<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>6. Ἢν φλεγμονὴ ἐν πλεύμονι γένηται, δὲ μάλιστα ἀπὸ <lb/>οἰνοφλυγίης καὶ
                        γαστριμαργίης ἰχθύων κεφάλων καὶ ἐγχελύων· ταῦτα <lb/>γὰρ τὴν πιμελὴν
                        πολεμιωτάτην ἔχει πρὸς. τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου· <lb/>ἤδη δὲ τὸ νούσημα
                        ἐγένετο ἀπὸ φλέγματος, ὁκόταν μιγὲν τῷ αἵματι <lb/>ἐπιῤῥυῇ ἐπὶ τὸν πλεύμονα·
                        προσπίπτει δὲ καὶ ἐκ κρεηφαγίης καὶ ἐξ <lb/>ὕδατος μεταβολῆς. Τάδε οὖν
                        πάσχει· βήσσει ἰσχυρῶς, καὶ τὸ σίαλον <lb/>ἀποπτύει ὑγρὸν καὶ πολλὸν,
                        πολλάκις δὲ καὶ παχὺ καὶ λευκὸν, οἷον <lb/>ἀπὸ βράγχου· καὶ ὀδύνη πιέζει
                        ὀξείη ἐς τὰ στήθεα καὶ τὸ μετάφρενον <lb/>καὶ τοὺς κενεῶνας καὶ τὰ πλευρὰ,
                        καὶ ἐρεύγεται ὀξὺ, καὶ ἐκ <lb/>τῶν στηθέων καὶ πλευμόνων οἶον γαστὴρ
                        τρυλλίζει, καὶ ἐμέει λάπην <lb/>ὀξείην, καὶ τὸ ἔμεσμα ἢν ἐκχέῃς χαμάζε, ξύει
                        τὴν γὴν ὥσπερ ὄξος <lb/>ἐπιχέοντι, καὶ τοὺς ὀδόντας αἱμωδιᾷ, καὶ ῥῖγος καὶ
                        πυρετὸς καὶ δίψα <lb/>ἔχει ἰσχυρὴ, καὶ ἤν τι θέλῃ λιπαρὸν φαγέειν, μύζει
                        πρὸς· τὰ <lb/>σπλάγχνα καὶ ἔμετον ἄγει, καὶ τὸ σῶμα ἅπαν νάρκη ἔχει· ὁκόταγ
                        <lb/>δὲ ἀπεμέσῃ, ἐπ’ ὀλίγον δοκέει ῥᾴων εἶναι· ἔπειτα ἐπειδὰν τῆς ἡμέρης
                        <lb/>ὀψίτερον γένηται, βρέμει ἡ, κοιλίη καὶ στρέφει καὶ βορβορύζει.
                        <lb/>Τοῦτον ὁκόταν οὕτως ἔχῃ καὶ δοκέῃ καιρὸς εἶναι, προσαίρειν ὧδε
                        <lb/>μελέτην· μίξας μέλι καὶ γάλα καὶ ὄξος καὶ ὕδωρ, ταῦτα ἐγχέας ἐς
                        <lb/>χυτρίδα χλιαίνειν, καὶ ὀριγάνου κλωνίοισι τῆς κεφαλοεδέος ταράσσειν·
                        <lb/>ἐπειδὰν δὲ χλιαρὸν ᾖ, δοῦναι πιεῖν, ἢ λαβόμενος τῆς γλώσσης,
                        <lb/>ἐγχέειν ἡσυχῆ διὰ σύριγγος εἶτα κελεύειν συνειληθέντα ἡσυχίην
                        <lb/>ἔχειν· ἔπειτα ἢν ἔμετος ἐπέλθῃ αὐτῷ, ἐμέειν προθύμως· ἢν δὲ μὴ <pb n="182"/> ἐπέλθῃ, καταματτευόμενος πτερῷ ἐμεέτω, καὶ ἤν τι φλέγματος
                        <lb/>ἐμέσῃ, ἐπὶ πέντε ἡμέρας τὸ αὐτὸ ποιεέτω ῥᾴων γὰρ ἔσται οὕτω <lb/>ποιῶν.
