<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="46"><p>46. Εἰλεὸς αἱματίτης· τὰ μὲν ἄλλα πάσχει πλῆθος τὰ αὐτὰ τοῖσι <lb/>πρόσθεν·
                        ἄρχεται δὲ μετοπώρου γίνεσθαι τὸ νούσημα. Τάδε δὲ ἐν <lb/>τῷ νουσήματι
                        προσγίνεται· ἐκ τοῦ στόματος κακὸν ὄζει, καὶ ἀπὸ <lb/>τῶν ὀδόντων τὰ οὖλα
                        ἀφίσταται, καὶ ἀπὸ τῶν ῥινῶν αἷμα ῥέει. <lb/>Ἐνίοτε δὲ καὶ ἐκ τῶν σκελέων
                        ἕλκεα ἐκφλυνδάνει, καὶ τὰ μὲν ὑγιαίνεται, <lb/>τὰ δὲ ἄλλα προσγίνεται, καὶ ἡ
                        χροιὴ μέλαινα, καὶ λεπτόδερμος· <lb/>περιφοιτῇν δὲ καὶ ταλαιπωρέειν οὐ
                        πρόθυμος. Τοῦτον, ὁκόταν <lb/>οὕτως ἔχῃ, τούτοισιν ἰῆσθαι οἷσι καὶ τοὺς
                        πρόσθεν, καὶ κλύζειν <lb/>τοῖσδε· σικύου τοῦ ἀγρίου πέντε φύλλα τρῖψαι λεῖα,
                        καὶ παραμῖξαι <lb/>μέλιτος ἡμικοτύλιον, καὶ ἁλῶν δραξάμενος τῇ μιῇ χειρὶ,
                        καὶ ἐλαίου <lb/>ἡμικοτύλιον, καὶ ἀπὸ τεύτλων ἑφθῶν τοῦ χυλοῦ τέσσαρας
                        κοτύλας· <lb/>διδόναι δὲ ἐς ὑποκάθαρσιν ὀνείου γάλακτος ἑφθοῦ κοτύλας ὀκτὼ
                        μέλι <lb/>παραχέων· πινέτω δὲ καὶ βόειον τὴν ὥρην, τεσσαράκοντα ἡμέρας·
                        <lb/>πινέτω δὲ καὶ τὸ ἕωθεν τοῦ βοείου γάλακτος δύο κοτύλας, τρίτον
                        μελικρήτου <lb/>παραμίσγων τὰς μεταξὺ τῶν ἡμερέων. Αὕτη ἡ νοῦσος δέεται
                        <lb/>πολλῆς ἰήσιος· εἰ δὲ μὴ, οὐκ ἐξέρχεται, ἀλλὰ ξυναποθνήσκει τῷ
                        <lb/>ἀνθρώπῳ· καλέεται δὲ εἰλεὸς αἱματίτης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="47"><p>47. Τὰ παχέα καλούμενα νοσήματα· ἐκ δὲ τῶν παχέων καλουμένων <lb/>νουσημάτων
                        τάδε μάλιστα γίνεται· ὁκόταν φλέγμα καὶ χολὴ <lb/>μιχθῇ κατὰ τὸ σῶμα,
                        συῤῥέει ἐς τὴν κοιλίην, καὶ ὁκόταν ἁλισθῇ ἐν <lb/>τῇ κοιλίῃ, ἀείρεται, ἄνω
                        τε καὶ κάτω ἀνατρέχει ὥσπερ κῦμα, καὶ <lb/>ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει,
                        καὶ ἐν τῇ κεραλῇ ἡ ὀδύνη καθέστηκε, <lb/>καὶ ὁκόταν πρὸς τὰ σπλάγχνα ἡ ὀδύνη
                        καταστῇ, πνίγα παρέχει· <pb n="282"/> ἐνίοτε δὲ ἐμέει λάπην ὀξείην, ἐνίοτε
                        δὲ καὶ ἁλμυρὴν, καὶ ὁκόταν <lb/>ἀπεμέσῃ, πικρὸν τὸ στόμα δοκέει αὐτῷ εἶναι.
