<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν αἱ μῆτραι ἅψωνται, πρόσκεινται, καὶ ἢν ἅψῃ, ὄψει <lb/>σκληρὸν ὑπὸ τὸν
                        κενεῶνα, καὶ ὀδύνη λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα <lb/>καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ
                        τὰς ἰξύας, καὶ ἐς τὸ σκέλος ὀδύνη ἐμπίπτει <lb/>καὶ ἐκτείνειν οὐ δύνανται·
                        πολλάκις δὲ καὶ ἐκπυΐσκονται ἔμμοτοι <lb/>γενόμεναι, καὶ ῥεόμεναι
                        ἀποθνήσκουσιν, ἢν μὴ καύσῃς ἢ τάμῃς. <lb/>Ὁκόταν δὲ ὧδε ἔχῃ, φάρμακον χρὴ
                        πῖσαι κάτω, καὶ λούειν πολλῷ <lb/>θερμῷ καὶ πυριῇν, καὶ ὁκόταν νεόλουτος ᾖ ἢ
                        νεοπυρίητος, κελεύειν <lb/>παραφάσσουσαν ἀφέλκειν τὸ στόμα τῶν ὑστερέων,
                        ὑποθυμιῇν καλωνίην <lb/>σμύρναν ῥόδινον περιχέων. Πινέτω δὲ γλυκυσίδης
                        κόκκους <lb/>πέντε τοὺς μέλανας, τοῦ καστορίου ξυμμίσγων ἐν οἴνῳ εὐώδει, καὶ
                        <lb/>κατακείσθω ἐπὶ τοῦ ὑγιέος ἰσχίου, καὶ προσθέσθω βάκκαριν ἢ λευκὸν
                        <lb/>ἔλαιον πρὸς τὸ ὑγιὲς ἰσχίον, καὶ ἐσθιέτω σκόροδα πλεῖστα καὶ <lb/>ὠμὰ
                        καὶ ἑφθὰ, καὶ τὸν χυλὸν ῥοφείτω, καὶ σιτίοισι μαλθακοῖσι <lb/>χρήσθω. Ἐπὴν
                        δὲ ἡ ὀδύνη παύσηται, ἀπάξεις ἐπὶ τὸ ὑγιὲς ἰσχίον· <lb/>ἔπειτα πυριῇν τῷ
                        οὔρῳ, περιπάσσοντα τῆς δάφνης, καὶ ἐκ τῆς πυρίης <lb/>προστιθέναι τὴν
                        κυκλάμινον· τῇ δὲ ὑστεραίῃ λουσαμένη ὑποθυμιήσθω <lb/>τοῖσιν ἀρώμασι.
                        Μάλιστα δὲ ἐκ ταύτης ἄτεκνοι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν ὑποπτυχθῇ τὸ στόμα τῶν μητρέων, τὰ ἐπιμήνια οὐκ ἔτι <lb/>γίνεται· ἢν δὲ
                        ἐγγένηται, ὀλίγα καὶ πονηρά· καὶ τῷ ἀνδρὶ ὁκόταν <lb/>ξυνίῃ, ἀλγέει, καὶ
                        ὀδύνη τὴν νειαίρην γαστέρα ἴσχει καὶ τὰς ἰξύας, <lb/>καὶ ἢν ἀφάσσῃ τῷ
                        δακτύλῳ καὶ σκέπτηται τὸ στόμα, οὐ δῆλόν <pb n="322"/> ἐστιν. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, πυριῆσθαι τῷ ἀνθρωπίνῳ οὔρῳ· ἐπὴν δὲ πυριήσηται, <lb/>λουσάσθω ἀπὸ τοῦ
                        φακίου· ἔπειτα λουσαμένη πυριήσθω <lb/>τῷ Αἰγυπτίῳ μύρῳ τὰς ὑστέρας, καὶ ἢν
                        ἐς τὰς ῥῖνας ἀνέλθῃ ἡ ὀδμὴ, <lb/>ἐλπὶς αὐτὴν ὑγιέα γενέσθαι. Καὶ ὁκόταν