                        Πινέτω δὲ τοῦτο γυμνασάμενος, ἢν οἷός τε ᾖ, καὶ λουσάμενος <lb/>πολλῷ θερμῷ·
                        ἢν δὲ μὴ, ἀλλὰ λουσάμενος. Ὁκόταν δὲ αἱ <lb/>πέντε ἡμέραι παρέλθωσιν, πρώϊος
                        νῆστις πινέτω ἐν μελικρήτῳ ἢ <lb/>οἰνομέλιτι ὀπὸν σιλφίου ὁκόσον ὄροβον, καὶ
                        σκόροδον τρωγέτω καὶ <lb/>ῥαφανῖδας νῆστις, καὶ ἄκρητον οἶνον ἐπιῤῥοφανέτω
                        μέλανα ἢ λευκὸν <lb/>αὐστηρόν· πινέτω δὲ καὶ ἐπὶ σίτῳ καὶ μετὰ τὸ σῖτον·
                        σιτίοισι δὲ ξηροῖσι <lb/>καὶ κρέασιν ὀνείοισιν ἢ κυνείοισι χρεέσθω ἑφθοῖσιν,
                        ἢν τὸ ῥῖγος <lb/>καὶ ὁ πυρετὸς μὴ ἐπιλαμβάνῃ. Οὗτος ἢν μὲν ἀπὸ τοῦ τοιοῦδε
                        <lb/>ἐγχύματος καθαίρηταί τι· ἢν δὲ μὴ, ἄνω αὐτὸν καθαίρειν ἐλλεβόρῳ·
                        <lb/>μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν ἀλεύρου ἑφθοῦ διδόναι δύο τρυβλία <lb/>ἐκροφέειν
                        μέλι παραχέας· οἶνον δὲ τὸν αὐτὸν πινέτω ὑδαρέα. Ἢν δὲ <lb/>μὴ κατ’ ἀρχὰς
                        παραγένῃ τῇ νούσῳ, παχύνας αὐτὸν γάλακτι, καῦσαι <lb/>τὰ στήθεα καὶ τὸ
                        μετάφρενον· οὕτω γὰρι ἂν μάλιστα τῆς νούσου <lb/>ἀπαλλαγείη. Ἢν δὲ μὴ καυθῇ,
                        ξυμπαραμένει καὶ οὐ μάλα ἐκλείπει, <lb/>ἀλλ’ ἕως γήρους προσέχει· πολλάκις
                        δὲ καὶ συναποθνήσκει, ἢν μὴ <lb/>ἐν τῇσι πρώτῃσιν ἡμέρῃσι τεσσαράκοντα
                        ἀποθάνῃ· ἀλλὰ χρεία πολλῆς <lb/>ὅτι μάλιστα μελεδώνης, καὶ ὀῤῥὸν καὶ γάλα
                        τὴν ὥρην πινέτω <lb/>βοὸς καὶ αἰγὸς καὶ ὀνείου καὶ ἱππείου· οὕτω γὰρ ἂν
                        ῥήϊστα διάγοι· ἡ <lb/>δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>7. Ἢν πλεύμων ἀπὸ ἐρυσιπέλατος οἰδήσῃ, τόδε τὸ οἴδημα μάλιστα <lb/>ἀπὸ
                        αἵματος γίνεται, ὅταν ἐς ἑωυτὸν ὁ πλεύμων ἑλκύσῃ αἷμα <pb n="184"/> καὶ ἔχῃ
                        ἀναλαβών· τὸ δὲ νούσημα θέρεος ἐν ὥρῃ μάλιστα γίνεται. <lb/>Τάδε οὖν ἀπ’
                        αὐτοῦ πάσχει· βὴξ ἐμπίπτει ξηρὴ, καὶ ῥῖγος, καὶ πυρετὸς, <lb/>καὶ ὀρθοπνοίη,
                        καὶ ὁ πόνος ἰσχυρὸς ἐν τοῖσι στήθεσι, καὶ τὰς <lb/>ῥῖνας ἀνοίγει ὡς ἵππος
                        δραμὼν, καὶ τὴν γλῶσσαν ἐξίσχει ὡς κύων <lb/>θέρεος ὑπὸ τοῦ πνεύματος τοῦ ἐν
                        τῷ καύματι καιόμενος, καὶ οἴδημα <lb/>κατέχει τὰ στήθεα, καὶ φθέγγεται
