<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν καὶ οὗτος διὰ τόδε, ὁκόταν ἡ χολὴ <lb/>σαπεῖσα
                        μιγῇ τῷ αἵματι ἀνὰ τὰς φλέβας καὶ τὰ ἄρθρα, καὶ ὁκόταν <lb/>στῇ, οἴδημα
                        ἀνίσταται μάλιστα μὲν ἐν τοῖσιν ἄρθροισι καὶ καταστηρίζεται, <lb/>ἐνίοτε δὲ
                        καὶ ἐς τὸ ἄλλο πᾶν σῶμα, καὶ ὀδύνας παρέχει <lb/>ὀξείας· καὶ οἱ πολλοὶ ἐκ
                        ταύτης τῆς νούσου χωλοὶ γίνονται, ὁκόταν <lb/>ἀποληφθεῖσα ἐν τοῖσιν
                        ἄρθροισιν ἡ χολὴ πωρωθῇ· ἡ δὲ ὀδύνη διαλείπουσα <lb/>ἐπιλαμβάνει καὶ διὰ
                        τριῶν ἡμερέων καὶ διὰ τεσσάρων. <pb n="268"/> Τοῦτον, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ,
                        μελετῇν οὕτως· ὁκόταν μὲν ἡ ὀδύνη ἕνῃ <lb/>ἐν τῷ· σώματι, χλιάσματα χρὴ
                        ποιέειν καὶ προστιθέναι, ἐλαίῳ ὁπαλείψας· <lb/>ὁκόταν δὲ ἀνῇ, δοῦναι αὐτῷ
                        ἐλλέβορον πυριήσας πρόσθεν <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀῤῥὸν αἰγὸς
                        ἑψήσας, δοῦναι πιεῖν <lb/>δύο χοέας, παρὰ τὸν ἕτερον χοέα μέλι παραχέας,
                        παρὰ δὲ τὸν ἕτερον <lb/>ἅλας παραβαλών· εἶτα κύλικα παρὰ κύλικα παραλλάσσων
                        πινέτω <lb/>ἕως ἂν ἐκπίῃ ἅπαν· ἐς ἑσπέρην δὲ μετὰ τὴν κάθαρσιν φακῆς
                        τρυβλίον <lb/>ῥοφεέτω, καὶ τεύτλων τρυβλίον λιπαρῶν ἄλφιτα παραπάσας
                        <lb/>ἐκπιέτω, καὶ νεοσσοῦ ἀλεκτορίδος κρέας ἢ τρυγόνος ἢ <lb/>ὄϊος ἢ ὑὸς
                        πίονος τρωγέτω. Τὸν δὲ ἐλλέβορον δι’ ἕκτης ἡμέρης διδόναι, <lb/>καὶ ἤν κου
                        τῶν ἄρθρων ἀποιδίσκηται καὶ μὴ θέλῃ ἀφίστασθαι, <lb/>σικύην προσβαλὼν
                        ἀφαιρέειν τοῦ αἵματος, κατακεντῶν ἀκίδι τριγώνῳ <lb/>ἐς τὰ γούνατα, ἢν ἐν
                        τοῖσι γούνασιν ἐνῇ τὸ οἴδημα, τῶν δὲ ἄλλων <lb/>ἄρθρων μηδὲν κεντριώσῃς. Τὰς
                        δὲ μεταξὺ τῶν ἡμερέων σιτίον <lb/>προσφερέσθω ἄρτον μὲν ὡς ὀπτότατον, μᾶζαν
                        δὲ ψαιστὴν ὡς μάλιστα· <lb/>ὄψον δὲ ἐχέτω μάλιστα μὲν ὄρνιθα ὀπτὴν ἄναλτον·
                        εἰ δὲ μὴ, καὶ <lb/>ἑφθὴν, ἐζωμευμένην, πλὴν ἄνευ τυροῦ καὶ σησάμου καὶ ἁλός·
                        ἰχθύσι <lb/>δὲ χρεέσθω τοῖσι σαρκωδεστάτοισιν, ὀπτοῖσι δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον
