<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg038.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ὅταν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν καὶ δέῃ παρὰ τὸν ἄνδρα ἐλθεῖν, <lb/>ἡ μὲν γυνὴ
                        ἄσιτος ἔστω, ὁ δὲ ἀνὴρ ἀθώρηκτος, ψυχρῷ λελουμένος <lb/>καὶ σιτηθεὶς τὰ
                        ξύμφορα· καὶ ἢν γνῷ ξυλλαβοῦσα τὴν γονὴν, μὴ <lb/>ἔλθῃ τοῦ πρώτου χρόνου
                        πρὸς τὸν ἄνδρα, ἀλλ’ ἡσυχαζέτω· γνώσεται <lb/>δὲ ἢν μὲν ὁ ἀνὴρ φῇ ἀφιέναι, ἡ
                        δὲ γυνὴ ἀγνοῇ ὑπὸ ξηρότητος· <lb/>ἢν δὲ ἀποδῷ πάλιν ἡ μήτρη τὴν γονὴν ἐς τὰ
                        αἰδοῖα καὶ γένηται <lb/>ὑγρὴ, πάλιν ξυμμιγέσθω μέχρις ἂν συλλάβῃ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Γυνὴ ἢν κυΐσκηται μὲν, διαφθείρῃ δὲ δίμηνα τὰ παιδία <lb/>ἀκριβῶς ἐς τὸν
                        αὐτὸν χρόνον καὶ μήτε πρότερον μήθ’ ὕστερον, καὶ <lb/>τοῦτο πάθῃ δὶς ἢ τρὶς
                        κατὰ ταὐτὰ, καὶ πλέονα ἤν τε τρίμηνα <lb/>ἤν τε τετράμηνα ἤν τε πλέονα
                        χρόνον γεγονότα διαφθείρῃ κατὰ <lb/>τὸν αὐτὸν τοῦτον τρόπον, ταύτῃσιν αἱ
                        μῆτραι οὐκ ἐπιδιδόασιν ἐπὶ <lb/>τὸ μέζον, τοῦ παιδίου αὐξανομένου καὶ
                        ὑπερβάλλοντος ἐκ τοῦ διμήνου <lb/>ἢ τριμήνου ἢ ὁπηλίκου δήποτ’ οὖν· ἀλλὰ τὸ
                        μὲν αὐξάνεται, <lb/>αἱ δὲ μῆτραι οὐκέτι εἰσὶν ἱκαναὶ, ἀλλὰ κατὰ τοῦτο
                        διαφθείρεται ἐς <lb/>τὸν αὐτὸν χρόνον. Ταύτῃ χρὴ κλύσαι τὴν μήτρην, καὶ
                        φυσῆσαι ὡς <lb/>μάλιστα προσθέτοισι φαρμάκοις τοῖσιδε τῆς σικύης τὴν
                        ἐντεριώνην <pb n="492"/> κόψαντα διασῆσαι· ἔπειτα ἐν μέλιτι ἑφθῷ μῖξαι
                        ὀλίγην πλείονι ὄντι <lb/>τῷ μέλιτι καὶ σιλφίου ὀλίγον· τὸ δὲ μέλι κάθεφθον
                        ἔστω· τοῦτο <lb/>περιπλάσαι περὶ μήλην, τὸ πάχος ποιέοντα ὁκόσον παραδέξεται
                        ὁ <lb/>στόμαχος· προστιθέναι δὲ πρὸς τὸ στόμα τῆς μήτρης καὶ ὦσαι ὅκως
                        <lb/>ἂν περήσῃ ἐς τὸ εἴσω τῆς μήτρης· ὅταν δὲ ἀποτακῇ τὸ φάρμακον,
                        <lb/>ἐξελεῖν τὴν μήλην. Καὶ τὸ ἐλατήριον ὧδε ποιέων προστιθέναι, καὶ
                        <lb/>τῆς κολοκυνθίδος τῆς ἀγρίης ὡσαύτως. Καὶ ἐσθιέτω τοῦτον τὸν χρόνον
                        <lb/>σκόροδα ὡς πλεῖστα καὶ καυλὸν σιλφίου καὶ ὅτι φῦσαν ἐμποιέει ἐν <lb/>τῇ
