<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Νούσημα ὅπερ καλεῖται τῦφος· τῦφος μὲν τοῦτο τὸ νούσημα <lb/>καλέεται·
                        ἐπιλαμβάνει δὲ θέρεος ἐν ὥρῃ, ὁκόταν ὁ κύων τὸ ἄστρον <lb/>ἐπιτέλλῃ, χολῆς
                        κινηθείσης ἀνὰ τὸ σῶμα. Εὐθέως οὖν αὐτὸν πυρετοὶ <pb n="262"/> ἔχουσιν
                        ἰσχυροὶ καὶ καῦμα ὀξὺ, καὶ ὑπὸ τοῦ βάρεος ἀσθενείη <lb/>καὶ ἀκρησίη τῶν
                        σκελέων, καὶ ἐκ τῶν χειρῶν ἄχρειος μάλιστα γίνεται· <lb/>καὶ ἡ γαστὴρ
                        ταράσσεται, καὶ τὰ ὑποχωρέοντα δυσώδεα, <lb/>καὶ στρόφος ἰσχυρὸς ἐπιγίνευαι.
                        Ταῦτά τε πάσχει, καὶ ἤν τις ἀνεστῆσαι <lb/>θέλῆ αὐτὸν, οὐ δύνατωι ὀρθοῦσθαι,
                        οὐδὲ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν <lb/>ἀνερῇν δύναται ὑπὸ τοῦ καύματος, καὶ ἤν τις
                        αὐτὸν ἐρωτᾷ, ὑπὸ τοῦ <lb/>πόνου ἀκούων οὐ δύνατια ἀποκρίνασθαι, Ὁκόταν δὲ
                        μέλλῃ ἀπεθνήσκειν, <lb/>ὀξύτερά τε ὁρῇ καὶ φθέγγεται θαρσαλέως, καὶ πιέειν
                        καὶ <lb/>φαγέειν αἰτέει, καὶ ἢν δῷ τις καὶ φάγῃ, ἐν τάχει ἀφῆκε τὴν ψυχὴν,
                        <lb/>ἢν μὴ ἐξεμέσῃ. Τούτῳ ἡ νοῦσος αὕτη κρίνεται ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν <lb/>ἢ
                        δεκατέσσαρσι· πολλοὶ δὲ διατρέχουσι καὶ ἐς τὰς εἰκοσιτέσσαρας· <lb/>ἢν γοῦν
                        ταύτας διέλθῃ, ὑγιὴς ἔσται· καὶ γὰρ ἐν ταύτῃσι <lb/>τῇσιν ἡμέρῃσι δηλοῦται
                        εἰ θανάσιμος ἢ οὔ. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχη, ὧδε ἰῆσθαι· ἐν τῇσι
                        πρώτῃσι τῶν ἡμερέων λουτροῦ μὲν ἀπέχεσθαι, <lb/>ἀλείφειν δὲ οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ
                        χλιαίνων ἐς κοίτην, καὶ σιτίων <lb/>ἀπέχεσθαι· ῥοφήματα δὲ λεπτὰ ψυχρὰ
                        διδόναι· οἶνον δὲ πινέτω <lb/>μέλανα, αὐστηρὸν, ἢν ξυμφέρῃ αὐτῷ· ἢν δὲ μὴ,
                        λευκὸν, αὐστηρὸν, <lb/>ὑδαρέστερον· ἢν δὲ δίψα ἰσχυρὴ πιέζῃ, τοῦ ὕδατος
                        ἀθρόον διδοὺς <lb/>πίνειν, κέλευε ἐξεμέειν, ταῦτα δὶς ἢ τρὶς ἐφεξῆς ποιήσας,
                        καὶ ὁκόταν <lb/>τὸ καῦμα ἔχῃ, ῥάκεα βάπτων ὕδατι ψυχρῷ προστιθέναι, ᾗ ἂν
                        μάλιστα <lb/>φῇ καίεσθαι· ἢν δὲ φρίκην ἔχῃ τὸ σῶμα, ἀνιέναι τὰ ψύγματα.