                        <lb/>τοῖσι κρέασιν, ἢ ἑψῶν δι’ ὀριγάνου παστὰ, ἐλαίῳ αὐτὰ ὑποχρίσας,
                        <lb/>οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, ἢν ξυμφέρῃ· εἰ δὲ μὴ, μέλανα· καὶ ἐν
                        <lb/>περιόδοισι ταλαιπωρεέτω δι’ ἡμέρης καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον καὶ ὄρθριος,
                        <lb/>ὀῤῥὸν δὲ καὶ γάλα τὴν ὥρην πινέτω αἰεί· ἢν δέ σοι δοκέῃ, καὶ ὄνειον
                        <lb/>γάλα διδόναι ἀφεψήσας. Καὶ ἢν ὑγιὴς γένηται, ἐν φυλακῇ αὐτὸν <pb n="270"/> εἶναι τοῦ ψύχεος καὶ τοῦ πνίγεος, καὶ τῶν σιτίων μὴ λίην
                        ἐμπιπλάσθω· <lb/>κίνδυνος γὰρ αὖθις ὑποτροπιάσαι τὴν νοῦσον. Αὅτη τοιγαροῦν
                        <lb/>ἡ νοῦσος οὕτω θεραπευομένη ἐν ἓξ μησὶν ὑγιὴς γίνεται· οὗτοι <lb/>γὰρ
                        κρίνουσιν, ἤν τε θανάσιμος, ἤν τε μὴ, ἢν καὶ παραχρῆμα <lb/>θεραπεύηται·
                        πλὴν ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ τοῖσι πλείστοισι <lb/>συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν τὸ νούσημα ἐν ὀπώρης καιρῷ, <lb/>ὁκόταν τις
                        πλησθῇ παντοίης ὀπώρης. Τοῖσι δὲ πολλοῖσι καὶ ἀπὸ <lb/>τῶνδε ἐγένετο τὸ
                        νόσημα· φαγόντες πλακοῦντος καὶ σησάμης καὶ <lb/>τῶν ἄλλων μελιτωθέντων
                        ἀπλήστως. Τὸ γὰρ μέλι τὸ ἑφθὸν καυματῶδές <lb/>ἐστι καὶ προσπλάσσεται τῇ
                        κοιλίῃ· ἔπειτα ὁκόταν καθεψηθῇ <lb/>ἐν τῇ κοιλίῃ, ἀναζέεται, καὶ ἐξαπίνης ἡ
                        γαστὴρ ἀείρεται καὶ πίμπραται, <lb/>καὶ δοκέει διαῤῥήσσεσθαι· ἔπειτα δὲ
                        ἐξαπίνης διάῤῥοια <lb/>ἐπεγένετο, καὶ ὁκόταν ἅπαξ ἄρξηται χωρέειν, πολλὰς
                        ἡμέρας καθαίρεται, <lb/>καὶ πολλοὶ μετὰ ταύτην τὴν κάθαρσιν ὑγιέες ἐγένοντο.
                        Ὁκόταν <lb/>οὖν παύσηται αὐτόματος καθαιρόμενος, φακῶν χυμοῦ ἀναγκάσαι
                        <lb/>αὐτὸν ἐκπιεῖν τρία ἡμίχοα, ἅλας παραβάλλων· μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν
                        <lb/>τοῦ χυμοῦ ἐς ἑσπέρην, φακῆς τρυβλίον ῥοφεέτω ψυχρῆς ἀνάλτου,
                        <lb/>σίλφιον δὲ ἐπιξύσθω πουλὺ, καὶ τεύτλου τρυβλίον ἀνηδύντου <lb/>λιπαροῦ,
                        ἄλφιτα παραπάσσων φαγέτω· οἶνον δὲ πινέτω μέλανα αὐστηρὸν <lb/>κατ’ ὀλίγον.
