<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="41"><p>41. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν καὶ οὗτος διὰ τόδε, ὁκόταν ἡ χολὴ <lb/>σαπεῖσα
                        μιγῇ τῷ αἵματι ἀνὰ τὰς φλέβας καὶ τὰ ἄρθρα, καὶ ὁκόταν <lb/>στῇ, οἴδημα
                        ἀνίσταται μάλιστα μὲν ἐν τοῖσιν ἄρθροισι καὶ καταστηρίζεται, <lb/>ἐνίοτε δὲ
                        καὶ ἐς τὸ ἄλλο πᾶν σῶμα, καὶ ὀδύνας παρέχει <lb/>ὀξείας· καὶ οἱ πολλοὶ ἐκ
                        ταύτης τῆς νούσου χωλοὶ γίνονται, ὁκόταν <lb/>ἀποληφθεῖσα ἐν τοῖσιν
                        ἄρθροισιν ἡ χολὴ πωρωθῇ· ἡ δὲ ὀδύνη διαλείπουσα <lb/>ἐπιλαμβάνει καὶ διὰ
                        τριῶν ἡμερέων καὶ διὰ τεσσάρων. <pb n="268"/> Τοῦτον, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ,
                        μελετῇν οὕτως· ὁκόταν μὲν ἡ ὀδύνη ἕνῃ <lb/>ἐν τῷ· σώματι, χλιάσματα χρὴ
                        ποιέειν καὶ προστιθέναι, ἐλαίῳ ὁπαλείψας· <lb/>ὁκόταν δὲ ἀνῇ, δοῦναι αὐτῷ
                        ἐλλέβορον πυριήσας πρόσθεν <lb/>ἅπαν τὸ σῶμα· τῇ δὲ ὑστεραίῃ ὀῤῥὸν αἰγὸς
                        ἑψήσας, δοῦναι πιεῖν <lb/>δύο χοέας, παρὰ τὸν ἕτερον χοέα μέλι παραχέας,
                        παρὰ δὲ τὸν ἕτερον <lb/>ἅλας παραβαλών· εἶτα κύλικα παρὰ κύλικα παραλλάσσων
                        πινέτω <lb/>ἕως ἂν ἐκπίῃ ἅπαν· ἐς ἑσπέρην δὲ μετὰ τὴν κάθαρσιν φακῆς
                        τρυβλίον <lb/>ῥοφεέτω, καὶ τεύτλων τρυβλίον λιπαρῶν ἄλφιτα παραπάσας
                        <lb/>ἐκπιέτω, καὶ νεοσσοῦ ἀλεκτορίδος κρέας ἢ τρυγόνος ἢ <lb/>ὄϊος ἢ ὑὸς
                        πίονος τρωγέτω. Τὸν δὲ ἐλλέβορον δι’ ἕκτης ἡμέρης διδόναι, <lb/>καὶ ἤν κου
                        τῶν ἄρθρων ἀποιδίσκηται καὶ μὴ θέλῃ ἀφίστασθαι, <lb/>σικύην προσβαλὼν
                        ἀφαιρέειν τοῦ αἵματος, κατακεντῶν ἀκίδι τριγώνῳ <lb/>ἐς τὰ γούνατα, ἢν ἐν
                        τοῖσι γούνασιν ἐνῇ τὸ οἴδημα, τῶν δὲ ἄλλων <lb/>ἄρθρων μηδὲν κεντριώσῃς. Τὰς
                        δὲ μεταξὺ τῶν ἡμερέων σιτίον <lb/>προσφερέσθω ἄρτον μὲν ὡς ὀπτότατον, μᾶζαν
                        δὲ ψαιστὴν ὡς μάλιστα· <lb/>ὄψον δὲ ἐχέτω μάλιστα μὲν ὄρνιθα ὀπτὴν ἄναλτον·
                        εἰ δὲ μὴ, καὶ <lb/>ἑφθὴν, ἐζωμευμένην, πλὴν ἄνευ τυροῦ καὶ σησάμου καὶ ἁλός·
                        ἰχθύσι <lb/>δὲ χρεέσθω τοῖσι σαρκωδεστάτοισιν, ὀπτοῖσι δὲ τὸν αὐτὸν τρόπον
                        <lb/>τοῖσι κρέασιν, ἢ ἑψῶν δι’ ὀριγάνου παστὰ, ἐλαίῳ αὐτὰ ὑποχρίσας,
                        <lb/>οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, ἢν ξυμφέρῃ· εἰ δὲ μὴ, μέλανα· καὶ ἐν
                        <lb/>περιόδοισι ταλαιπωρεέτω δι’ ἡμέρης καὶ μετὰ τὸ δεῖπνον καὶ ὄρθριος,
                        <lb/>ὀῤῥὸν δὲ καὶ γάλα τὴν ὥρην πινέτω αἰεί· ἢν δέ σοι δοκέῃ, καὶ ὄνειον
                        <lb/>γάλα διδόναι ἀφεψήσας. Καὶ ἢν ὑγιὴς γένηται, ἐν φυλακῇ αὐτὸν <pb n="270"/> εἶναι τοῦ ψύχεος καὶ τοῦ πνίγεος, καὶ τῶν σιτίων μὴ λίην
                        ἐμπιπλάσθω· <lb/>κίνδυνος γὰρ αὖθις ὑποτροπιάσαι τὴν νοῦσον. Αὅτη τοιγαροῦν
                        <lb/>ἡ νοῦσος οὕτω θεραπευομένη ἐν ἓξ μησὶν ὑγιὴς γίνεται· οὗτοι <lb/>γὰρ
                        κρίνουσιν, ἤν τε θανάσιμος, ἤν τε μὴ, ἢν καὶ παραχρῆμα <lb/>θεραπεύηται·
                        πλὴν ἡ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ τοῖσι πλείστοισι <lb/>συναποθνήσκει. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="42"><p>42. Ἄλλος τῦφος· γίνεται μὲν τὸ νούσημα ἐν ὀπώρης καιρῷ, <lb/>ὁκόταν τις
                        πλησθῇ παντοίης ὀπώρης. Τοῖσι δὲ πολλοῖσι καὶ ἀπὸ <lb/>τῶνδε ἐγένετο τὸ
                        νόσημα· φαγόντες πλακοῦντος καὶ σησάμης καὶ <lb/>τῶν ἄλλων μελιτωθέντων
                        ἀπλήστως. Τὸ γὰρ μέλι τὸ ἑφθὸν καυματῶδές <lb/>ἐστι καὶ προσπλάσσεται τῇ
                        κοιλίῃ· ἔπειτα ὁκόταν καθεψηθῇ <lb/>ἐν τῇ κοιλίῃ, ἀναζέεται, καὶ ἐξαπίνης ἡ
                        γαστὴρ ἀείρεται καὶ πίμπραται, <lb/>καὶ δοκέει διαῤῥήσσεσθαι· ἔπειτα δὲ
                        ἐξαπίνης διάῤῥοια <lb/>ἐπεγένετο, καὶ ὁκόταν ἅπαξ ἄρξηται χωρέειν, πολλὰς
                        ἡμέρας καθαίρεται, <lb/>καὶ πολλοὶ μετὰ ταύτην τὴν κάθαρσιν ὑγιέες ἐγένοντο.
