<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἢν ἀναπρησθῶσιν αἱ μῆτραι, ἥ τε γαστὴρ αἴρεται καὶ φυσᾶται, <lb/>καὶ οἱ
                        πόδες οἰδέουσι καὶ τὰ κοῖλα τοῦ προσώπου, ἡ χροιὴ <lb/>δὲ ἀειδὴς γίνεται,
                        καὶ τὰ ἐπιμήνια κρύπτεται, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐγγίνεται <lb/>τουτέου τοῦ χρόνου,
                        καὶ ἀσθενέει, καὶ ἀλύει, καὶ ὁκόταν <lb/>ἀναστῇ ἢ προέλθῃ, ὀρθόπνοια αὐτὴν
                        ἴσχει, καὶ ὅ τι ἂν φάγῃ ἢ πίῃ, <lb/>λυπέει αὐτὴν, καὶ στένει τε, καὶ
                        δύσελπις μᾶλλον ἢ πρὶν φαγεῖν· <lb/>πολλάκις δὲ καὶ πνίγεται. Ὁκόταν ὧδε
                        ἔχῃ, φάρφμακον πῖσαι κάτω, <pb n="386"/> καὶ τῷ θερμῷ λούειν καὶ πυριῇν·
                        διαλιπὼν δὲ χρόνον τινὰ, προστιθέναι <lb/>ὑφ’ ὧν καθαρθείη καὶ δηχθήσεται·
                        πυριῇν δὲ ὡς πυκνέτωτα <lb/>τὸ ὅλον σῶμα· τότε δὲ ὑπὸ τὰ αἰδοῖα ὑποθυμιήσθω
                        τὰ εὐώδεα, ὑπὸ <lb/>δὲ τὰς ῥῖνας τὰ κακώδεα· καὶ ποτήματα δίδου, ὅσα
                        καθαίρει ὑστέρας· <lb/>καὶ τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω, καὶ τὸ γάλα πινέτω, ὥσπερ
                        ἐπὶ τοῦ <lb/>πλευροῦ εἴρηται. Ἡ δὲ νοῦσος χρονίη. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἢν θρομβωθέωσιν αἱ μῆτραι, τὸ στόμα αὐτέων γίνεται <lb/>οἷον ὀρόβων
                        μεστὸν, καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς, ὄψει ὧδε ἔχον, καὶ τὰ ἐπιμήνια <lb/>οὐ γίνεται,
                        οὐδ’ ἡ γονὴ κατέχεται. Ὁκόταν οὖν ὧδε ἔχῃ, <lb/>τῆς κυκλαμίνου τὸν φλοιὸν
                        περιλεπίσαντα, καὶ σκόροδον καὶ ἅλας <lb/>καὶ σῦκον καὶ μέλι ὀλίγον, ταῦτα
                        τρίψας καὶ ξυμμίξας, ποιήσας <lb/>βάλανον, προσθεῖναι πρὸς τὸ στόμα τῶν
                        μητρέων, καὶ τῶν ἄλλων <lb/>προσθετῶν τῶν μητρέων τὰ προσήκοντα, ὁκόσα
                        δηλαδὴ δριμέα <lb/>ἐστὶ καὶ ἀπεσθίει, καὶ ὑφ’ ὧν καθαίρεται αἷμα, καὶ τῶν
                        ποτημάτων <lb/>διδόναι ὅσα ὑστέρας καθαίρει, καὶ περὶ ξύστραν περιειλίξας
                        <lb/>γυπὸς δέρμα ἢ ὑμένα, διαξύειν τὸ στόμα τῶν μητρέων. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἢν περιστραφέωσιν αἱ μῆτραι, τά τε ἐπιμήνια οὐ γίνεται, <lb/>καὶ ἡ γονὴ
                        οὐκ ἐγγίνεται, καὶ ὀδύνη ἴσχει τὴν νείαιραν γαστέρα <lb/>καὶ τὰς ἰξύας καὶ
                        τοὺς κενεῶνας· καὶ ἢν ἐσαφάσσῃ τῷ δακτύλῳ, οὐκ <lb/>ἂν δύναιτο τοῦ στόματος
                        θιγεῖν τῶν μητρέων, ἀλλ’ ἀνακεχώρηκεν <lb/>ἰσχυρῶς. Ὁκόταν οὕτως ἔχῃ,
                        φάφμακον χρὴ πῖσαι ὑφ’ οὗ καθαίρεται <lb/>ἄνω καὶ κάτω, κάτω δὲ μᾶλλον· καὶ
                        πυριῇν τό τε σῶμα καὶ <pb n="388"/> τὰς μήτρας ὡς μάλιστα· καὶ λούειν τῷ
                        θερμῷ δὶς τῆς ἡμέρης· καὶ <lb/>τῶν ποτημάτων ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται
                        πειρώμενος δίδου· καὶ <lb/>ξυνευδέτω τῷ ἀνδρὶ ὡς πυκνότατα, καὶ τὴν κράμβην
                        ἐσθιέτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Ἢν μὴ κατὰ χώρην μένωσι κινηθεῖσαι αἱ μῆτραι, ἀλλ’ ἔνθα <lb/>καὶ ἔνθα
                        προσπίπτωσιν, ὀδύνας παρέχουσι καὶ ἀφανέες γίνονται, <lb/>ὁτὲ δὲ ἐξίσχουσιν
                        ὥσπερ ἕδρη· καὶ ὁκόταν μὲν ὑπτίη κατακειμένη <lb/>τύχῃ, κατὰ χώρην μένουσιν·
                        ὅταν δὲ ἀναστῇ ἢ ἐπικύψῃ ἢ ἄλλο τι <lb/>κινηθῇ, ἐξέρχονται· πολλάκις δὲ καὶ
                        ἡσυχίην ἐχούσῃ. Ταύτην χρὴ <lb/>ὡς μάλιστα ἡσυχάζειν καὶ μὴ κινεῖσθαι, καὶ
                        τὴν κλίνην κεῖσθαι <lb/>πρὸς ποδῶν ὑψηλοτέρην, καὶ τοῖσιν αὐτέοισι χρῆσθαι,
                        ὥσπερ ἐν <lb/>τοῖσιν ἐπάνω, καὶ τοῖσι στρυφνοῖσιν αἰονῇν, καὶ ὑποθυμιῇν τὰ
                        κακώδεα, <lb/>ὑπὸ δὲ τὰς ῥῖνας τὰ εὐώδεα· καὶ τῶν ῥοιῶν διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ
                        <lb/>τρήσαντα μέσην, χλιήναντα ἐν οἴνῳ, ἥτις ἂν μάλιστα ἁρμόζῃ <lb/>καὶ μὴ
                        πιέζῃ λίαν, προστιθέναι ὡς προσωτάτω· ὁκόταν δὲ προσθῇς, <lb/>ἐκ τῆς ὀσφύος
                        ἐπαναδῆσαι ταινίῃ πλατείῃ ἀναλαβὼν, ὡς ἂν μὴ ἐξολισθάνῃ, <lb/>ἀλλὰ μένῃ καὶ
                        ποιέῃ τὸ δοκέον· καὶ τῶν μηκώνων ξὺν τῷ τυρῷ <lb/>καὶ τοῖσιν ἀλφίτοισι
                        πιπίσκειν, ὥσπερ ἐν τῇ πρὸς τὸ πλευρὸν προσπτώσει <lb/>γέγραπται· καὶ τῶν
                        ποτημάτων πειρώμενος ὅ τι ἂν μάλιστα <lb/>προσδέχηται, πιπίσκειν· σιτίοισι
                        δὲ ὡς μαλθακωτάτοισι χρήσθω. </p></div><pb n="390"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἢν ἀναχάνῃ τὸ στόμα τῶν μητρέων μᾶλλον ἢ ᾡς πέφυκε, <lb/>τὰ ἐπιμήνια
                        γίνεται πλείω καὶ κακίω καὶ ὑγρότερα καὶ διὰ πλέονος <lb/>χρόνου, καὶ ἡ γονὴ
                        αὐτῆς οὐχ ἅπτεται οὐδὲ ἐμμένει, ἀλλὰ πάλιν <lb/>ἐκχεῖται ἔξω· καὶ ἢν
                        ἐσαφάσσῃς τῷ δακτύλῳ τὸ στόμα τῶν μητρέων, <lb/>εὑρήσεις ἀνακεχηνὸς, καὶ
                        ἀδυναμίη αὐτὴν λαμβάνει ὑπὸ <lb/>τῶν ἐπιμηνίων, καὶ πυρετὸς, καὶ ῥῖγος, καὶ
                        ὀδύνη ἴσχει τὴν νείαιραν <lb/>γαστέρα καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ τὰς ἰξύας.
                        Πάσχει δὲ ταῦτα <lb/>μάλιστα μὲν, ἤν τι ἐν αὐτῇ χυθῇ καὶ διαφθαρὲν σαπῇ·
                        πάσχουσι <lb/>δὲ καὶ ἐκ τόκων, αἱ δὲ καὶ ἄλλως. Ὁκόταν γοῦν ὧδε ἔχῃ,
                        φάρμακον <lb/>χρὴ πιπίσκειν ὑφ’ οὗ ἄνω καθαιρεῖται· καὶ ὁκόταν ἡ ὀδύνη.
                        <lb/>ἔχῃ, τῶν χλιασμάτων προστιθέναι, καὶ τῷ θερμῷ λούειν, καὶ διαλιπὼν
                        <lb/>κλύζειν, ὥσπερ ἐπὶ τῆς προτέρης γέγραπται, καὶ τῶν ποτημάτων
                        <lb/>διδόναι ὅ τι ἂν μάλιστα προσδέχηται, καὶ ὑποθυμιῇν ὀκόσα <lb/>ξηραίνει,
                        καὶ τῶν πουλυπόδων ἐσθιέτω, καὶ τὴν λινόζωστιν. </p></div></div></body></text></TEI>