                        Τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ χρόνου τὰ αὐτὰ ποιεέτω, καὶ <lb/>σῖτα προσφερέσθω ἄρτον
                        ἔξοπτον, μᾶζάν τε ψαιστὴν ὡς μάλιστα· <lb/>τὰς δὲ πρώτας τῶν ἡμερέων ἄλευρον
                        φαγέτω-κάθεφθον, ἀποψύχων <lb/>καὶ μέλι παραχέων· οἶνον δὲ πινέτω μἔλανα
                        στρυφνὸν, ἕως ἂν καταστῇ <pb n="272"/> ἡ νοῦσος, ταῦτα προσφερέσθω. Ὁ δὲ ὑπὸ
                        τῆς ὀπώρης ληφθεὶς <lb/>τῇ νούσῳ φῦσαν παρέχει καὶ στρόφον καὶ ὀδύνην, καὶ
                        τὰ σιτία οὐκ <lb/>ἐθέλει διαχωρέειν, καὶ ἡ γαστὴρ μεγάλη καὶ σκληρὴ αὐτοῦ
                        ἐστι, <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἔχει. Τούτῳ ἢν μὲν αὐτομάτη ταραχθῇ ἡ
                        κοιλίη, <lb/>ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι τὸ ἐλάχιστον καθαίρεται, καὶ ὁκόταν παύσηται
                        <lb/>καθαιρόμενος, ὑγιὴς παραχρῆμα ἔσται· ἢν δὲ μὴ αὐτομάτη <lb/>ταραχθῇ,
                        καθαίρειν αὐτὸν τῷ τοῦ ἱππόφεω ὀπῷ ἢ τῷ κνιδίῳ κόκκῳ· <lb/>ἐς ἑσπέρην δὲ
                        ταῦτα διδόναι ἃ καὶ τῷ αὐτομάτῳ καθαιρομένῳ· τῇ <lb/>δ’ ὑστεραίῃ, ἢν μὲν
                        πορετὸς ἔχῃ, ἡσυχίην ἐχέτω, διδόναι δὲ αὐτῷ <lb/>πίνειν τοῦ αὐτοῦ οἴνου ὡς
                        ἐν ψυχροτάτῳ ὕδατι· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ πυρετὸς, <lb/>διαιτήσθω δίαιταν μὴ ὑγρὴν,
                        ἀλλ’ ἰσχυροτέρην, καὶ περιπατεέτω <lb/>πρὸς τὰ σιτία τεκμαιρόμενος. Ὑπὸ
                        τουτέου τοῦ νοσήματος <lb/>πολλοῖσιν ἤδη ὕδερος ἐξεγένετο, καὶ ἢν δοκέῃ σοι
                        κλύζειν, τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι κλύσον οἷσι καὶ τὸν ὑδεριῶντα. Ἢν δὲ βούλῃ,
                        τοισίδε κλύζειν· <lb/>ἐν μελικρήτου κοτύλῃ ποίην θαψίης ἐγξύσαι, εἶτα οὕτως
                        <lb/>ἐγκλύσαι. Οὗτος οὕτω θεραπευόμενος τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="43"><p>43. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν τὸ νούσημα, ὁκόταν τὸ ὑγρὸν τὸ <lb/>ἐν τῷ σώματι
                        συνπαγῇ καὶ ἀναξηρανθῇ μᾶλλον τοῦ. Γίνεται <lb/>οὖν τὴν εἰδέην, ὁκόταν τῷ
                        νουσήματι ἔχηται, δίυγρος, ὕπωχρος, <lb/>διαφανὴς, κύστει πλήρει ἐοικὼς
                        οὔρου, πλὴν οὐκ οἰδέει, ἀλλὰ λεπτὸς <lb/>καὶ σκελιφρός ἐστι καὶ ἀσθενής·