                        κοιλίῃ. Προστιθέσθω δὲ τὸ προσθετὸν διὰ τρίτης ἡμέρης, ἕως <lb/>ἂν δοκέῃ
                        καλῶς ἔχειν, καὶ πλῆθος ὁκόσον προσίεται· τὰς δὲ μεταξὺ <lb/>μαλθακτηρίοισι
                        χρῆσθαι. Ἐπειδὰν δὲ καταστῇ τοῖσι μαλθακτηρίοισι <lb/>τὸ στόμα τῆς μήτρης,
                        μετὰ τὸ ἐπιφανῆναι ἐπιμείνασαν, ὁκόταν ἤδη <lb/>ξηρὴ ᾖ, μίγνυσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. ᾟ τινι ἂν ἡ μήτρη ἔμπυος γένηται ἢ μετὰ τόκον ἢ ἐκ <lb/>διαφθορῆς ἢ ἄλλως
                        πως, καὶ μὴ ἐν τεύχει ἑτέρῳ καὶ χιτῶνι τὸ πῦον <lb/>ὥσπερ ἐπὶ φύματος ᾖ,
                        ξυμφέρει ταύτῃ μήλην ὑπαλειπτρίδα καθιέναι <lb/>ἐς τὸ στόμα τῆς μήτρης·
                        ἧσσον γὰρ δεήσεται κλύσιος, εἰ χωρήσειε <lb/>πρὸς τὴν μήλην· ἔπειτα κάμπας
                        τὰς ἀπὸ τῆς τιθυμαλίδος <lb/>ξυλλέξας, αἳ δὴ κέντρα ἔχουσιν, αὐτὰς
                        ἀποτάμνειν ἡσυχῇ, ὅκως <lb/>ἂν ἡ φορβὴ μὴ ἐκρυῇ· ἔπειτα ξηραίνειν αὐτὰς ἐν
                        ἡλίῳ καὶ τρίβειν· <lb/>καὶ τοὺς σκώληκας δὲ τοὺς κοπρίνους ὡσαύτως ξηραίνειν
                        ἐν τῷ ἡλίῳ, <lb/>ἔπειτα τρίβειν· καὶ τῆς μὲν κάμπης δύο ὀβολοὺς σταθμῷ
                        αἰγιναίους, <lb/>τῶν δὲ σκωλήκων διπλάσιον, καὶ ἀννήσου ὀλίγον παραμῖξαι, ἢ
                        τῶν <pb n="494"/> τοιουτοτρόπων τινός· κακῶδες γὰρ γίνεται· ταῦτα δὲ τρίψας
                        λεῖα, δίες <lb/>οἴνῳ λευκῷ εὐώδει· καὶ ἐπὴν πίῃ, βάρος ἐπιγίνεται καὶ νάρκη
                        ἐμπίπτει <lb/>ἐν τῇ γαστρί· ἢν οὖν ἐπιγένηται, μελίκρητον ἐπιπινέτω ὀλίγον.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Κυήσιος δὲ καὶ παιδοποιΐης ἥτις δεῖται καὶ ἄτεκνος ἐοῦσα <lb/>καὶ ἤδη
                        κυήσασα, ἐοῦσα δὲ τεκνοῦσα, ὅταν ὁ στόμαχος σκληρὸς ᾖ, <lb/>ἄκρος ἢ ὅλος, ἢ
                        ξυμμεμύκῃ, καὶ μὴ ὀρθὸς ᾖ, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἰσχίον <lb/>ἀπεστραμμένος τὸ ἕτερον,
                        ἢ ἐς τὸν ἀρχὸν κεκύφῃ ἢ ἀνεσπάκῃ <lb/>ἑωυτὸν, ἢ τὸ χείλος ἐπιβάλλῃ τοῦ
                        στομάχου ἐφ’ ἑωυτὸ, ὁκόθεν οὖν <lb/>ἢ τρηχὺς καὶ πεπωρωμένος ᾖ, σκληρὸς δὲ
                        γίνεται καὶ ἀπὸ συμμύσιος <lb/>καὶ ἀπὸ πωρώσιος, ταύτῃσι τὰ ἐπιμήνια οὐ
                        φαίνεται, ἢ <lb/>ἐλάσσονα τοῦ δέοντος, καὶ διὰ πλέονος χρόνου ἐπιφαίνεται.