                        βραχέως, καὶ ἐρύθημα καὶ <lb/>κνησμὸν τῷ σώματι φέρει, καὶ ὑπὸ τοῦ πόνου
                        κατακέεσθαι οὐ <lb/>δύναται, ἀλλ’ αὐτὸς ἑωυτὸν ῥίπτει ἀλύων. Οὗτος ἐν ἑπτὰ
                        ἡμέρῃσι <lb/>θνήσκει μάλιστα· ἢν δὲ ταύτας ἐκφύγῃ, οὐ μάλα θνήσκει. Τοῦτον,
                        <lb/>ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, ἰῆσθαι ἐν τούτοισι· ψύχειν μὲν τὸ σῶμα, ἐν ὕδατι
                        <lb/>ψυχρῷ βάπτων σεῦτλα καὶ τῷ σώματι ἐπιτιθεὶς, μάλιστα πρὸς πόνον
                        <lb/>νέον, ἢ ῥάκια βάπτων ἐν ψυχρῷ ὕδατι καὶ ἐκθλίβων προστιθέναι. <lb/>Κἢν
                        μὲν οὕτω ῥηΐσῃ· ἢν δὲ μὴ, κεραμικῇ γῇ ψυχρῇ καταπλάσσειν, <lb/>καὶ ἐν τῇ
                        αἰθρίῃ κοιμάσθω. Οὕτω γὰρ ἂν μελετώμενος <lb/>πολλάκις ἂν φύγοι τὰς ἑπτὰ
                        ἡμέρας. Ὁκόταν δὲ αἱ ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσι <lb/>καὶ ἡ ὀδύνη προσέχῃ, χρίων
                        ἐν ἐλαίῳ τὸ πονέον μέρος ἔσο, <lb/>καὶ χλιάσματα μάλιστα προστίθει τὰ αὐτὰ,
                        ἃ καὶ τῇ πλευρίτιδι, <lb/>καὶ πῖσαι αὐτὸν ἐς ὑποκάθαρσιν τῷ τοῦ πεπλίου καὶ
                        τῆς μηκωνίδος <lb/>καὶ τοῦ κόκκου τοῦ κνιδίου, καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν φακῆς
                        τρυβλίον <lb/>δοῦναι ῥοφῆσαι, πινέτω δὲ ὕδωρ. Τῇ δὲ ὑστεραίῃ λοῦσαι αὐτὸν
                        <lb/>πολλῷ καὶ θερμῷ πλὴν τῆς κεφαλῆς· ἔπειτα πῖσαι ὀρίγανον ἐν μελικρήτῳ
                        <lb/>ἀποβρέξας· ποτοῖσι δὲ ὡς θερμοτάτοισι χρεέσθω· σιτία δὲ
                        <lb/>προσφερέσθω τὰ αὐτὰ ταῦτα, ἃ καὶ ὁ ὑπὸ τῆς πλευρίτιδος ἑαλωκὼς, <pb n="186"/> ἢν μὴ πυρετὸς προσίσχῃ. Αὕτη ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι
                        <lb/>ἐκφυγγάνουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>8. Ἢν τὸ στῆθος καὶ τὸ μετάφρενον ἀναῤῥαγῇ, ἀναῤῥήγνυται <lb/>δὲ μάλιστα ὑπὸ
                        ταλαιπωρίης· τάδι οὖν πάσχει. Βὴξ ἴσχει ὀξείη, <lb/>καὶ τὸ σίαλον ἐνίοτε
                        ἀποπτύει ὕφαιμον, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει <lb/>τὰ πολλὰ, καὶ ἐν τῷ
                        στήθεϊ, καὶ ἐν τῷ μεταφρένῳ ὀδύνη <lb/>ὀξείη ἔνεστι, καὶ ἐν τῷ πλευρῷ δοκέει
                        οἷον λίθος ἐγκέεσθαι, καὶ <lb/>κεντέεται ὑπὸ τῆς ὀδύνης διαμπερέως, ὡς εἰ
