύτως. Ἄλλο· τρίψας ἐλατήριον <lb/>καὶ ἄνθος
                        χαλκοῦ λεῖα, δύο μοίρας ἄνθους, ἐλατηρίου δὲ μίαν, <lb/>ταῦτα δίεσθαι·
                        κυκλαμίνου τρίψας, ταύτῃ ἀναμῖξαι, ὅκως ἂν δοκέῃ <lb/>καιρὸς εἶναι· καὶ
                        ποιησαμένην προσθετὰ προστίθεσθαι ἐν εἰρίῳ. <lb/>Προσθετὸν λευκὰ καθαῖρον·
                        ἀρτεμισίην τὴν ποίην, λίτρον, κυκλάμινον <lb/>ἡμίξηρον, κύμινον. Ἕτερον, τὰ
                        αὐτὰ καθαίρει· ἀρτεμισίην <lb/>ποίην χλωρὴν τρίψας καὶ σμύρνης τρίτον μέρος,
                        οἴνου ἀναμίξας <lb/>εὐώδεος, εἰρίῳ λευκῷ περιελίξας αὐτὸ, ἐν οἴνῳ τε βρέξας,
                        δὸς προστίθεσθαι. <lb/>Ὅταν δὲ χαλῶσιν αἱ μῆτραι, λίτρον, σικύης ἐντεριώνην,
                        <lb/>κυκλάμινον ἡμίξηρον ἐν εἰρίῳ προστίθει. Προσθετὰ παντοῖα καθαίρειν
                        <lb/>δυνάμενα· σταφίδα ἀγρίην τρίψας χλωρὴν, περιπλάσας, ἀρτεμισίης
                        <lb/>ποίης τρίψας τὰ φύλλα, ἐν μέλιτι ἑφθῷ πλάσας, καὶ ξηρήνας <lb/>ἐν σκιῇ,
                        ἀπὸ τουτέου ποιέει προσθετὰ, καὶ δίδου τῇ γυναικὶ προστίθεσθαι. <lb/>Ἄλλο·
                        ἄνθος μιγνὺς χαλκοῦ ἢ στυπτηρίην αἰγυπτίην, διεὶς <lb/>τῇ κυκλαμίνῳ, ὥσπερ
                        τὰ πρότερα ἐν μέλιτι ἑφθῷ πλάσας, ἠ ἐν <lb/>ἰσχάδι ποιήσας, καὶ σμύρνην
                        ὀλίγην. Ἄλλο· τὴν κυκλάμινον τρίψας, <lb/>λευκῷ οἴνῳ εὐώδει παραμίξας, ἐν
                        ῥάκει δήσας ὡς λεπτοτάτῳ <lb/>καθαρῷ, δίδου προστίθεσθαι. Ἄλλο· κυκλάμινον
                        ἡμίξηρον, λίτρον, <lb/>κανθαρίδας, στέαρ, σανδαράκην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Περὶ παρθένου· παρθένῳ ὁκόταν, τὰ ὡραῖα μὴ γένηται, <lb/>χολᾷ καὶ
                        πυρεταίνει καὶ ὀδυνᾶται, διψῇ καὶ πεινῇ, καὶ ἐξεμεῖ, καὶ <lb/>μαίνεται καὶ
                        πάλιν σωφρονέει, κινέονται αἱ μῆτραι, καὶ ὁκόταν <lb/>μὲν πρὸς τὰ σπλάγχνα
                        τράπωνται, ἐξεμεῖν καὶ πυρέσσειν καὶ παραφρονεῖν <pb n="506"/> αὐτῇ ἔρχεται
                        ὅταν δὲ ἀπολίπωσιν, πεινῇ καὶ διψῇ, <lb/>καὶ ἠπίαλος πυρετὸς ἔχει. Χρὴ
                        ταύτῃσιν ἀρνακίδας προστιθέναι <lb/>θερμὰς πρὸς τὴν γαστέρα, καὶ
                        ὑποκαπνίζειν ἐς αὐτὰ τὰ αἰδοῖα ὅτι <lb/>μάλιστα ἐπ’ ἀμφορέως αὐχένι καθίσας·
                        σμύρνης ὅσον κύαμον, λιβανωτὸν <lb/>δὶς ὅσον, τοῦτο μίξας καὶ ζέας
                        ἐρηριγμένας, ὁμοῦ θυμιῇν, <lb/>καὶ ἐπὶ τὸ πῦρ ἐπιβάλλων, νῆστις ὡς μάλιστα,
                        καὶ λούειν πολλῷ <lb/>θερμῷ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Προσθετόν· αἰγυπτίην στυπτηρίην μαλθακῷ εἰρίῳ περιειλήσασα
                        <lb/>προστιθέσθω. Ἄλλο· ἀρτεμισίην τρίψας ἔν οἴνῳ τε λευκῷ <lb/>δεύσας δίδου
                        προστιθέναι. </p></div></div></body></text></TEI>