                        μάλιστα δὲ τοῦ σώματος λεπτύνεται <lb/>τὰς κληἳδας, καὶ τὸ πρόσωπον ἰσχυρῶς
                        κάτισχνος, καὶ οἱ <lb/>ὀφθαλμοὶ ἔκκοιλοι σφόδρα. Ταῦτα μὲν ὑπὸ τοῦ νοσήματος
                        πάσχει· <lb/>ἢν δὲ ἡ χροιὴ τοῦ σώματος μέλαινα ᾖ, τάδε αἴτιά ἐστιν· ἐς τὰ
                        φλέβια <lb/>καὶ ἐς τὸ δέρμα, ὁκόταν χολὴ μέλαινα ὑπέλθῃ, καὶ ἐπὶ τούτοισιν,
                            <pb n="274"/> ὁκόταν θέρμη ἐπιγένηται, ἀνάγκη ὑπὸ τοῦ θερμοῦ ξυγκαίεσθαί
                        <lb/>τε καὶ ἀναξηραίνεσθαι τὰ φλέβια, ὥστε τὸ αἷμα μὴ χωρέειν κατὰ <lb/>τὰ
                        φλέβια. Τάδε οὖν πάσχει οὗτος πρὸς ἐκείνοις· λεπτὸς γίνεται καὶ
                        <lb/>κάτισχνος ἰσχυρῶς, καὶ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν ἀραιὰ σκαρδαμύσσει, <lb/>καὶ
                        τὰς μυίας ἀπὸ τοῦ ἱματίου θηρεύει, καὶ βόρος τῶν σιτίων μᾶλλόν <lb/>ἐστιν ἢ
                        ὑγιαίνων, καὶ λύχνου ἀπεσβεσμένου τῇ ὀσμῇ ἥδεται, καὶ <lb/>ἐξονειρώσσει
                        θαμινά· πολλάκις δὲ καὶ βαδίζοντι αὐτῷ ἐξέρχεται ἡ <lb/>γονή. Τοῦτον, ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ, καθαίρειν τὴν κοιλίην τῷ μέλανε <lb/>ἐλλεβόρῳ, τὴν ἄνω δηλονότι·
                        τὴν δὲ κάτω ὀπῷ σκαμμωνίης· μετὰ <lb/>δὲ τὴν κάθαρσιν τὰ αὐτὰ διδόναι ἃ καὶ
                        τοῖσιν ἄλλοισι, καὶ ὀῤῥὸν, <lb/>καὶ γάλα βοὸς ἢ αἰγὸς διδόναι τὴν ὥρην·
                        διδόναι δὲ καὶ ὄνειον γάλα <lb/>ἐς ὑποκάθαρσιν. Οὗτος οὕτω μελετώμενος
                        μάλιστα ἐν δυσὶν ἔτεσιν <lb/>ὑγιὴς γίνεται· σιτία δὲ ἃ βούλεται προσφερέσθω·
                        εὐωχεέσθω δὲ ὡς <lb/>μάλιστα, καὶ περιπατεέτω πρὸς τὰ σιτία τεκμαιρόμενος.
                        Αὕτη ἡ <lb/>νοῦσος λαμβάνει πρεσβύτερον εἰκοσαετέος· ὁκόταν δὲ λάβῃ, ἢν μὴ
                        <lb/>κατ’ ἀρχὰς τοῦ νοσήματος μελετηθῇ, οὐκ ἐκλείπει, πρὶν ἂν εἴκοσιν
                        <lb/>ἔτεα παρέλθῃ, ἀλλὰ προσέχει· ἔπειτα ἐνίοισι μελετωμένοισιν ἐξέρχεται·
                        <lb/>ἡ δὲ νοῦσος χαλεπή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="44"><p>44. Εἰλεοί· εἰλεοὶ δὲ τάδε τὰ νουσήματα καλέεται· γίνεται δὲ <lb/>ἀπὸ τῶνδε
                        μάλιστα· ἢν τοῦ χειμῶνος θερμῇ τῇ διαίτῃ καὶ ὑγρῇ <lb/>χρέηται καὶ μήτε
                        περιόδοισι ταλαιπωρέῃ πρὸς τὰ σιτία τεκμαφόμενος, <lb/>πιμπλάμενος δὲ εὕδῃ
