<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg033.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>11. Ἢν αἱ μῆτραι φλεγμήνωσι, τὰ ἐμμήνια οὐ γίνεται παντάπασιν, <lb/>ἢ πονηρὰ
                        καὶ ὀλίγα· καὶ ὁκόταν νῆστις ᾖ, ἔμετος αὐτὴν <lb/>λαμβάνει· ὁκόταν δέ τι
                        φάγῃ, ἐμέει τὰ σιτία, καὶ ὀδύνη ἔχει τὴν <lb/>νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς
                        ἰξύας, καὶ λειποψυχίη ἴσχει· ἡ δὲ γαστὴρ <lb/>ὁτὲ μὲν σκληρὴ, ὁτὲ δὲ μαλθακή
                        ἐστι, καὶ φυσᾶται, καὶ μεγάλη <lb/>γίνεται, καὶ δοκέει ἐν γαστρὶ ἔχειν· ἢν
                        δὲ ἀφασσήσῃ, κενεὸν γίνεται <lb/>τὸ πλήρωμα· ταύτῃ μέχρι μὲν δέκα μηνῶν τὸ
                        οἴδημα κατ’ ὀλίγον <lb/>αὔξεται, οἷόν περ τῇ ἐν γαστρὶ ἐχούσῃ· ἐπὴν δὲ οἱ
                        δέκα μῆνες <lb/>παρέλθωσιν, ἐμπίπλαται ἡ γαστὴρ καὶ ὕδατος, καὶ ὁ ὀμφαλὸς
                        ἐξίσχει, <pb n="328"/> καὶ ἢν ἐσαφάσσῃς τὸν δάκτυλον, εὑρήσεις τὰ στόμα
                        ἰσχνὸν <lb/>καὶ ξυμπεπτωκὸς τῆς μήτρης· καὶ ἐπ’ οὖν ἐφάνη τὰ ἐπιμήνια ὀλίγα
                        <lb/>καὶ πονηρὰ, καὶ τὰς κληἴδας καὶ τὸν τράχηλον λεπτύνεται, καὶ οἱ
                        <lb/>πόδες οἰδέουσιν. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, φάρμακον πῖσαι κάτω, καὶ
                        <lb/>προστιθέναι πρὸς τὰς ὑστέρας ὁκόσα καθαίρει μὴ δάκνοντα, καὶ <lb/>μετὰ
                        τὴν πρόσθεσιν κλύζειν τὰς ὑστέρας, ἴσον τὸ ὄξος μίσγων <lb/>ὀξύτατον· καὶ
                        τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω, καὶ τὸν χυλὸν, ἐπιβάλλουσα <lb/>ἄλητον, ὁκόταν ἑφθὸν
                        ᾖ, ῥοφεέτω. Ἡ δὲ νοῦσος ἐπικίνδυνός <lb/>ἐστιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>12. Ἐρυσίπελας ἢν ἐν τῇσι μήτρῃσιν ἐγγένηται, οἴδημα γίνεται <lb/>ἀπὸ τῶν
                        ποδῶν ἀρξάμενον ἐς τὰ σκέλεα καὶ τὴν ὀσφύν· ὅσῳ δ’ ἂν <lb/>πλείων χρόνος
                        γένηται, οἰδέει καὶ ἡ γαστὴρ, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς <lb/>λαμβάνει καὶ
                        ἀσθένεια· ὑπὸ δὲ τῆς ὀδύνης οὐ δύναται ἡσυχάζειν, <lb/>ἀλλὰ ῥίπτει ἑωυτήν. Ἡ
                        δὲ ὀδύνη ἀνέρχεται ἐκ τῆς νειαίρης <lb/>γαστρὸς ἐς τὰς ἰξύας· ἔπειτα ἄνω
                        ἔρχεται ἐπὶ τὰ ὑποχόνδρια καὶ <lb/>τὰ στήθεα καὶ τὴν κεφαλὴν, καὶ δοκέει
                        ἀποθανεῖσθαι· ὁκόταν δὲ <lb/>ἀνῇ, νάρκη λαμβάνει τὰς χεῖρας· ἔστι δ’ ὅτε καὶ
                        τοὺς βουβῶνας <lb/>καὶ τὰ σκέλεα καὶ τὰς ἰγνύας· καὶ πελία γίνεται, καὶ
                        ὀλίγον ποτὲ <lb/>χρόνον ῥᾴων δοκέει εἶναι, ἔπειτα αὖθις τὰ αὐτὰ πάσχει, καὶ
                        ὁ <lb/>χρὼς φλυκταινῶν καταπίμπλαται, καὶ τὸ πρόσωπον ἐρυθήματα <lb/>φύει,
                        καὶ δίψα ἔχει ἰσχυρὴ, καὶ ὁ φάρυγξ ξηρός. Αὕτη ἡ νοῦσος <pb n="330"/> ἢν μὲν