                        βελόνη τις κεντοίη. <lb/>Τοῦτον ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, παραχρῆμα γάλακτι πιήνας
                        καῦσαι τὰ <lb/>στήθεα καὶ τὸ μετάφρενον, καὶ οὕτω τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. Τὸ δὲ
                        <lb/>λοιπὸν ἡσυχάζων τῷ σώματι μάλιστα διαιτῆσθαι ἢν γάρ τι πονήσῃ <lb/>ἢ
                        ἐπὶ ἅμαξαν ἀναβὰς ἢ ἐφ’ ἵππον, ἢ τοῖσιν ὤμοισιν ἐν ἄχθεϊ αὐτὸς
                        <lb/>ταλαιπωρήσῃ, κινδονεύσει πάλιν ὑποτροπιάσαι ἡ νοῦσος, καὶ, ἢν
                        <lb/>γένηται, κίνδυνος διαφθαρῆναι· τὸ γὰρ νούσημα ὑποστραφὲν μᾶλλον
                        <lb/>πιέζει ἢ καταρχάς, Ἢν δὲ μὴ καυθῇ, τοῖσιν αὐτοῖσιν αὐτὸν ἰῆσθαι
                        <lb/>οἷσι καὶ τὸν ἔμπυον, ῥοφήμασι καὶ ποτήμασι καὶ σιτίοισι· τὸ δὲ ξύμπαν
                        <lb/>ἡσυχίην ἔχοντα εὐωχέειν τοῖσιν ἐπιτηδείοισιν· ἢν γὰρ οὕτω μελετηθῇ,
                        <lb/>τάχιστα ὑγιὴς ἔσται· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>9. Ἢν ἐν πλευρῷ φῦμα φύηται καὶ ἔμπυος γένηται, τάδε πάσχει· <lb/>ῥῖγος ἴσχει
                        καὶ πυρετὸς, καὶ βὴξ ξηρὴ πολλὰς ἡμέρας, καὶ ἀλγέει <lb/>τὸ πλευρὸν, καὶ ἐς
                        τὸν τιτθὸν καὶ ἐς τὴν κληἳδα καὶ ἐς τὰς ὠμοπλάτας <lb/>ὀδύνη ἴσχει ἀΐσσουσα.
                        Οὗτος ὅταν οὕτως ἔχῃ, ἐν μὲν τῇσι <lb/>πρώτῃσιν ἡμέρῃσιν ἕνδεκα ῥοφήμασι
                        χρεέσθω, πτισάνης χυλῷ καθέφθῳ <lb/>μέλι παραχέων, ὁκόταν ἑφθὸν τὸ ῥόφημα ᾖ
                        οἴνῳ δὲ χρεέσθω <lb/>λευκῷ, γλυκεῖ ἢ αὐστηρῷ καὶ ὑδαρεῖ, καὶ ῥοφάνοντα
                        πλεονάκις <pb n="188"/> τοῦ οἴνου ἑκπτύειν κελεύειν, καὶ τοῦ ὕπνου κωλύειν,
                        ἔστ’ ἂν αἱ ἕνδεκα <lb/>ἡμέραι παρέλθωσιν, μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας
                        σιτίοισιν ὀλίγοισιν <lb/>ὡς μάλιστα χρεέσθω, κρέασι σκυλακείοισιν ἢ
                        ἀλεκτρυονείοισι <lb/>θερμοῖσι· ἐζωμεῦσθαι δὲ χρὴ καλῶς, καὶ τὸν ζωμὸν
                        ῥοφανέτω, καὶ <lb/>τοῖσι ῥοφήμασι πρόσθεν χρεέσθω τοῦ σίτου, καὶ μὴ διψήτω,
                        ἕως <lb/>ἂν ἔμπυον γένηται τὸ πλευρόν. Πυΐσκεται δὲ μάλιστα ἐν τεσσαράκοντα
                        <lb/>ἡμέρῃσιν ἢ ὀλίγῳ πρόσθεν· τούτῳ δὲ γνώσῃ, ὁκόταν ἔμπυον <lb/>γένηται τὸ