                        Ἐν δὲ τῇσι πλευρῇσιν <lb/>ἐρυθήματα καταχεῖται· ἅτε γὰρ τοῦ φλέγματος ἐν τῇ
                        κοιλίῃ ἐόντος, <lb/>τὸ αἷμα ὑπὸ θερμασίης ἁλισθὲν προσέπεσιν ἐς τὰ πλευρὰ,
                        καὶ <lb/>ἐρυθήματα ἐκχεῖται ἐν τῇσι πλευρῇσι, καὶ θερμασίη ἔχει μάλιστα
                        <lb/>τὰς πλευράς· καὶ τὸ μετάφρενον αὐτοῦ ἔγκυρτον γίνεται· καὶ ὁκόταν
                        <lb/>πονέῃ μάλιστα, οὐκ ἀνέχεται ψαυόμενος τοῦ σώματος· ἀλγέει γὰρ
                        <lb/>ὁκοῖόν περ ἕλκος· καὶ αἱ σάρκες πάλλονται ὑπὸ τῆς ἀλγηδόνος, καὶ
                        <lb/>οἱ ὄρχιες ἕλκονται, καὶ ἐς τὴν καθέδρην καὶ ἐς τὴν κύστιν θέρμη
                        <lb/>τις καὶ ὀδύνη ἐμπίπτει, καὶ οὐρέει παχὺ ὁκοῖόν περ ὕδρωπα, καὶ ἐκ
                        <lb/>τῆς κεφαλῆς αἱ τρίχες ἐκρέουσι, καὶ τὰ σκέλεα καὶ οἱ πόδες αἰεὶ
                        <lb/>ψυχροὶ, καὶ ἡ ὀδύνη πιέζει μάλιστα τὰς πλευρὰς καὶ τὸ μετάφρενον
                        <lb/>καὶ τὸν τράχηλον· πρὸς δὲ τῷ δέρματι δοκέει οἵ τι προσέρπειν. Ἡ <lb/>δὲ
                        νοῦσος ὁτὲ μὲν πιέζει, ὁτὲ δὲ ἀνίησι· προϊούσης δὲ τῆς νούσου
                        <lb/>συνεχέστερον πιέζει, καὶ τῆς κεφαλῆς τὸ δέρμα παχὺ καὶ ἐρυθρόν
                        <lb/>ἐστιν. Οὗτος μέχρι μὲν ἓξ ἐτέων τοιαῦτα πάσχων διατελέει· ἔπειτα
                        <lb/>ἱδρώς τε πουλὺς καταχέεται καὶ κάκοδμος· πολλάκις δὲ καὶ ὀνειρώσσει,
                        <lb/>τὸ δὲ λάγνευμα ὕφαιμον προέρχεται ὑποπέλιδνον. Τοῦτο <lb/>τὸ νούσημα
                        γίνεται διὰ θερμασίην τοῦ ἡλίου καὶ ὑδροποσίην. Τοῦτον <lb/>τοιγαροῦν ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ, τοῦ κνεώρου διδοὺς ὑποκαθαίρειν ἢ τοῦ <lb/>κνιδίου κόκκου ἢ τοῦ
                        ἱππόφεω· δίδου δὲ πίνειν καὶ γάλα ὄνειον, <lb/>ἑφήσας ὀκτὼ κοτύλας, μέλι
                        παραχέων· τῇ δὲ ὑστεραίῃ μετὰ τὴν <lb/>κάθαρσιν τὰ αὐτὰ προσφέρειν ἃ καὶ
                        τοῖσιν ἄλλοισι· τὰς δὲ πρώτας <pb n="284"/> ἡμέρας εὐωχεέσθω τὰ αὐτὰ ἃ καὶ
                        ὅστις ὑπὸ ὑδέρου ἑάλω· καὶ πονεέτω <lb/>περιόδοισιν, ἢν δυνατὸς ᾖ· ἢν δὲ
                        ἀδύνατος ᾖ ὑπὸ τῶν πυρετῶν <lb/>καὶ ἐσθίειν μὴ δύνηται τὰ σιτία, χρεέσθω
                        ῥοφήματι φακῇ· ποτῷ <lb/>δὲ οἴνῳ μέλανι ὡς αὐστηροτάτῳ. Αὕτη ἡ νοῦσος
                        ἐπιλαμβάνει μάλιστα <lb/>μετοπώρου καὶ ὀπώρης ἐούσης. Οὗτος ἢν μὴ ἰηθῇ ἐν