                        κυούσῃ ἐπιγένηται, ἀποθνήσκει· ἢν δὲ μὴ, μελεδώνῃ ἐκφυγγάνει. <lb/>Ὁκόταν
                        ὧδε ἔχῃ, προσφέρειν δεῖ, ἢν ὁ πόνος ἔχῃ, ψύγματα, <lb/>καὶ τὴν γαστέρα
                        ταράσσειν. Καὶ ἢν μὲν ἐν γαστρὶ ἔχῃ, σιτίοισι <lb/>καὶ ποτοῖσι χρῆσθαι, ὅκως
                        τὸ ἔμβρυον μὴ διαφθείρηται, ἢν <lb/>δὲ μὴ ὑποχωρέῃ, κλύζειν· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ ἐν
                        γαστρὶ, φάρμακον δοῦναι <lb/>πιεῖν, καὶ ὡς ἐλαχίστοισι σιτίοισι χρῆσθαι καὶ
                        ὡς μαλθακωτάτοισι <lb/>καὶ ψυχροῖσι, καὶ τὴν λινόζωστιν ἐσθιέτω καὶ τὴν
                        ἀκτὴν, <lb/>καὶ μήτε ἁλυκὰ μήτε λιπαρὰ μήτε δριμέα, οἷον ὀρίγανσν ἢ θύμον
                        <lb/>ἢ πήγανον. Ἐπὴν δὲ τὸ πῦρ ἀφῇ καὶ τὸ πνίγμα, καὶ μὴ καταστῇ <lb/>τὸ
                        οἰδημα, φάρμακον ἰσχυρότερον μεταπῖσαι κάτω. Τὴν δὲ νοῦσον <lb/>ὀλίγαι
                        διαφεύγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἢν αἱ μῆτραι παρὰ φύσιν χάνωσι, τὰ ἐπιμήνια πλέω τοῦ <lb/>δέοντος ἔρχεται
                        καὶ γλισχρότερα καὶ πυκνὰ, καὶ ἡ γονὴ οὐκ ἐμμένει, <lb/>καὶ ἢν ἅψῃ τῷ
                        δακτύλῳ, εὑρήσεις κεχηνὸς τὸ στόμα, καὶ πῦρ, <lb/>καὶ ῥῖγος, καὶ ὀδύνη
                        λαμβάνει τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τὰς ἰξύας. <lb/>Αὕτη ἡ νοῦσος λαμβάνει ἐκ
                        ῥόου αἱματώδεος· γίνεται δὲ ὁκόταν τὰ <lb/>καταμήνια ἐξαπίνης ἱστάμενα ῥαγῇ.
                        Κἂν ἡ ὀδύνη μάλιστα ἔχῃ, <lb/>χλιάσματα προστιθέναι, καὶ πυριῇν τὰς ὑστέρας,
                        καὶ πῖσαι φάρμακον <lb/>κάτω, καὶ προστιθέναι ὁκόσα μὴ δήξεται, καὶ κλύζειν
                        μετὰ <lb/>τὰ προσθετὰ στρυφνοῖσι, καὶ λούεσθαι ὡς ἥκιστα· σιτίοισι δὲ ὡς
                        <lb/>ξηροτάτοισι χρέεσθαι· ἢν δὲ ταῦτα ποιέουσα ὑγιὴς μὴ γένηται,
                        <lb/>φάρμακον πῖσαι, ὑφ’ οὗ ἄνω καὶ κάτω καθαρεῖται· ὁκόταν τὰ ἐπιμήνια
                        <lb/>κινέηται, καὶ ὁκόταν παύηται, διαιτᾷν τὸν αὐτὸν τρόπον. <lb/>Ἡ δὲ
                        νοῦσος θανατώδης. </p></div><pb n="332"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Ἢν αἱ μῆτραι ἐς τὸ μέσον τῶν ἰξύων ὦσιν, ὀδύνη ἴσχει τὴν <lb/>νειαίρην
                        γαστέρα καὶ τὰ σκέλεα ὕστερον, καὶ ὁκόταν ἀποπατήσῃ, <lb/>ὀδύναι ἐγγίνονται
                        ὀξύτεραι, καὶ ὁ ἀπόπατος προέρχεται ὑπὸ βίης, <lb/>καὶ τὸ οὖρον στάζει, καὶ
                        λειποψυχέει. Ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, αὐλίσκον <lb/>προσδήσας πρὸς κύστιν, φυσῆσαι
                        τὰς ὑστέρας, καὶ πυριῆσαι ἢ <lb/>λοῦσαι πολλῷ θερμῷ, καὶ ὑποθυμιῇν ὑπὸ τὰ
                        αἰδοῖα κακώδεα, ὑπὸ <lb/>δὲ τὰς ῥῖνας εὐώδεα· ὁκόταν δὲ ἡ ὀδύνη παύσηται,
                        φάκιον προπίσας, <lb/>φάρμακον πῖσαι ἄνω, ὑφ’ οὗ ἡ κοιλίη οὐ κινηθήσεται.
