<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Ἄλλο παχύ· γίνεται μὲν ἀπὸ φλέγματος σαπέντος· τῷδε δὲ <lb/>δῆλον
                        γίνεται, ὅτι σαπρόν ἐστιν, ἐρεύγεται γὰρ ἀπ’ αὐτοῦ ἔχον τὴν <lb/>ὀσμὴν,
                        ὁκοῖόν περ ῥαφανῖδας φαγόντος. Ἄρχεται δὲ γίνεσθαι τὸ <lb/>τοιοῦτον νόσημα
                        ἀπὸ τῶν σκελέων, εἶτ’ ἀπὸ τουτέων ἄνεισιν ἐς τὴν <lb/>κοιλίην, καὶ ὁκόταν ἐν
                        τῇ κοιλίῃ στῇ, αὖθις ἀνατρέχει πρὸς τὰ <lb/>σπλάγχνα, καὶ ὁκόταν ἐπὶ
                        τούτοισι στῇ, μύζει καὶ ἔμετον ἄγει, <lb/>ἅμα καὶ λάπην ὀξείην ὑπόσαπρον,
                        καὶ ὁκόταν ἀπεμέσῃ, οὐκ ἔχει <lb/>ἑωυτόν· ἔπειτα ἀπορίη πρὸς τοῖσι
                        σπλάγχνοισιν, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐς <lb/>τὴν κεφαλὴν ἐξαπίνης ὀδύνη στηρίζει
                        ὀξείη· καὶ τοῖσιν ὠσὶν ὀξέως <pb n="290"/> ἀκούειν οὐ δύναται αὐδὲ τοῖσιν
                        ὀφθαλμοῖσιν ὁρῇν ὑπὸ τοῦ βάρεος· <lb/>ἱδρώς τε πολλὸς καταχέεται κάκοδμος,
                        μάλιστα μὲν ἢν ἡ ὀδύνη <lb/>ἔχῃ, καταχέεται δὲ καὶ ἢν ἡ ὀδύνη ᾖ καὶ λωφᾷ,
                        καὶ τῆς νυκτὸς μάλιστα· <lb/>ἡ δὲ χροιὴ αὐτοῦ ἰκτερώδης δείκνυται. Αὕτη ἡ
                        νοῦσος τῆς <lb/>προτέρης ἧσσον μικρῷ θανατώδης. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ,
                        καθαίρειν <lb/>τὴν κοιλίην, κάτω μὲν τῷ ἱππόφεῳ, ἄνω δὲ τῷ ἐλλεβόρῳ,
                        <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρειν τῷ τετραγώνῳ· καὶ ὁκόταν ὑπὸ τοῦ ἐλλεβόρου
                        <lb/>κεκαθαρμένος ᾖ, τῇ ὑστεραίῃ ὀνείῳ ἑφθῷ γάλακτι ὑποκαθαίρειν, <lb/>τῇ δὲ
                        τρίτῃ αἰγείῳ ἑφθῷ, ὡσαύτως δὴ καὶ τῇ τετάρτῃ καὶ <lb/>τῇ πέμπτῃ· εἴκοσι δὲ
                        ἄλλας ἡμέρας διδόναι ὠμὸν γάλα βόειον, εἴτε <lb/>καὶ αἴγειον, τρίτον μέρος
                        μελικρήτου παραμίσγων, πινέτω δὲ τοῦ <lb/>γάλακτος χοέα· μετὰ δὲ τὴν
                        κάθαρσιν τὴν κάτω τῶν φαρμάκων τὰ <lb/>αὐτὰ προσφέρειν, ἃ καὶ τοῖσιν ὑπὸ
                        ὑδέρου κατεχομένοισι· τὸν δὲ <lb/>λοιπὸν χρόνον, ὁκόταν τὸ γάλα πίνῃ,
                        δειπνεέτω ἄρτον ἔξοπτον, ὄψον <lb/>δε ἐχέτω ἐν ἰχθύσι μὲν σκορπίον ἢ
                        καλλιώνυμον ἢ κόκκυγα ἢ ῥίνης <lb/>τέμαχος ἑφθὸν ἐν ἀρτύμασιν, ἐν κρέασι δὲ
                        οἰὸς ἢ ἀλεκτρυόνος νεοσούς· <lb/>ταῦτα ἑφθά· οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, ἢν
                        ξυμφέρῃ, ἢν δὲ μὴ, <lb/>μέλανα αὐστηρόν· εἶτα περιπατεέτω μετὰ τὸ φαγεῖν,
                        ὅκως ἂν μὴ <lb/>ῥιγώσῃ. Τούτῳ ἢν μὲν οὖν ξυμφέρῃ, τὰ σιτία διδόναι, ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>ξυμφέρῃ, ῥοφήματα διδόναι πτισάνης ἢ κέγχρου. Ταύτῃ τῇ νούσῳ <lb/>ἢν
                        τριήκοντα ἡμέρας παρέλθῃ ὁ νοσέων, ὑγιαίνεται· αὗται γὰρ κρίνουσιν, <lb/>ἢν
                        θανάσιμος ἢ μή· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><pb n="292"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἄλλο παχύ· γίνεται τὸ νούσημα ὑπὸ φλέγματος λευκοῦ· <lb/>ξυνίσταται δὲ ἐν
                        τῇ κοιλίῃ, ὁκόταν πουλυχρόνιοι κατάσχωσι τὸ <lb/>σῶμα πυρετοί. Ἄρχεται δὲ τὸ
                        νούσημα ἐκ τοῦ προσώπου γινόμενον, <lb/>καὶ οἰδέει τὸ πρόσωπον, εἶτα
                        κατέρχεται ἐς τὴν κοιλίην, καὶ ὁκόταν <lb/>στῇ ἐν αὐτῇ, ἀείρει μεγάλην τὴν
                        γαστέρα, καὶ τὸ σῶμα κοπιᾷ ὡς <lb/>ὑπὸ ταλαιπωρίης, καὶ ἐν τῇ κοιλίῃ βάρος
                        ἴσχει καὶ πόνος ἰσχυρός· <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι. Καὶ ἢν χυθῇ ὑετὸς ἐπὶ
                        τῆς γῆς, τῆς κόνιος <lb/>ὀδμώμενος οὐκ ἀνέχεται· ἢν δὲ ἑστηκὼς τύχῃ ἐν τῷ
                        ὑετῷ καὶ ὀδμηθῇ <lb/>τῆς γῆς, ἐξαπίνης πίπτει. Αὕτη ἡ νοῦσος διαπαύουσα τῆς
                        προτέρης <lb/>πλείονα χρόνον ἐπιλαμβάνει καὶ χρονιωτέρη ἀπαλλάσσεται.
                        Μελετῇν <lb/>δὲ χρὴ ταύτην ἐν τοῖσιν αὐτοῖσιν, οἵοισι καὶ τὸν ὑδεριῶντα,
                        ἤγουν <lb/>πυρίῃσι καὶ φαρμάκοισι καὶ ἐδέσμασι καὶ ταλαιπωρίῃσιν. Αὕτη ἡ
                        <lb/>νοῦσος ἐπικρατέει μάλιστα ἓξ ἔτεα, εἶτα ἐξέρχεται μελετωμένη καλῶς
                        <lb/>ἐν χρόνῳ, ἤν γε καὶ μὴ καταρχὰς ἰηθῇ. Αὕτη ἡ νοῦσος χαλεπὴ <lb/>καὶ
                        δέεται μελέτης πολλῆς. </p></div></div></body></text></TEI>