                        πλευρὸν, πῦον γὰρ οὐκ ἀποπτύεται, οὐδ’ ἀνεμέεται. Τοῦτον, <lb/>ὁκόταν οὕτως
                        ἔχῃ, ὅκου ἂν ἀποσημήνῃ τὸ οἴδημα, τάμνειν ἢ <lb/>καίειν· ἔπειτα ἀφιέναι τὸ
                        πῦον κατ’ ὀλίγον, καὶ ἐπειδὰν ἀπαρύσης, <lb/>μοτὸν καθιέναι ὠμολίνου, καὶ
                        αὖθις τῇ ὑστεραίῃ ἐξελὼν, ἀπαρύσαι <lb/>κατ’ ὀλίγον τοῦ πύου· ἔπειτα
                        μοτῶσαι, καὶ αὖθις τῇ τρίτῃ καὶ τῇσιν <lb/>ἄλλῃσιν ἡμέρῃσι δὶς τῆς ἡμέρης
                        ἀπαρύειν ἕως ἂν ξηρανθῇ. Διδόναι <lb/>δὲ καὶ τὰ σιτία καὶ τὰ ὄψα, ὁκόταν
                        προσίηται, καὶ πινέτω ὀλίγον, <lb/>μὴ πολλὸν, ἤν τε οἶνον ἤν τε ὕδωρ·
                        τρωγέτω δὲ καὶ τῆς <lb/>ὀριγάνου τῆς ἁπαλῆς ὡς πλεῖστον, ἐς μέλι ἀποβάπτων·
                        ἢν δὲ μὴ <lb/>ἁπαλὴν ἔχῃ, ἀλλ’ αὔην, λεπτὴν ποιήσας, ἐς τὸ μέλι μίξας, λείην
                        <lb/>διδόναι ὡς πλείστην, καὶ τοῖσι λουτροῖσι λούειν, μηδὲ ῥιγούτω, καὶ
                        <lb/>μαλθακῶς κοιμάσθω. Οὕτω ταύτην τὴν νοῦσον θεραπεύων, τάχιστα <lb/>ἂν
                        ὑγιέα ποιήσαις· ὁκόταν δὲ ὑγιὴς γένηται, φυλασσέσθω τὸ ψῦχος, <lb/>τὸ
                        θάλπος, τὸν ἥλιον, καὶ τοῖσι περιπάτοισιν ὀλίγοισι χρεέσθω μετὰ <lb/>τὸ
                        σῖτον, ὅκως ἂν μὴ κόπος λάβῃ τὸ σῶμα· ταῦτα ποιέων ὑγιὴς <lb/>ἔσται. Τούτων
                        τῶν νούσων ἅστινας ἂν καύσῃς, ἐπὶ τὰ καύματα <lb/>πράσα τρίψας πολλὰ
                        καταπλάσσειν εὐθὺς μετὰ τὴν καῦσιν καὶ καταλιμπάνειν <lb/>μίην ἡμέρην. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>10. Τρεῖς δὲ εἰσὶ φθίσιες· πρώτη αὕτη μὲν γίνεται ἀπὸ φλέγματος, <pb n="190"/> ἐπὴν ἡ κεφαλὴ φλέγματος πλησθεῖσα νοσήσῃ καὶ θέρμη ἐγγένηται,
                        <lb/>συσσήπεται τὸ φλέγμα ἐν τῇ κεφαλῇ, ἅτε οὐ δυνάμενον <lb/>κινέεσθαι ὥστε
                        ὑποχωρῆσαι· ἔπειτα ὁκόταν παχυνθῇ, καὶ συσσακῇ, <lb/>καὶ ὑπερπλησθῇ τὰ
                        φλέβια, ῥεῦμα ἐπὶ τὸν πλεύμονα ἐγένετο, καὶ ὁ <lb/>πλεύμων ὁκόταν ἀναλάβῃ,
                        νοσέει παραχρῆμα, ἅτε δακνόμενος ὑπὸ <lb/>τοῦ φλέγματος, ἁλικοῦ ἐόντος καὶ
                        σαπροῦ. Τάδε οὖν πάσχει· πυρετὸς <lb/>ἄρχεται βληχρὸς ἐπιλαμβάνειν, καὶ
                        ῥῖγος, καὶ πονέει τὰ στήθεα <lb/>καὶ τὸ μετάφρενον· ἐνίοτε δὲ καὶ βὴξ πιέζει