                        τοῖσιν ἓξ ἔτεσιν, <lb/>προσίσχει ἡ νοῦσος καὶ ἄχρι τῶν δέκα ἐνιαυτῶν·
                        πολλοῖσι δὲ καὶ <lb/>ξυναποθνήσκει, ἢν μὴ παραχρῆμα μελετηθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="48"><p>48. Ἄλλο παχύ· γίνεται μὲν ἀπὸ χολῆς, ὁκόταν χολὴ ἐπὶ τὸ <lb/>ἧπαρ ἐπιῤῥυῇ
                        καὶ κατὰ τὴν κεφαλὴν καταστῇ. Τάδε οὖν πάσχει· <lb/>τὸ ἧπαρ οἰδέει, καὶ
                        ἀναπτύσσεται πρὸς τὰς φρένας ὑπὸ τοῦ οἰδήματος, <lb/>καὶ εὐθὺς ἐς τὴν
                        κεφαλὴν ὀδύνη ἐμπίπτει, μάλιστα δὲ ἐς τοὺς <lb/>κροτάφους· καὶ τοῖσιν ὠσὶν
                        οὐκ ὀξὺ ἀκούει, πολλάκις δὲ καὶ τοῖσιν <lb/>ὀφθαλμοῖσιν οὐχ ὁρᾷ· καὶ φρίκη
                        καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει. Ταῦτα μὲν <lb/>καταρχὰς τοῦ νουσήματος αὐτῷ
                        γίνεται, γίνεται δὲ διαλιμπάνοντα, <lb/>ὁτὲ μὲν σφόδρα, ὁτὲ δὲ ἧσσον· ὁκόσῳ
                        δ’ ἂν ὁ χρόνος τῇ νούσῳ προΐῃ, <lb/>ὅ τε πόνος πλείων ἐν τῷ σώματι, καὶ αἱ
                        κόραι σκίδνανται τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν, καὶ σκιαυγέει, καὶ ἢν προσφέρῃς τὸν
                        δάκτυλον πρὸς τοὺς <lb/>ὀφθαλμοὺς, οὐκ αἰσθήσεται διὰ τὸ μὴ ὁρῇν· τούτῳ δ’
                        ἂν γνοίης ὅτι <lb/>οὐχ ὁρῇ, ὅτι οὐ σκαρδαμύσσει προσφερομένου τοῦ δακτύλου.
                        Καὶ <lb/>τὰς κροκίδας ἀφαιρέει τοῦ ἱματίου, ἤν περ ἴδῃ, δοκέων φθεῖρας αὐτὰς
                        <lb/>εἶναι. Καὶ ὁκόταν τὸ ἧπαρ μᾶλλον ἀναπτυγῇ πρὸς τὰς φρένας,
                        <lb/>παραφρονέει· καὶ προφαίνεσθαί οἱ δοκέει πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἑρπετὰ <pb n="286"/> καὶ ἄλλα παντοδαπὰ θηρία καὶ ὁπλῖται μαχόμενοι, καὶ αὐτὸς ἐν
                        <lb/>αὐτοῖς δοκέει μάχεσθαι, καὶ τοιαῦτα λέγει ὡς ὁρέων μάχας καὶ πολέμους,
                        <lb/>καὶ ἐπέρχεται, καὶ ἀπειλέει, ἢν μή τις αὐτὸν ἐῇ ἐξιέναι· <lb/>κἢν
                        ἀναστῇ, οὐ δύναται ἀείρειν τὰ σκέλεα, ἀλλὰ καταπίπτει· καὶ <lb/>οἱ πόδες
                        αὐτοῦ αἰεὶ ψυχροί· καὶ ὁκόταν καθεύδῃ, ἀναΐσσει ἀπὸ τοῦ <lb/>ὕπνου, καὶ
                        φοβέεται, ὁκόταν ἐνύπνια ἴδῃ φοβερά. Τῷδε δὲ γινώσκομεν, <lb/>ὅτι ἀπὸ
                        ἐνυπνίων ἀΐσσει καὶ φοβέεται ὁκόταν ἔννοος γένηται, <lb/>ἀφηγεῖται τὰ
                        ἐνύπνια, ὁκοῖα καὶ τῷ σώματι ἐποίεε καὶ τῇ <lb/>γλώσσῃ ἔλεγε. Ταῦτα μὲν οὕτω