                        Ἐπὴν <lb/>δὲ αἱ ὑστέραι καταστῶσιν ἐς χώρην, φάρμακον πῖσαι κάτω καὶ γάλα
                        <lb/>μεταπῖσαι· ἔπειτα πυριήσας τὰς ὑστέρας οἴνῳ, τὰ σὺν τῇ δάφνῃ
                        <lb/>ἐμβάλλειν, καὶ προστιθέναι ἃ μὴ δήξεται, ξυμμίσγων τὸ ὄξος· <lb/>ἔπειτα
                        ὑποθυμιῇν τοῖσιν ἀρώμασιν. Ἄτοκοι δὲ καὶ χωλαὶ ἐκ ταύτης <lb/>τῆς νούσου
                        γίνονται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ὁκόταν δὲ ῥόος λευκὸς ἐγγένηται, οἷον ὄνου οὖρον φαίνεται, <lb/>καὶ ὀδύνη
                        ἔχει τὴν νειαίρην γαστέρα καὶ τἆς ἰξύας καὶ τοὺς κενεῶνας, <lb/>καὶ
                        οἰκδήματα τῶν τε σκελέων καὶ τῶν χειρῶν, καὶ τὰ κύλα <lb/>αἴρεται, καὶ οἱ
                        ὀφθαλμοὶ ὑγροὶ, καὶ ἡ χροιὴ ἰκτερώδης καὶ λευκὴ <lb/>γίνεται, καὶ ὁκόταν
                        πορεύηται, ἀσθμαίνει. Ἡ δὲ νοῦσος γίνεται, ἢν <lb/>φύσει ἐοῦσα φλεγματώδης
                        πυρεταίνῃ, καὶ χολὴ κινηθεῖσα μὴ καθαρθῇ· <lb/>ἢν μὲν οὖν ἡ κοιλίη ᾖ ὀξέη,
                        διάῤῥοιαι γίνονται· ἢν δὲ ἐπὶ τὰς <lb/>ὑστέρας τράπηται, ῥόος γίνεται.
                        Ταύτην ἐπὴν ῥόος ἔχῃ, τρίβων μήκωνος <pb n="334"/> λευκῆς τὸ λέπυρον, τὸ
                        ἴσον τῆς πυῤῥᾶς, ἀκάνθης τὸν καρπὸν <lb/>τρίβων ἐν οἴνῳ κεκρημένῳ, ἄλφιτα
                        ἐπιβαλὼν ποταίνια πινέτω· ἢν <lb/>δὲ θέλῃς, σίδην ἐς σποδὸν ἐγκρύψασα, ἐν
                        οἴνῳ πινέτω, ἄλφιτον <lb/>ἴσον καὶ ἄλητον ἐπιβαλών· ὡς ἥκιστα δὲ λουέσθω·
                        σιτίοισι δὲ χρήσθω <lb/>ὡς ξηροτάτοισι καὶ ψυχροῖσιν· ἐπὴν δὲ παύσηται τὸ
                        ῥεῦμα, φάρμακον <lb/>πῖσαι, ὑφ’ οὗ τὰ ἄνω καθαίρεται, καὶ γάλα ὄνειον
                        πινέτω· <lb/>ἐπὴν δὲ τὰ κάτω καθαρθῇ, βόειον γάλα πινέτω ἐπὶ τεσσαράκοντα
                        <lb/>ἡμέρας, ἢν δύνηται, καὶ ἐξαιθριάσασα ἄκρητον, μίσγουσα ὕδατι <lb/>τὸ
                        τέταρτον μέρος· ἑσπέρης δὲ ἐπὴν ἐκπίῃ, ῥοφείτω χόνδρον· ἐπὴν <lb/>δὲ γένηται
                        δεκαταίη, ἀφαιρέειν τοῦ γάλακτος τὴν δεκάτην μοίρην <lb/>καὶ τοῦ ὕδατος·
                        ὅσον δ’ ἂν ἀφέλῃς, τοσοῦτον χλιεροῦ ἄρτι ἠμελγμένου <lb/>πινέτω τὴν μοίρην,
                        τὴν δὲ αὔριον δύο μοίρας, ὡς ἐν τῇσι δέκα <lb/>μοίρῃσιν εἶναι ἀντὶ
                        κεκρημένου ἄκρητον, καὶ ἐπὶ δέκα ἡμέρας πίνειν <lb/>ἀφαιρέων τὸ δέκατον
                        μέρος, καὶ τοῦ ῥοφήματος προστιθέσθω <lb/>πλεῖον· ἐπὴν δὲ γένηται εἰκοσταίη,
                        [ἀφαιρέειν τοῦ ἀκρήτου μοίρην <lb/>ἐπὶ δέκα ἡμέρας· ἐπὴν δὲ γένηται
                        τριακοσταίη,] πίνουσα τὴν δεκάτην <lb/>μοίρην τοῦ γάλακτος, ὑποχέων τρίτην
                        ὕδατος μοίρην, πινέτω <lb/>δέκα ἡμέρας, καὶ σιτίοισι χρήσθω· καὶ οὕτω
                        γίνονται αἱ ξύμπασαι <lb/>ἡμέραι τεσσαράκοντα. </p></div></div></body></text></TEI>