                        ὀξείη, καὶ ἀποπτύει τὸ <lb/>σίαλον πουλὺ καὶ ὑγρὸν καὶ ἁλμυρόν. Ταῦτα μὲν
                        καταρχὰς τῆς <lb/>νούσου πάσχει· προϊούσης δὲ τό τε γυῖον λεπτύνεται, πλὴν
                        τῶν <lb/>σκελέων· ταῦτα δὲ οἰδέει, καὶ οἱ πόδες, καὶ οἱ ὄνυχες ἕλκονται· ἐκ
                        <lb/>δὲ τῶν ὤμων λεπτὸς καὶ ἀσθενής· ὁ φάρυγξ ὡς χνόου πίμπλαται, <lb/>καὶ
                        συρίζει ὡς διὰ καλάμου, καὶ διψῇ ἰσχυρῶς διὰ παντὸς τοῦ νοσήματος, <lb/>καὶ
                        ἀκρασίη πολλὴ τὸ σῶμα ἔχει. Οὗτος ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>ἐνιαυτῷ φθειρόμενος
                        φαύλως θνήσκει. Μελετᾷν δὲ χρὴ ὡς μάλιστα <lb/>καὶ ἀνακομίζειν· πρῶτον μὲν
                        πῖσαι ἐλλέβορον, κάτω δὲ ὑποκαθῆραι <lb/>ἐπιθύμῳ ἢ πεπλίῳ ἢ τῷ κόκκῳ τῷ
                        κνιδίῳ ἢ τῇ τιθυμαλίδι· ταῦτα <lb/>χρὴ τετράκις τοῦ ἐνιαυτοῦ δοῦναι, ἄνω
                        δὶς, κάτω δίς. Διδόναι δὲ καὶ <lb/>ὄνειον γάλα ἑφθὸν ἐς ὑποκάθαρσιν ἢ βόειον
                        ἢ αἴγειον· πινέτω δὲ <lb/>καὶ ὠμὸν τὸ βόειον γάλα, τρίτον μέρος μελικρήτου
                        ξυμμίσγων, <lb/>πέντε καὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας, ξυμπαραμίσγων καὶ τὸ
                        ὀρίγανον· <lb/>τὴν δὲ κεφαλὴν αὐτοῦ πρόσθεν καθαίρειν, πρὸς τὰς ῥῖνας
                        προστιθεὶς <lb/>φάρμακον. Σιτία δὲ καὶ ὄψα διδόναι μήτε λιπαρὰ μήτε κνισώδεα
                        <lb/>μήτε λίην δριμέα. Τεκμαιρόμενος δὲ τὸ νούσημα ταῦτα ποιέειν δεῖ,
                        <lb/>καὶ περιπάτοισι χρέεσθαι πρὸς τὰ σιτία, τεκμαιρόμενος μὴ ῥιγῴη·
                        <lb/>τοῦ δὲ χειμῶνος παρὰ πυρὶ τὴν οἴκησιν ποιεέσθω. Οἶνον δὲ πινέτω,
                        <lb/>αὐστηρὸν, μέλανα, ὡς παλαιότατον καὶ ἥδιστον, ὀλίγον δέ. Κἢν <pb n="192"/> δοκέῃ σοι πρὸ τοῦ φαρμάκου πυριῆσαι, καὶ οὕτω δοῦναι τὸ
                        φάρμακον· <lb/>ἢν δὲ μὴ βούλῃ δοῦναι, πυριήσας, ἔμετον ἐκ τῶν σιτίων
                        καταναγκάσαι <lb/>ποιήσασθαι, ὡς τοπρόσθεν γέγραπται. Τούτῳ ἢν ξυμφέρωσι,
                        <lb/>περιπάτοισι χρεέσθω· ἢν δὲ μὴ ξυμφέρωσιν, ἡσυχαζέτω ὡς <lb/>μάλιστα τῷ
                        σώματι. Οὗτος οὕτω μελετώμενος ῥήϊστα ἂν διάγοι ἐν <lb/>τῷ νουσήματι· ἡ δὲ
                        νοῦσος θανασίμη, καὶ παῦροι ταύτην <lb/>διαφυγγάνουσι. </p></div></div></body></text></TEI>