<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν πλεύμων ἀπὸ ἐρυσιπέλατος οἰδήσῃ, τόδε τὸ οἴδημα μάλιστα <lb/>ἀπὸ
                        αἵματος γίνεται, ὅταν ἐς ἑωυτὸν ὁ πλεύμων ἑλκύσῃ αἷμα <pb n="184"/> καὶ ἔχῃ
                        ἀναλαβών· τὸ δὲ νούσημα θέρεος ἐν ὥρῃ μάλιστα γίνεται. <lb/>Τάδε οὖν ἀπ’
                        αὐτοῦ πάσχει· βὴξ ἐμπίπτει ξηρὴ, καὶ ῥῖγος, καὶ πυρετὸς, <lb/>καὶ ὀρθοπνοίη,
                        καὶ ὁ πόνος ἰσχυρὸς ἐν τοῖσι στήθεσι, καὶ τὰς <lb/>ῥῖνας ἀνοίγει ὡς ἵππος
                        δραμὼν, καὶ τὴν γλῶσσαν ἐξίσχει ὡς κύων <lb/>θέρεος ὑπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐν
                        τῷ καύματι καιόμενος, καὶ οἴδημα <lb/>κατέχει τὰ στήθεα, καὶ φθέγγεται
                        βραχέως, καὶ ἐρύθημα καὶ <lb/>κνησμὸν τῷ σώματι φέρει, καὶ ὑπὸ τοῦ πόνου
                        κατακέεσθαι οὐ <lb/>δύναται, ἀλλ’ αὐτὸς ἑωυτὸν ῥίπτει ἀλύων. Οὗτος ἐν ἑπτὰ
                        ἡμέρῃσι <lb/>θνήσκει μάλιστα· ἢν δὲ ταύτας ἐκφύγῃ, οὐ μάλα θνήσκει. Τοῦτον,
                        <lb/>ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, ἰῆσθαι ἐν τούτοισι· ψύχειν μὲν τὸ σῶμα, ἐν ὕδατι
                        <lb/>ψυχρῷ βάπτων σεῦτλα καὶ τῷ σώματι ἐπιτιθεὶς, μάλιστα πρὸς πόνον
                        <lb/>νέον, ἢ ῥάκια βάπτων ἐν ψυχρῷ ὕδατι καὶ ἐκθλίβων προστιθέναι. <lb/>Κἢν
                        μὲν οὕτω ῥηΐσῃ· ἢν δὲ μὴ, κεραμικῇ γῇ ψυχρῇ καταπλάσσειν, <lb/>καὶ ἐν τῇ
                        αἰθρίῃ κοιμάσθω. Οὕτω γὰρ ἂν μελετώμενος <lb/>πολλάκις ἂν φύγοι τὰς ἑπτὰ
                        ἡμέρας. Ὁκόταν δὲ αἱ ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσι <lb/>καὶ ἡ ὀδύνη προσέχῃ, χρίων
                        ἐν ἐλαίῳ τὸ πονέον μέρος ἔσο, <lb/>καὶ χλιάσματα μάλιστα προστίθει τὰ αὐτὰ,
                        ἃ καὶ τῇ πλευρίτιδι, <lb/>καὶ πῖσαι αὐτὸν ἐς ὑποκάθαρσιν τῷ τοῦ πεπλίου καὶ
                        τῆς μηκωνίδος <lb/>καὶ τοῦ κόκκου τοῦ κνιδίου, καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν φακῆς
                        τρυβλίον <lb/>δοῦναι ῥοφῆσαι, πινέτω δὲ ὕδωρ. Τῇ δὲ ὑστεραίῃ λοῦσαι αὐτὸν
                        <lb/>πολλῷ καὶ θερμῷ πλὴν τῆς κεφαλῆς· ἔπειτα πῖσαι ὀρίγανον ἐν μελικρήτῳ
                        <lb/>ἀποβρέξας· ποτοῖσι δὲ ὡς θερμοτάτοισι χρεέσθω· σιτία δὲ
                        <lb/>προσφερέσθω τὰ αὐτὰ ταῦτα, ἃ καὶ ὁ ὑπὸ τῆς πλευρίτιδος ἑαλωκὼς, <pb n="186"/> ἢν μὴ πυρετὸς προσίσχῃ. Αὕτη ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι
                        <lb/>ἐκφυγγάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν τὸ στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον ἀναῤῥαγῇ, ἀναῤῥήγνυται <lb/>δὲ μάλιστα ὑπὸ
                        ταλαιπωρίης· τάδι οὖν πάσχει. Βὴξ ἴσχει ὀξείη, <lb/>καὶ τὸ σίαλον ἐνίοτε
                        ἀποπτύει ὕφαιμον, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει <lb/>τὰ πολλὰ, καὶ ἐν τῷ
                        στήθεϊ, καὶ ἐν τῷ μεταφρένῳ ὀδύνη <lb/>ὀξείη ἔνεστι, καὶ ἐν τῷ πλευρῷ δοκέει
                        οἷον λίθος ἐγκέεσθαι, καὶ <lb/>κεντέεται ὑπὸ τῆς ὀδύνης διαμπερέως, ὡς εἰ
                        βελόνη τις κεντοίη. <lb/>Τοῦτον ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, παραχρῆμα γάλακτι πιήνας
                        καῦσαι τὰ <lb/>στήθεα καὶ τὸ μετάφρενον, καὶ οὕτω τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. Τὸ δὲ
                        <lb/>λοιπὸν ἡσυχάζων τῷ σώματι μάλιστα διαιτῆσθαι ἢν γάρ τι πονήσῃ <lb/>ἢ
                        ἐπὶ ἅμαξαν ἀναβὰς ἢ ἐφ’ ἵππον, ἢ τοῖσιν ὤμοισιν ἐν ἄχθεϊ αὐτὸς
                        <lb/>ταλαιπωρήσῃ, κινδονεύσει πάλιν ὑποτροπιάσαι ἡ νοῦσος, καὶ, ἢν
                        <lb/>γένηται, κίνδυνος διαφθαρῆναι· τὸ γὰρ νούσημα ὑποστραφὲν μᾶλλον
                        <lb/>πιέζει ἢ καταρχάς, Ἢν δὲ μὴ καυθῇ, τοῖσιν αὐτοῖσιν αὐτὸν ἰῆσθαι
                        <lb/>οἷσι καὶ τὸν ἔμπυον, ῥοφήμασι καὶ ποτήμασι καὶ σιτίοισι· τὸ δὲ ξύμπαν
                        <lb/>ἡσυχίην ἔχοντα εὐωχέειν τοῖσιν ἐπιτηδείοισιν· ἢν γὰρ οὕτω μελετηθῇ,
                        <lb/>τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div></div></body></text></TEI>