                        μέλλῃ καθεύδειν, προσθέσθω <lb/>τὸ Αἰγύπτιον ἔλαιον ἐν εἰρίῳ· τῇ δὲ αὔριον
                        σκέψασθαι, εἴ τι μᾶλλον <lb/>ὤρθωνται· ἔπειτα πυριῇν εὐώδεσι καὶ προστιθέναι
                        ἃ μὴ δήξεται <lb/>καθαρτήρια, καὶ μετακλύζειν μετὰ τὰ προσθετὰ, ἴσον τὸ ὄξος
                        μίσγων· <lb/>ὅταν δὲ τὰ ἐπιμήνια ἐγγένηται, ἐκνηστεύσασα καὶ ἀλουτήσασα
                        <lb/>καὶ θυμιησαμένη τῷ ἀνδρὶ συνέστω. Μάλιστα δὲ ἐκ ταύτης <lb/>τῆς νούσου
                        ἄφοροι γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν αἱ μῆτραι πρὸς τὸ ἰσχίον ἐκθέωσι, τά τε ἐμμήνια οὐκ <lb/>ἐγγίνεται, καὶ
                        ὀδύνη ἐς τὴν νειαίρην γαστέρα φοιτᾷ καὶ ἐς τὸν κενεῶνα, <lb/>καὶ ἢν ἅψῃ τῷ
                        δακτύλῳ, ὄψει τὸ στόμα πρὸς τῷ ἰσχίῳ. <lb/>Ὅταν ὧδε ἔχῃ, λούειν θερμῷ, καὶ
                        σκόροδα διδόναι ἐσθίειν ὡς <lb/>πλεῖστα, καὶ γάλα ὄϊος πινέτω ἄκρητον,
                        ἐπειδὰν κατατρώξῃ· ἔπειτα <lb/>πυριήσας δοῦναι φάρμακον κάτω· ἐπειδὰν δὲ
                        καθαρθῇ, αὖθις πυριῇν <lb/>τὰς ὑστέρας, τὸ μάραθρον καὶ τὸ ἀψίνθιον
                        ξυμμίσγοντα· ἐπὴν δὲ <lb/>νεοπυρίητος ᾖ, ἀφέλκειν τὸ στόμα τῷ δακτύλῳ·
                        ἔπειτα προσθεῖναι <lb/>τὴν σκίλλην, μετὰ δὲ τοῦτο ξὺν τῷ ναρκισσίνῳ
                        διαλιπών· ἢν δέ σοι <lb/>δοκέῃ κεκαθάρθαι, νέτωπον προσθέσθαι· τῇ δ’
                        ὑστεραίῃ ῥόδινον μύρον· <lb/>παύσασθαι δὲ προσθεμένη τῇ προτέρῃ τῶν
                        ἐπιμηνίων· ἄρχεσθαι <lb/>δὲ τῇ αὔριον, ἐπὴν ἀπολίπῃ. Ἐν δὲ τοῖσιν
                        ἐπιμηνίοισιν ἢν μὲν τὸ <pb n="324"/> αἷμα καταῤῥαγῇ· εἰ δὲ μὴ, πῖνέτω
                        κανθαρίδας τέσσαρας, ἀποκολούσασα <lb/>τοὺς πόδας καὶ τὰ πτερὰ καὶ τὴν
                        κεφαλὴν, καὶ γλυκυσίδης <lb/>κόκκους πέντε τοὺς μέλανας, καὶ σηπίης ὠὰ,
                        σπέρμα σελίνου ὀλίγον <lb/>ἐν οἴνῳ· καὶ ἢν ὀδύνη, ἔνῃ καὶ ἢν στραγγουρίη
                        ἔχῃ, ἐν ὕδατι <lb/>θερμῷ καθήσθω, καὶ πινέτω μελίκρητον ὑδαρές· ἢν δὲ μὴ
                        καθαρθῇ <lb/>ὑπὸ τοῦ πρώτου, αὖθις πινέτω, ἔστ’ ἂν γένηται· ἐπὴν δὲ γένηται,
                        <lb/>ἀσιτήσασα ξυνέστω τῷ ἀνδρί· ἐν δὲ τῇ καθάρσει τὴν λινόζωστιν
                        <lb/>ἐσθιέτω, καὶ πουλύποδας ἑφθοὺς, καὶ σιτίοισι μαλθακοῖσι χρεέσθω.
