<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ἕτερος ῥόος· ἐπὴν διαβάλῃ τοὺς τόκους φύσει εὔτοκος <lb/>ἐοῦσα, τὸ μὲν
                        πρῶτον ἐπιλείπει τὰ ἐμμήνια, ἢ γίνεται ἐλάσσω, καὶ <pb n="336"/> τὸν χρόνον
                        ὑπερβάλλει ἐν ᾧ ἐγίνετο πρόσθεν· ἔπειτα ἐξαπίνης ἐγένετο <lb/>πολλὰ καὶ
                        καθαρὰ καὶ ἰσχυρά· καὶ ἢν μέν οἱ ἅπαξ γενόμενα <lb/>ἔῃ, τὸ λοιπὸν κατὰ λόγον
                        ἐν γαστρὶ ἴσχει· ἢν δὲ μὴ, τὸ μὲν πρῶτον <lb/>γίνεται καὶ δεύτερον καὶ
                        τρίτον τοῦ μηνός· ἔπειτα τελευτήσει ἐξ <lb/>ἑωυτοῦ ὁ ῥόος, καὶ ὠχρή τε καὶ
                        λεπτὴ γίνεται. Ὅταν ὧδε γένηται, <lb/>φάρμακον χρὴ πιπίσκειν καὶ ἄνω καὶ
                        κάτω, καὶ γάλα μεταπιπίσκειν <lb/>ὄνειον ἢ ὀῤῥόν· ἔπειτα μετὰ ταῦτα
                        πυριήσαντα καθῆραι τὰς <lb/>ὑστέρας φαρμάκῳ ὃ μὴ δήξεται, ἔπειτα κλύσαι τῷ
                        σὺν τῷ ὄξει· <lb/>ἔπειτα ὑποθυμιῆσαι τοῖσιν ἀρώμασι. Ποιέειν δὲ ταῦτα, ὅκως
                        τῇ <lb/>προτέρῃ τῶν ἐπιμηνίων ᾖ πεποιημένα· καὶ μὴ γένηται ἀλουτοῦσα
                        <lb/>καὶ ἀσιτοῦσα· κυκεῶνα ἄναλτον παχὺν πίνουσα ὑποθυμιήσθω τοῖσιν
                        <lb/>ἀρώμασι, νέτωπον περιχέασα καὶ μύρον ῥόδινον· ἔπειτα τῷ ἀνδρὶ
                        <lb/>ξυνίτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Ἢν αἱ κοτυληδόνες φλέγματος περίπλεαι γένωνται, τὰ μὲν <lb/>ἐπιμήνια
                        γίνεται, καὶ ἐν γαστρὶ ἴσχει, διαφθείρει δὲ, ἐπὴν ἰσχυρότερον <lb/>τὸ
                        ἔμβρυον γένηται· οὐ γὰρ δύναται ἴσχειν, ἀλλ’ ἀποῤῥήγνυται. <lb/>Γνοίης δὲ
                        ὧδε· ὑγρὴ γίνεται, καὶ ἀποῤῥέει μυξῶδες καὶ γλίσχρον, <lb/>καὶ οὐ δάκνει,
                        καὶ τοῖσιν ἐμμηνίοισιν, ἐπὴν παύσηται τοῦ <lb/>ῥεύματος, καὶ δύο ἡμερέων καὶ
                        τριῶν μύξαι ἔρχονται ἀπὸ τῶν <lb/>ὑστερέων. Ταύτην δεῖ κλύσαι τῷ ἀπὸ τῶν
                        ὀλύνθων, καὶ δὶς ἢ τρὶς <lb/>μετακλύσας στρυφνοῖσι τὸ λοιπὸν προστιθέναι,
                        ὑφ’ οὗ καθαίρεται <lb/>φλέγμα, καὶ τὰ μαλθακὰ πυριῇν, καὶ κλύζειν μετὰ τὰ
                        προσθετὰ, <lb/>ἴσον τὸ ὄξος μίσγων, καὶ ὑποθυμιῇν ἐν τοῖσιν ἐπιμηνίοισι
                        τοῖσιν <pb n="338"/> ἀρώμασι· ἔπειτα δὲ ἀσιτέουσα καὶ ἀλουτέουσα
                        συνευναζέσθω τῷ <lb/>ἀνδρί. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Ὁκόταν τὰ ἐπιμήνια κρυφθῇ, ὀδύνη ἴσχει τὴν νειαίρην <lb/>γαστέρα, καὶ