                        πάσχει. Ἔστι δ’ ὅτε καὶ κίεται <lb/>ἄφωνος ὅλην τὴν ἡμέρην καὶ τὴν νύκτα
                        ἀναπνέων πολλὸν τὸ πνεῦμα <lb/>ἀθρόον. Ὁκόταν δὲ παύσηται παραφρονέων, εὐθὺς
                        παραχρῆμα ἔννοος <lb/>γίνεται, καὶ ἢν ἐρωτῇ τις αὐτὸν, ὀρθῶς ἀποκρίνεται,
                        καὶ γινώσκει <lb/>πάντα τὰ λεγόμενα· εἶτ’ αὖθις ὕστερον ὀλίγῳ χρόνῳ ἐν
                        τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσιν ἄλγεσι κεῖται. Αὕτη ἡ νοῦσος προσπίπτει μάλιστα ἐν
                        ἀλλοδημίῃ, <lb/>καὶ ἤν κου ἐρήμην ὁδὸν βαδίζῃ καὶ ὁ φόβος αὐτὸν λάβῃ <lb/>ἐκ
                        φάσματος· λαμβάνει δὲ καὶ ἄλλως. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>πῖσαι τοῦ
                        μέλανος ἐλλεβόρου πέντε ὀβολοὺς στήσας, διδόναι δὲ ἐν <lb/>οἴνῳ γλυκεῖ, ἢ
                        κλύζειν αὐτὸν ἐν τούτοισι· νίτρου Αἰγυπτίου ὁκόσον <lb/>ἀστράγαλον ὄϊος,
                        τοῦτο τρῖψαι λεῖον, καὶ παραμῖξαι μέλιτος καλίστου <lb/>ἡμικοτύλιον, ἑψήσας,
                        ἐν θυείῃ, καὶ ἡμικοτύλιον ἐλαίου καὶ <lb/>ἀπὸ τεύτλων ἑφθῶν ὕδατος τέσσαρας
                        κοτύλας ἐξαιθριάσας· ἢν δὲ <lb/>βούλῃ, ἀντὶ τεύτλου ὄνειον γάλα ἑψήσας
                        παραμῖξαι· ταῦτα μίξας <lb/>κλύζειν, ἤν τε πυρετὸς ἔχῃ ἤν τε μή. Ῥοφήμασι δὲ
                        χρεέσθω πτισάνῃ <lb/>καθέφθῳ, μέλι παραχέων· πινέτω δὲ μέλι καὶ ὕδωρ καὶ
                        ὄξος <lb/>συγκεράσας ἅμα, ἕως ἂν κριθῇ ἡ νοῦσος· κρίνεται δὲ ἐν
                        δεκατέσσαρσιν <pb n="288"/> ἡμέρῃσι τὸ μακρότατον, ἤν τε θανάσιμον ἤν τε οὔ.
                        Πολλοῖσι <lb/>δὲ ἤδη ἡ τοιαύτη νοῦσος πεπαυμένη πάλιν ὑπετροπίασεν· ἢν
                        <lb/>οὖν ὑποτροπιάσῃ, κίνδυνος αὐτὸν διαφθαρῆναι· κρίνεται δὲ ἡ νοῦσος
                        <lb/>ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν, ἢν θανάσιμος ἢ οὔ· ἢν δὲ ταύτας ἐκφύγῃ, οὐ <lb/>μάλα
                        θνήσκει, ἀλλὰ τοῖσι πολλοῖσι μελεδαινομένη ἐξέρχεται. Ὁκόταν <lb/>δὲ
                        παύσηται ἡ νοῦσος, διαίτῃ χρεέσθω καλῇ, ἡσύχως προσάγων <lb/>ὁκόσα ἂν ἡ
                        κοιλίη προσδέξηται καὶ μὴ ξυγκαυθῇ, μήτε διάῤῥοια ἐπιγίνηται· <lb/>ἀμφότερα
                        γὰρ δοκέει κινδυνώδεα εἶναι· λουέσθω δὲ ἑκάστης <lb/>ἡμέρης, καὶ περιπατεέτω
                        μετὰ τὰ σιτία ὀλίγα· ἐσθῆτα δὲ ἐνείσθω <lb/>κούφην καὶ μαλθακήν· καὶ.