                        Ἔστι <lb/>δὲ ἐν ᾗσι τὰ ἐπιμήνια κατὰ ὑγιείην τοῦ σώματος καὶ τῶν μητρέων
                        <lb/>τὴν ἔξοδον εὑρίσκεται· καὶ κατά γε τὸ ξύμφυτον καὶ δίκαιον, καὶ
                        <lb/>ὑπὸ θερμότητος καὶ ὑγρότητος τῶν ἐπιμηνίων τοῦ στομάχου μὴ <lb/>κάρτα
                        βεβλαμμένου· τὴν δὲ γονὴν διὰ τοῦτο οὐ δέχεται κατὰ τὴν <lb/>βλάβην, ἥτις ἂν
                        κωλύῃ ἀπὸ τοῦ στομάχου μὴ καλῶς ἔχοντος τοῦ <lb/>δέχεσθαι. Ταύτῃ χρὴ,
                        πυριήσαντα τὸ σῶμα ὅλον, δοῦναι πιεῖν φάρμακον, <lb/>καὶ καθαρὴν ποιήσασθαι
                        τοῦ σώματος πρῶτον, ἤν τε ἄνω <lb/>καὶ κάτω δέηται, ἤν τε ἄνω μοῦνον· καὶ ἢν
                        μὲν ἄνω διδῷς τὸ φάρμακον, <lb/>μὴ πυριῇν πρότερον τῆς καθάρσιος· πυριήσας
                        δὲ μεταπῖσαι <pb n="496"/> κάτω· ἢν δὲ μὴ δοκέῃ δεῖσθαι ἀνωτερικοῦ,
                        προπυριήσας, κάτω <lb/>πῖσαι. Ὅταν δὲ δοκέῃ καλῶς ἔχειν καθάρσιος τὸ σῶμα,
                        μετὰ τοῦτο <lb/>πυριῇν τὰς μήτρας, ἐγκαθίζοντα αὐτὰς πυκνὰ ἐν ὅτῳ ἂν δοκέῃ
                        ξυμφέρειν· <lb/>ἐπιβάλλειν δὲ ἐς τὸ πυρίημα κυπαρίσσου ῥινήματα καὶ
                        <lb/>δάφνης φύλλα κόψας· καὶ λούειν πολλῷ καὶ θερμῷ. Ὅταν δὲ νεόλουτος
                        <lb/>ᾖ καὶ νεοπυρίητος, ἀνευρύνειν τὸ στόμα τῆς μήτρης τῇ μήλῃ τῇ
                        <lb/>κασσιτερίνῃ, καὶ ἀνορθοῦν ὅπη ἂν δέηται, ἢ μολιβδίνῃ, ἀρξάμενος ἐκ
                        <lb/>λεπτῆς, εἶτα παχυτέρῃ, ἢν παραδέχηται, ἕως ἂν δοκέῃ καλῶς <lb/>ἔχειν·
                        βάπτειν δὲ τὰς μήλας ἐν ἑνὶ τῶν μαλθακτηρίων διειμένῳ ὅ τι <lb/>ἂν δοκέῃ
                        ξυμφέρειν, ὑγρὸν ποιήσας· τὰς δὲ μήλας ποιέειν ὄπισθεν <lb/>κοίλας, εἶτα
                        περὶ ξύλοισι μακροτέροισιν ἁρμόσαι, καὶ οὕτω χρῆσθαι. <lb/>Τὸν δὲ χρόνον
                        τοῦτον πινέτω, καθεψοῦσα ἐν οἴνῳ εὐώδει λευκῷ καὶ <lb/>ὡς ἡδίστῳ γλυκεί,
                        δαῖδα ὡς πιοτάτην κατασχίσασα λεπτὰ, καὶ σελίνου <lb/>καρπὸν κόψασα καὶ
                        κυμίνου αἰθιοπικοῦ καρπὸν καὶ λιβανωτὸν <lb/>ὡς κάλλιστον· τουτέου πινέτω
                        νῆστις ὁκόσον ἂν δοκέῃ μέτριον εἶναι <lb/>πλῆθος, ἡμέρας ὁκόσας ἂν δοκέῃ
                        ἅλις ἔχειν καὶ ἐσθιέτω σκυλάκια <lb/>ἑφθὰ καὶ πουλύποδα ἐν οἴνῳ ἑφθὸν ἢ
                        γλυκεῖ· καὶ τοῦ ζῶμοῦ πινέτω, <lb/>καὶ κράμβην ἑφθὴν, καὶ οἶνον λευκὸν
                        ἐπιπινέτω, καὶ μὴ διψήτω· <lb/>καὶ λουέσθω θερμῷ δὶς τῆς ἡμέρης· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω τοῦτον τὸν <lb/>χρόνον. Μετὰ δὲ τοῦτο, ἢν μὲν χωρέῃ κατὰ τὸν