                        ἀεὶ, εἶτα ἐξαπίνης ἀναγκασθῇ βαδίσαι <lb/>μακρὴν ὁδὸν, ψύχεος· ἐόντος, εἶτα
                        ῥιγώσῃ ὑπὸ τὰ ὀστέα, τάδε οὖν <lb/>πάσχει· φῦσα ἐγγίνεται ἐν τῷ σώματι
                        παντὶ, καὶ ἡ χροιὴ αὐτέου <lb/>γίνεται μολιβδοειδὴς, καὶ ῥιγοῖ αἰεὶ, ὥστε οἱ
                        θερμὸν καταχυθὲν οὐ <pb n="276"/> δοκέει θερμὸν εἶναι. Τὸ δὲ σῶμα λουόμενον
                        αὐτοῦ λεπίζεται ὑπὸ τοῦ <lb/>θερμοῦ, μάλιστα δὲ ἡ ὄσχη· ἢν τῷ δακτύλῳ τοῦ
                        σώματός κου ὑποπιέζεις, <lb/>ἐνθλάσεις, καὶ σημανέεταί σοι ὥσπερ ἐν σταιτί·
                        μάλιστα <lb/>δὲ ἐν τοῖσι ποσὶν ἐνθλᾶται. Τὰ δὲ σκέλεα βαρέα αὐτοῦ, καὶ ἢν
                        περιφοιτέῃ, <lb/>τρέμει, καὶ ἢν πρὸς αἶπος βαδίζῃ, πνευστιᾷ σφόδρα, <lb/>καὶ
                        αἱ ὠλέναι δοκέουσιν ἀποκρέμασθαι, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀλγέει, <lb/>καὶ αἱ ὀφρύες
                        δοκέουσιν ἀποκρέμασθαι, καὶ δίψη ἔχει τὰς νύκτας, <lb/>τὰ δὲ σιτία ὠμὰ
                        διαχωρέει, ἅσσ’ ἂν καταφάγῃ. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, πυριήσας αὐτὸν
                        τοῦ κνεώρου διδόναι πίνειν ἢ τοῦ ἱππόφεω <lb/>ἢ τοῦ κνιδίου κόκκου· μετὰ δὲ
                        τὴν κάθαρσιν ταῦτα διδόναι ἃ καὶ <lb/>τοῖσι πρόσθεν· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀνείου
                        γάλακτος ἑφθοῦ χοέα διδόναι <lb/>δὶς ἐκπιεῖν ἅλας παραβάλλων· ἐς ἑσπέρην δὲ
                        δειπνεέτω ἄρτον· ὄψον <lb/>δὲ ἐχέτω ὄϊος κρέα ἑφθὰ, καὶ πουλύποδας ἑφθοὺς ἐν
                        οἴνῳ μέλανι, <lb/>καὶ τὸν ζωμὸν ῥοφανέτω· καὶ φακὴν ἐχέτω ὧδε ἐσκευασμένην·
                        κοτύλην <lb/>φακοῦ ἑψήσας τρῖψαι λείην, ἔπειτα ἄλευρον παραμῖξαι, καὶ
                        <lb/>σίλφιον ἐπιξέσαι, καὶ ἅλας ἐμβαλεῖν, καὶ ὄξος ἐπιχέαι, καὶ σκόροδα
                        <lb/>συνεψεῖν· ἔπειτα ὕδωρ ἐπιχέας ζέσαι δὶς ἢ τρὶς, καὶ τορυνᾷν <lb/>ἅμα·
                        ἔπειτα ἀφελὼν ἐψύχθω· ἔστω δὲ μὴ λίην παχείη· ἐμβεβλήσθω <lb/>δὲ καὶ ἡ
                        γλήχων ἑψομένη τῆς εὐωδίης εἵνεκα. Τὰς δὲ μεταξὺ τῶν <lb/>ἡμερέων ἐμέτους
                        ποιεέσθω δι’ ἕκτης ἡμέρης· πυριῆσθαι δὲ χρὴ <lb/>ἄλλοτε καὶ ἄλλοτε πρὸ τοῦ
                        ἐμέτου καὶ τῆς φαρμακοποσίης· καὶ διὰ <lb/>τρίτης ἡμέρης λουέσθω, ἢν