                        Ὁκόταν <lb/>οὖν παύσηται αὐτόματος καθαιρόμενος, φακῶν χυμοῦ ἀναγκάσαι
                        <lb/>αὐτὸν ἐκπιεῖν τρία ἡμίχοα, ἅλας παραβάλλων· μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν
                        <lb/>τοῦ χυμοῦ ἐς ἑσπέρην, φακῆς τρυβλίον ῥοφεέτω ψυχρῆς ἀνάλτου,
                        <lb/>σίλφιον δὲ ἐπιξύσθω πουλὺ, καὶ τεύτλου τρυβλίον ἀνηδύντου <lb/>λιπαροῦ,
                        ἄλφιτα παραπάσσων φαγέτω· οἶνον δὲ πινέτω μέλανα αὐστηρὸν <lb/>κατ’ ὀλίγον.
                        Τὸ δὲ λοιπὸν τοῦ χρόνου τὰ αὐτὰ ποιεέτω, καὶ <lb/>σῖτα προσφερέσθω ἄρτον
                        ἔξοπτον, μᾶζάν τε ψαιστὴν ὡς μάλιστα· <lb/>τὰς δὲ πρώτας τῶν ἡμερέων ἄλευρον
                        φαγέτω-κάθεφθον, ἀποψύχων <lb/>καὶ μέλι παραχέων· οἶνον δὲ πινέτω μἔλανα
                        στρυφνὸν, ἕως ἂν καταστῇ <pb n="272"/> ἡ νοῦσος, ταῦτα προσφερέσθω. Ὁ δὲ ὑπὸ
                        τῆς ὀπώρης ληφθεὶς <lb/>τῇ νούσῳ φῦσαν παρέχει καὶ στρόφον καὶ ὀδύνην, καὶ
                        τὰ σιτία οὐκ <lb/>ἐθέλει διαχωρέειν, καὶ ἡ γαστὴρ μεγάλη καὶ σκληρὴ αὐτοῦ
                        ἐστι, <lb/>καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἔχει. Τούτῳ ἢν μὲν αὐτομάτη ταραχθῇ ἡ
                        κοιλίη, <lb/>ἐν εἴκοσιν ἡμέρῃσι τὸ ἐλάχιστον καθαίρεται, καὶ ὁκόταν παύσηται
                        <lb/>καθαιρόμενος, ὑγιὴς παραχρῆμα ἔσται· ἢν δὲ μὴ αὐτομάτη <lb/>ταραχθῇ,
                        καθαίρειν αὐτὸν τῷ τοῦ ἱππόφεω ὀπῷ ἢ τῷ κνιδίῳ κόκκῳ· <lb/>ἐς ἑσπέρην δὲ
                        ταῦτα διδόναι ἃ καὶ τῷ αὐτομάτῳ καθαιρομένῳ· τῇ <lb/>δ’ ὑστεραίῃ, ἢν μὲν
                        πορετὸς ἔχῃ, ἡσυχίην ἐχέτω, διδόναι δὲ αὐτῷ <lb/>πίνειν τοῦ αὐτοῦ οἴνου ὡς
                        ἐν ψυχροτάτῳ ὕδατι· ἢν δὲ μὴ ἔχῃ πυρετὸς, <lb/>διαιτήσθω δίαιταν μὴ ὑγρὴν,
                        ἀλλ’ ἰσχυροτέρην, καὶ περιπατεέτω <lb/>πρὸς τὰ σιτία τεκμαιρόμενος. Ὑπὸ
                        τουτέου τοῦ νοσήματος <lb/>πολλοῖσιν ἤδη ὕδερος ἐξεγένετο, καὶ ἢν δοκέῃ σοι
                        κλύζειν, τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσι κλύσον οἷσι καὶ τὸν ὑδεριῶντα. Ἢν δὲ βούλῃ,
                        τοισίδε κλύζειν· <lb/>ἐν μελικρήτου κοτύλῃ ποίην θαψίης ἐγξύσαι, εἶτα οὕτως
                        <lb/>ἐγκλύσαι. Οὗτος οὕτω θεραπευόμενος τάχιστα ὑγιὴς ἔσται. </p></div></div></body></text></TEI>