                        στόμαχον καὶ φαίνηταί <lb/>τι ἔξω καθάρσιος, πίνειν τε ἔτι τοῦ πόματος
                        ἡμέρην μίην καὶ δύο, καὶ <lb/>τῇσι μήλῃσι παύεσθαι χρεομένους, καὶ πειρῆσθαι
                        καθαίρειν τὰς μήτρας <lb/>προσθέτοισι φαρμάκοισιν. ᾟτινὶ δὲ τοῦ στομάχου
                        ὀρθοῦ καὶ μαλθακοῦ <pb n="498"/> καὶ ὑγιέος ἐόντος καὶ καλῶς ἔχοντος καὶ ἐν
                        τῷ δέοντι κειμένου <lb/>τὰ ἐπιμήνια μὴ φαίνεται πάμπαν ἢ ἐλάσσονα καὶ διὰ
                        πλείονος χρόνου <lb/>καὶ μὴ ὑγιεινὰ, τὴν νοῦσον ἀνευρὼν ἥν τινα ἔχουσιν αἱ
                        μῆτραι, ἤν τε <lb/>καὶ τὸ σῶμα ξυμβάλληταί τι, ἐξευρὼν τὸ αἴτιον ἀφ’ οὗπερ
                        οὐ κυΐσκεται· <lb/>καὶ ὅτε οὕτως ἔχει, τὴν ἴησιν ποιέεσθαι προσφέρων ἥν
                        δέχεται <lb/>θεραπηΐην, ἀρχόμενος ἐξ ἰσχυρῶν, ὅκως ἂν δοκέῃ καιρὸς εἶναι,
                        <lb/>τελευτᾷν δὲ ἐς μαλθακώτερα, ἕως ἂν δοκέῃ καλῶς ἔχειν καθάρσιος <lb/>ἡ
                        μήτρη καὶ ὁ στόμαχος καθεστηκέναι ὀρθῶς ἔχων καὶ ἐν τῷ ἐξαρκέοντι
                        <lb/>κείμενος. Ἢν δὲ ἀπὸ τοῦ ποτοῦ καὶ φαρμάκου μὴ προχωρήσῃ, <lb/>μηδὲ
                        πινούσης χρόνον τὸν μέτριον, τουτέου μὴ παύεσθαι τοῦ πόματος· <lb/>ὅταν δὲ
                        καλῶς ἔχῃ τοῦ ἀπὸ τῶν μηλέων ἔργου, μαλθάξαι τὸ <lb/>στόμα τοῦ στομάχου, καὶ
                        ποιῆσαι ὅκως ἀναχανεῖται ἐς ὁδὸν τῷ <lb/>προσθέτῳ, ἀπὸ θυμιητῶν τε φαρμάκων
                        καὶ μαλθακτηρίων. Ὅταν δὲ <lb/>δοκέῃ καλῶς ἔχειν μαλθάξιος καὶ θυμιήσιος,
                        προστιθεὶς φάρμακον, <lb/>κάθαρσιν ποιέεσθαι τῆς μήτρης ὡς ἂν δοκέῃ καλῶς
                        ἔχειν, ἀρχόμενος <lb/>ἐκ μαλθακῶν ἐπὶ ἰσχυρότερα, τελευτῶν δὲ αὖθις ἐς
                        μαλθακὰ <lb/>εὐώδεα· τῶν γὰρ ἰσχυρῶν φαρμάκων τὰ πλεῖστα ἑλκοῖ τὸν στόμαχον
                        <lb/>καὶ δάκνει· ἔπειτα τόν τε στόμαχον καθιστᾷν ἐς ὀρθὸν καὶ ὑγιέα <lb/>καὶ
                        καλῶς ἔχοντα πρὸς τὴν δέξιν τῆς γονῆς, καὶ τὴν μήτρην ξηρὴν <lb/>ποιέειν καὶ
                        φῦσαν ἐμποιέειν. Ἢν γυνὴ δοκέῃ ὑπὸ πιμελῆς τὰς μήτρας <lb/>βεβλάφθαι ἐς τὴν
                        κύησιν, λεπτύνειν ὡς μάλιστα καὶ ἰσχναίνειν πρὸς <lb/>τοῖσιν ἄλλοισιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ὥρη δὲ ἐαρινὴ ἀρίστη κυήσιος· ὁ δὲ ἀνὴρ μὴ μεθυσκέσθω, <pb n="500"/> μηδὲ
                        οἶνον λευκὸν πινέτω, ἀλλ’ ὅστις ἰσχυρότατος καὶ ἀκρητέστατος· <lb/>καὶ σιτία
                        ὡς ἰσχυρότατα· καὶ μὴ θερμολουτείτω· ἰσχυέτω <lb/>δὲ καὶ ὑγιαινέτω· καὶ
                        σιτίων ἀπεχέσθω τῶν μὴ ξυμφερόντων τῷ <lb/>πρήγματι. </p></div></div></body></text></TEI>