                        δοκέει ἐπικεῖσθαί οἱ βάρος, καὶ τὰς ἰξύας πονέει καὶ <lb/>τοὺς κενεῶνας·
                        ὁκόταν δὲ πρὸς τὰ ὑποχόνδρια προσπέσωσι, πνίγουσι, <lb/>καὶ ἐμεῖ πυκινὰ
                        ὀξέα, καὶ ἐπὴν ἀπεμέσῃ, ῥήϊον ἴσχει ὀλίγον <lb/>χρόνον· ἡ δὲ ὀδύνη καὶ ἐς
                        τὴν κεφαλὴν καὶ ἐς τὸν τράχηλον φοιτᾷ. <lb/>Ἐπὴν μὲν λίην προσεστήκῃ,
                        χλιάσματα προστιθέναι, καὶ ὑποθυμιῇν <lb/>κακώδεα, καὶ πίνειν διδόναι τὸν
                        κάστορα καὶ τὴν κόνυζαν· <lb/>ἐπὴν δὲ κάτω, ὑποθυμιῇν τὰ κακώδεα, ὑπὸ δὲ τὰς
                        ῥῖνας τὰ <lb/>εὐώδεα. Ἐπὴν δὲ παύσωνται αἱ ὀδύναι, φάρμακον δοῦναι πιεῖν,
                        καὶ <lb/>μεταπιπίσκειν γάλα ὄνου· ἔπειτα διδόναι χυμὸν, ἀφ’ οὗ ἐμεῖται,
                        <lb/>καὶ πρὸς τὰς ῥῖνας προστιθέναι· ἐπὴν δὲ καθήρῃς, πυριήσας τὰς
                        <lb/>ὑστέρας τοῖσι ξὺν τῇ δάφνῃ, προσθεῖναι τὸ ξὺν τῇ ναρκίσσῳ· τρὶς <lb/>δὲ
                        διαλιπὼν πυρίης, προσθεῖναι τὸ ξὺν τῇ κανθαρίδι· τῇ δὲ ὁστεραίῃ <lb/>στέαρ
                        χήνειον· ἔπειτα διαλιπὼν τρεῖς ἡμέρας, κλύσαι τῷ ξὺν <lb/>τῷ ὄξει. Ἐν δὲ
                        τοῖσι καθαρμοῖσιν ἐσθιέτω τὴν λινόζωστιν πρὸ τῶν <lb/>σιτίων, καὶ σιτίοισι
                        μαλθακωτάτοισι χρήσθω, καὶ τὰ δριμέα τρωγέτω, <lb/>καὶ λουέσθω θερμῷ δὶς τῆς
                        ἡμέρης. Ἢν δὲ μὴ γίνηται τὰ <lb/>ἐπιμήνια, ταῦτα ποιήσαντα ἐν τῷ δέοντι
                        χρόνῳ, πῖσαι κανθαρίδας, <lb/>καὶ ἐπὴν γένηται, νηστεύσασα καὶ ἀλουτήσασα
                        καὶ ὑποθυμιήσασα, <lb/>πρὸς τὸν ἄνδρα ἴτω. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὁκόταν ἐν γαστρὶ ἔχουσα διαφθείρῃ τὸ ἔμβρυον μηνιαῖον <pb n="340"/> καὶ
                        διμηνιαῖον, καὶ ἐκφέρειν μὴ δύνηται, καὶ λεπτὴ παρὰ φύσιν <lb/>γίνηται,
                        ταύτην χρὴ καθήραντα καὶ τὰς ὑστέρας τὸ σῶμα παχῦναι· <lb/>οὐ γὰρ δυνήσεται
                        πρότερον διενέγκαι, ἔστ’ ἂν αὐτῆς παχεῖαι <lb/>γένωνται αἱ ὑστέραι καὶ
                        ἰσχύσωσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Ἢν δὲ παχυνθῇ παρὰ φύσιν, οὐκ ἴσχει ἐν γαστρί· τὸ γὰρ <lb/>ἐπίπλοον
                        ἐπικείμενον πουλὺ καὶ παχὺ ἀποπιέζει τὰς ὑστέρας, καὶ <lb/>τὴν γονὴν οὐκ
                        εἰσδέχεται. Ταύτην χρὴ λεπτύναντα φάρμακον πῖσαι <lb/>κάτω, καὶ πρὸς τὰς
                        ὑστέρας προσθεῖναι, ὅ τι καθαίρει αὐτὰς καὶ <lb/>φύσας οὐκ ἐμποιεῖ. </p></div></div></body></text></TEI>