                        γαλακτοποτεέτω τὴν ὥρην καὶ ὀῤῥοποτεέτω <lb/>πέντε καὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας.
                        Ταῦτα ἢν ποιέῃ, τάχιστα <lb/>ὑγιὴς ἔσται· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπὴ καὶ δέεται
                        μελέτης πολλῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="49"><p>49. Ἄλλο παχύ· γίνεται μὲν ἀπὸ φλέγματος σαπέντος· τῷδε δὲ <lb/>δῆλον
                        γίνεται, ὅτι σαπρόν ἐστιν, ἐρεύγεται γὰρ ἀπ’ αὐτοῦ ἔχον τὴν <lb/>ὀσμὴν,
                        ὁκοῖόν περ ῥαφανῖδας φαγόντος. Ἄρχεται δὲ γίνεσθαι τὸ <lb/>τοιοῦτον νόσημα
                        ἀπὸ τῶν σκελέων, εἶτ’ ἀπὸ τουτέων ἄνεισιν ἐς τὴν <lb/>κοιλίην, καὶ ὁκόταν ἐν
                        τῇ κοιλίῃ στῇ, αὖθις ἀνατρέχει πρὸς τὰ <lb/>σπλάγχνα, καὶ ὁκόταν ἐπὶ
                        τούτοισι στῇ, μύζει καὶ ἔμετον ἄγει, <lb/>ἅμα καὶ λάπην ὀξείην ὑπόσαπρον,
                        καὶ ὁκόταν ἀπεμέσῃ, οὐκ ἔχει <lb/>ἑωυτόν· ἔπειτα ἀπορίη πρὸς τοῖσι
                        σπλάγχνοισιν, ἐνίοτε δὲ καὶ ἐς <lb/>τὴν κεφαλὴν ἐξαπίνης ὀδύνη στηρίζει
                        ὀξείη· καὶ τοῖσιν ὠσὶν ὀξέως <pb n="290"/> ἀκούειν οὐ δύναται αὐδὲ τοῖσιν
                        ὀφθαλμοῖσιν ὁρῇν ὑπὸ τοῦ βάρεος· <lb/>ἱδρώς τε πολλὸς καταχέεται κάκοδμος,
                        μάλιστα μὲν ἢν ἡ ὀδύνη <lb/>ἔχῃ, καταχέεται δὲ καὶ ἢν ἡ ὀδύνη ᾖ καὶ λωφᾷ,
                        καὶ τῆς νυκτὸς μάλιστα· <lb/>ἡ δὲ χροιὴ αὐτοῦ ἰκτερώδης δείκνυται. Αὕτη ἡ
                        νοῦσος τῆς <lb/>προτέρης ἧσσον μικρῷ θανατώδης. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ,
                        καθαίρειν <lb/>τὴν κοιλίην, κάτω μὲν τῷ ἱππόφεῳ, ἄνω δὲ τῷ ἐλλεβόρῳ,
                        <lb/>καὶ τὴν κεφαλὴν καθαίρειν τῷ τετραγώνῳ· καὶ ὁκόταν ὑπὸ τοῦ ἐλλεβόρου
                        <lb/>κεκαθαρμένος ᾖ, τῇ ὑστεραίῃ ὀνείῳ ἑφθῷ γάλακτι ὑποκαθαίρειν, <lb/>τῇ δὲ
                        τρίτῃ αἰγείῳ ἑφθῷ, ὡσαύτως δὴ καὶ τῇ τετάρτῃ καὶ <lb/>τῇ πέμπτῃ· εἴκοσι δὲ
                        ἄλλας ἡμέρας διδόναι ὠμὸν γάλα βόειον, εἴτε <lb/>καὶ αἴγειον, τρίτον μέρος
                        μελικρήτου παραμίσγων, πινέτω δὲ τοῦ <lb/>γάλακτος χοέα· μετὰ δὲ τὴν
                        κάθαρσιν τὴν κάτω τῶν φαρμάκων τὰ <lb/>αὐτὰ προσφέρειν, ἃ καὶ τοῖσιν ὑπὸ