                        συμφέρῃ· εἰ δὲ μὴ, ἀλειφέσθω, καὶ περιπατεέτω, <lb/>ἢν δυνατὸς ᾖ, πρὸς τὰ
                        σιτία τεκμαιρόμενος καὶ ἀκτῆς <lb/>φύλλα καὶ κονύζης τῆς αἰεὶ ἁπαλῆς ἑψῶν
                        διδόναι ἐσθίειν. Οὕτω γὰρ <pb n="278"/> ἂν μελε τώμενος ῥήϊστα διάγοι, καὶ ἡ
                        νοῦσος ἐκλείποι ἂν ἐνιαυσιαίη· <lb/>πολλοῖσι δὲ ἤδη ὑγιέσι γινομένοισι διὰ
                        δύο ἐτέων ἡ νοῦσος ὑπετροπίασεν· <lb/>ἀλλὰ χρὴ, ἢν ὑποτροπιάσῃ, τὴν αὐτὴν
                        ἴησιν ἰῆσθαι. Ἢν <lb/>δὲ τρίτον ὑποτροπιάσῃ, οἴδημα μὲν οὐκ ἐπιγίνεται,
                        λεπτὸς δὲ γίνεται <lb/>καὶ κάτισχνος· ἄρχεται δὲ λεπτύνεσθαι ἀπὸ τοῦ
                        προσώπου, καὶ <lb/>τὴν χροιὴν ἔκλευκος γίνεται μᾶλλον ἢ τὸ πρόσθεν. Τούτῳ
                        ὕδερος <lb/>ἐνίοτε ἐγένετο ἐν τῇ κοιλίῃ· ἢν οὖν ἐγγένηται, τάμνειν αὐτὸν οὐ
                        <lb/>χρή· ἀποθανέεται γάρ· θεραπεύειν δὲ τοῖσιν αὐτοῖσιν οἷσι καὶ τὸν
                        <lb/>ἀπὸ σπληνὸς ὑδεριῶντα. Τοῦτον μάλιστα μὲν κατ’ ἀρχὰς βούλεσθαι
                        <lb/>λαβὼν ἰῆσθαι, καὶ οὕτω ταχέως ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος δέεται
                        <lb/>μελέτης πολλῆς· χαλεπὴ γάρ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="45"><p>45. Ἄλλος εἰλεὸς ἰκτερώδης· ἐπιλαμβάνει μάλιστα μὲν θέρεος <lb/>ὥρην ἐν
                        ἑλώδεσι χωρίοισιν οὗτος, μᾶλλον δὲ ἀπὸ ὑδροποσίης· πολλοὶ <lb/>δὲ ἤδη καὶ
                        πρὸς τὸν ἥλιον εἱληθέντες τὸ νόσημα ἔλαβον, τὴν <lb/>κεφαλὴν ἀλγήσαν τες.
                        Ἀλλὰ παραπλήσια τοῖσι πρόσθεν πάσχουσι, <lb/>πλὴν τῆς χροιῆς, καὶ γὰρ ὠχρὸς
                        γίνεται οἷον σίδιον, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ <lb/>ἔστιν ὅτε ἰκτέρου πίμπλανται.
                        Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, θεραπεύειν <lb/>χρὴ τοῖσιν αὐτοῖσιν οἷσι καὶ τὸν
                        πρόσθεν· διδόναι δὲ τὸ <lb/>ἀπ’ ἐρεβίνθων λευκῶν ὕδωρ ἐψῶν πίνειν, καὶ ἐν τῷ
                        οἴνῳ διακιρνᾷν <lb/>καὶ διδόναι, καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτέου καθαίρειν τῷ
                        τετραγώνῳ. <lb/>Οὗτος ἧσσον τοῦ προτέρου θανατώδης· καλέεται δὲ εἰλεὸς
                        <lb/>ἰκτερώδης. </p></div></div></body></text></TEI>