                        <lb/>Τῆς δὲ νούσου ἀπαλλάσσεται ἢν ἐν γαστρὶ σχῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν ἐκ τόκου μὴ καθαρθῇ, οἰδέει ἡ γαστὴρ καὶ τὰ σκέλεα, <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ
                        ὀδύνη τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας. ἔχει· ἔστι <lb/>δ’ ὅτε καὶ πρὸς τὰ
                        σπλάγχνα ἀνέρχεται, καὶ λειποψυχέει· ταῦτα <lb/>πάσχει ἀρχομένης τῆς νούσου·
                        ὁκόταν δὲ χρόνος ἐγγένηται, τὰ κύλα <lb/>τοῦ προσῴπου ἐξερυθριᾷ. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, πυριήσας τὰς ὑστέρας <lb/>προσθεῖναι τὴν κυκλάμινον· πινέτω δὲ τὸ ξὺν
                        τῇ δᾳδὶ, ἔστ’ ἂν τὸ <lb/>ῥεῦμα κινηθῇ· ἐσαλείφειν δὲ ἐς τὸ στόμα τῶν
                        ὑστερέων στέαρ χήνειον <lb/>καὶ σμύρναν καὶ ῥητίνην χλιερὴν, καὶ ἐμπλασσέσθω
                        ὡς μάλιστα, <lb/>καὶ πρὸ τοῦ σιτίου ἐσθιέτω ἑψοῦσα τὴν λινόζωστιν, καὶ
                        σκόροδα, <lb/>καὶ πράσα, καὶ κράμβης τὸν χυλὸν ῥοφεέτω, καὶ σιτίοισι
                        <lb/>μαλθακοῖσι χρήσθω, θαλασσίοισι δὲ μᾶλλον, καὶ λουέσθω θερμῷ· <lb/>τῶν
                        δὲ λιπαρῶν καὶ τῶν γλυκέων ἀπεχέσθω, ἕως ἂν ὑγιὴς γένηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Ἢν αἱ μῆτραι φλεγμήνασαι πρησθῶσι, φῦσα ἐγγίνεται, <pb n="326"/> καὶ τὰ
                        ἐπιμήνια λευκὰ ἐπέρχεται φλεγματώδεα· ἔστι δ’ ὅτε καὶ <lb/>αἷμα λεπτῶν
                        ὑμένων ἔμπλεων· καὶ τῷ ἀνδρὶ ὑπὸ τῆς ὑγρότητος οὐκ <lb/>ἐθέλει μίσγεσθαι,
                        καὶ ὠχρὴ καὶ λεπτὴ γίνεται. Ἐρέσθαι οὖν χρὴ <lb/>αὐτὴν τὸ ῥέον ἢν δάκνῃ τε
                        καὶ ἐξελκοῖ· καὶ ἢν μὴ δάκνῃ, ἀπὸ τοῦ <lb/>ἐγκεφάλου φάναι εἶναι τὸ ῥεῦμα·
                        εἰ δ’ οὖν, ἀπὸ τῆς κοιλίης. Ἢν <lb/>μὲν οὖν ἀπὸ τῆς κοιλίης ᾗ, ἐμείτω ἀπὸ
                        τοῦ φακίου· ἔπειτα ἐλλεβόρῳ <lb/>καθῆραι, ἔπειτα ἐς τὰς ῥῖνας ἐνεῖναι· ἐπὴν
                        δέ σοι ἡ ἄνω κοιλίη <lb/>κεκαθάρθαι δοκέῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω· σιτίων δὲ
                        ἀπεχέσθω λιπαρῶν <lb/>καὶ γλυκέων· τὰ δὲ δριμέα προσφέρειν ὡς ξύμφορα, ἢν μὴ
                        <lb/>τὰ αἰδοῖα ἡλκωμένα ἔῃ· ψυχρὰ δὲ ἀμείνω· καὶ λουέσθω ὀλίγῳ, πλὴν <lb/>μὴ
                        θερμῷ, μηδὲ τὴν κεαλήν· πινέτω δὲ νῆστις ὑπερικὸν, λίνου <lb/>σπέρμα,
                        ἐλελίσφακον ἐν οἴνῳ ὑδαρεῖ· ἐπὴν δὲ παύσηται τὸ ῥεῦμα, <lb/>κλύσαι τῷ χυλῷ
                        τῶν ὀλύνθων, καὶ μετακλύζειν τοῖσι στρυφνοῖσιν. <lb/>Ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή.
                    </p></div></div></body></text></TEI>