                        ὑδέρου κατεχομένοισι· τὸν δὲ <lb/>λοιπὸν χρόνον, ὁκόταν τὸ γάλα πίνῃ,
                        δειπνεέτω ἄρτον ἔξοπτον, ὄψον <lb/>δε ἐχέτω ἐν ἰχθύσι μὲν σκορπίον ἢ
                        καλλιώνυμον ἢ κόκκυγα ἢ ῥίνης <lb/>τέμαχος ἑφθὸν ἐν ἀρτύμασιν, ἐν κρέασι δὲ
                        οἰὸς ἢ ἀλεκτρυόνος νεοσούς· <lb/>ταῦτα ἑφθά· οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, ἢν
                        ξυμφέρῃ, ἢν δὲ μὴ, <lb/>μέλανα αὐστηρόν· εἶτα περιπατεέτω μετὰ τὸ φαγεῖν,
                        ὅκως ἂν μὴ <lb/>ῥιγώσῃ. Τούτῳ ἢν μὲν οὖν ξυμφέρῃ, τὰ σιτία διδόναι, ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>ξυμφέρῃ, ῥοφήματα διδόναι πτισάνης ἢ κέγχρου. Ταύτῃ τῇ νούσῳ <lb/>ἢν
                        τριήκοντα ἡμέρας παρέλθῃ ὁ νοσέων, ὑγιαίνεται· αὗται γὰρ κρίνουσιν, <lb/>ἢν
                        θανάσιμος ἢ μή· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><pb n="292"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="50"><p>50. Ἄλλο παχύ· γίνεται τὸ νούσημα ὑπὸ φλέγματος λευκοῦ· <lb/>ξυνίσταται δὲ ἐν
                        τῇ κοιλίῃ, ὁκόταν πουλυχρόνιοι κατάσχωσι τὸ <lb/>σῶμα πυρετοί. Ἄρχεται δὲ τὸ
                        νούσημα ἐκ τοῦ προσώπου γινόμενον, <lb/>καὶ οἰδέει τὸ πρόσωπον, εἶτα
                        κατέρχεται ἐς τὴν κοιλίην, καὶ ὁκόταν <lb/>στῇ ἐν αὐτῇ, ἀείρει μεγάλην τὴν
                        γαστέρα, καὶ τὸ σῶμα κοπιᾷ ὡς <lb/>ὑπὸ ταλαιπωρίης, καὶ ἐν τῇ κοιλίῃ βάρος
                        ἴσχει καὶ πόνος ἰσχυρός· <lb/>καὶ οἱ πόδες οἰδέουσι. Καὶ ἢν χυθῇ ὑετὸς ἐπὶ
                        τῆς γῆς, τῆς κόνιος <lb/>ὀδμώμενος οὐκ ἀνέχεται· ἢν δὲ ἑστηκὼς τύχῃ ἐν τῷ
                        ὑετῷ καὶ ὀδμηθῇ <lb/>τῆς γῆς, ἐξαπίνης πίπτει. Αὕτη ἡ νοῦσος διαπαύουσα τῆς
                        προτέρης <lb/>πλείονα χρόνον ἐπιλαμβάνει καὶ χρονιωτέρη ἀπαλλάσσεται.
                        Μελετῇν <lb/>δὲ χρὴ ταύτην ἐν τοῖσιν αὐτοῖσιν, οἵοισι καὶ τὸν ὑδεριῶντα,
                        ἤγουν <lb/>πυρίῃσι καὶ φαρμάκοισι καὶ ἐδέσμασι καὶ ταλαιπωρίῃσιν. Αὕτη ἡ
                        <lb/>νοῦσος ἐπικρατέει μάλιστα ἓξ ἔτεα, εἶτα ἐξέρχεται μελετωμένη καλῶς
                        <lb/>ἐν χρόνῳ, ἤν γε καὶ μὴ καταρχὰς ἰηθῇ. Αὕτη ἡ νοῦσος χαλεπὴ <lb/>καὶ
                        δέεται μελέτης πολλῆς. </p></div></div></body></text></TEI>