<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="26"><p>26. Ὁκόταν πνίγωσιν αἱ ὑστέραι, ὑποθυμιῇν χρὴ τὰ κακώδεα <lb/>πάντα ὑπὸ τὰς
                        ῥῖνας, ἄσφαλτον, θεῖον, κέρας, ἐλλύχνιον, φώκης <lb/>ἔλαιον, καστόριον· ὑπὸ
                        δὲ τὰ αἰδοῖα τὰ εὐώδεα. </p></div><pb n="344"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="27"><p>27. Ἢν δὲ λεχοῖ αἱ ὑστέραι φλεγμήνωσι, πίμπραται καὶ πνὶξ <lb/>ἔχει. Ὁκόταν
                        ὧδε ἔχῃ, παρατείνας ὀθόνιον βρύα θαλάσσια λεπτὰ <lb/>καταπλάσσειν· ἔπειτα
                        ὠμήλυσιν καὶ σποδὸν κληματίνην καὶ λίνου <lb/>σπέρμα, ὄξος καὶ ἔλαιον
                        ἐπιχέας, ἑψεῖν ἕως ἂν οἷόν περ σταῖς γένηται· <lb/>ἔπειτα καταπλάσαι, ἢν
                        θερμοτέρῳ δύνηται ἀνέχεσθαι, τὴν <lb/>νείαιραν γαστέρα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><p>28. Ἢν δὲ πεπήγωσι, φακοὺς ἑψήσας ἐν ὄξει καὶ ἡδυόσμῳ <lb/>πολλῷ, ἕλκειν τὴν
                        ἀτμίδα ἐς τὸ στόμα καὶ τὰς ῥῖνας προσίσχειν, <lb/>καὶ τὰ κακώδεα ὑποθυμιῇν,
                        καὶ λινόζωστιν ἐσθίειν· καὶ ἐν τῷ χυλῷ <lb/>ἄλητον ἑφθὸν ῥοφείτω· ὅτι
                        τάχιστά τε καὶ πρὶν ἢ τὴν ὀδύνην <lb/>ἔχειν, πρότερον χρὴ διδόναι τῶν
                        φαρμάκων ὅσα τὰς ὑστέρας παύει <lb/>τῆς ὀδύνης· καὶ σιτία διαχωρητικὰ
                        προσφερέσθω· ἢν δὲ ἡ γαστὴρ <lb/>θερμαίνηται, ὑποκλύσαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="29"><p>29. Ἢν ἐκ τόκου φλεγμήνωσιν αἱ μῆτραι, στρύχνου χυλὸν <lb/>ἐγχέαι ἐς τὰ
                        αἰδοῖα, καὶ ἐπὴν οὗτος θερμὸς γένηται, ἕτερον ἐγχεῖν· <lb/>ἢν δὲ μὴ ᾖ,
                        σχίνου ἢ ῥάμνου ἢ τεύτλου. Ἕτερον· κολοκύντης χυλὸν <lb/>ἐκπιέσας ἔγχεον,
                        καὶ αὐτῆς τὸ ἐν μέσῳ τὸ ἁπαλώτατον περιξύσας <lb/>μακρὸν ἔνθες. Ὕστερον
                        ὕδατι ψιμύθιον τρίβων, ἐν εἰρίῳ ἀνασπογγίζων, <lb/>πρόσθες· ἢν δὲ φρίσσῃ,
                        ἀφαιρέειν. Ἢν γυνὴ ἀσθενέῃ ἀπὸ <lb/>ὑστερέων, καὶ χολαὶ αὐτὴν πνίγωσι, καὶ
                        δέῃ αὐτὴν καθῆραι κούφως <pb n="346"/> καὶ τῆς ὀδύνης παῦσαι, πευκεδάνου
                        ὀπὸν ὅσον τρεῖς κυάθους δίδου <lb/>πίνειν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="30"><p>30. Ἢν ἐν τῇ ὀσφύϊ αἱ ὑστέραι ἔωσιν ἢ ἐν τῷ κενεῶνι, ἢν θέλῃς
                        <lb/>μετακινῆσαι, τρίψας θεῖον καὶ ἄσφαλτον, μέλι ἑφθὸν παραχέας, καὶ
                        <lb/>ποιήσας βάλανον παχείην, ἐς τὴν ἕδρην ἔνθες· καὶ ἐκ τῶν ὑστερέων
                        <lb/>ἢν ξηραὶ γένωνται, τὰ αὐτὰ προσθεῖναι ὡς τάχιστα. </p></div></div></body></text></TEI>