                        <lb/>Οὗτος ὁκόταν μάλιστα πονέῃ, ὑπὸ τῆς ὀδύνης αἴφνης κινδυνεύσει <lb/>τότε
                        ἀφεῖναι τὴν ψυχήν· ἀλλὰ διδόναι χρὴ αὐτῷ τῆς ὀδύνης τὰ <pb n="264"/> φάρμακα
                        μετὰ σπουδῆς τὰ αὐτὰ ἃ καὶ τῷ ὑπὸ τῆς πλευρίτιδος ἐχομένῳ. <lb/>Ὁκόταν δὲ
                        ἐξαναστῇ, ἀνακομίζειν σιτίῳ καὶ ποτῷ καὶ λουτροῖσιν <lb/>ὡς τάχιστα· ἡ γὰρ
                        νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι <lb/>διαφεύγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἄλλος τῦφος· ἐπιλαμβάνει μὲν τὸ νούσημα πάσην ὤρην· <lb/>γίνεται δὲ δι’
                        ὑγρασίην τοῦ σώματος, ὁκόταν τὰ σιτία ὑγρὰ ἐόντα <lb/>καὶ τὸ ποτὸν πουλὺ αἱ
                        σάρκες ἀναπίωσι καὶ πλαδαραὶ γίνωνται· <lb/>ἀπὸ τούτων τὸ νούσημα γίνεται
                        μάλιστα. Ἄρχεται οὖν ὁ πυρετὸς <lb/>τριταῖος ἢ τεταρταῖος κατ’ ἀρχὰς
                        γινόμενος, καὶ πόνος ἰσχυρὸς ἐν τῇ <lb/>κεφαλῇ ἐνίσταται, ἐνίοτε. δὲ καὶ ἐν
                        τῷ σώματι διαλείπων· καὶ ἐμέει <lb/>σίαλον, καὶ ἐρεύγεται πυκινὰ, καὶ ἀλγέει
                        τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν, <lb/>καὶ τὸ πρόσωπον ἀφύει, καὶ ἐς τοὺς πόδας οἴδημα
                        κατέρχεται· <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ ὅλον τὸ σῶμα ἀποιδέει, καὶ ἐς τὰ στήθεα καὶ
                        ἐς τὸ <lb/>μετάφρενον ἐνίοτε ἡ ὀδύνη τρέχει, καὶ ἡ γαστὴρ τετάρακται, καὶ
                        <lb/>τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν ἐσορᾷ ἰσχυρῶς, καὶ τὸ σίαλον ἀποπτύει πολλὸν
                        <lb/>καὶ ἀφρῶδες, καὶ ἐν τῇ φάρυγγι δοκέει ἐνέχεσθαι, καὶ κέρχνει αὐτόν·
                        <lb/>πολλάκις δὲ καὶ φλεγμαίνει ὁ φάρυγξ. Τοῦτον ὁκόταν οὕτως <lb/>ὁ πόνος
                        πιέζῃ, ἔστιν ὅτε καὶ ὀρθοπνοίη ἰσχυρὴ ἐμπίπτει, καὶ πολλάκις <lb/>ἐξαπίνης
                        ὑπὸ τοῦ πόνου τὴν ψυχὴν ἀφῆκεν ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν <lb/>ἢ ἐν δεκατέσσαρσι·
                        πολλοὶ δὲ διαφέρουσι καὶ ἕως τῶν εἰκοσιτεσσάρων <lb/>ἡμερέων. Πολλάκις δὲ
                        καὶ ἐξαπίνης ἡ νοῦσος ἀνῆκε, καὶ δοκέει <lb/>ὑγιὴς εἶναι· ἀλλὰ φυλάσσεσθαι
                        χρὴ, ἄχρις ἂν αἱ τέσσαρες καὶ <lb/>εἴκοσιν ἡμέραι παρέλθωσιν· ἢν γὰρ ταύτας
                        διαφύγῃ, οὐ μάλα θνήσκει. <lb/>Τούτῳ, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, ἐν τῇσι πρώτῃσι τῶν
                        ἡμερέων χρὴ <pb n="266"/> ῥόφημα διδόναι ἄλητον κάθεφθον, μέλι λεπτὸν
                        παραχέων· πίνειν δὲ <lb/>διδόναι μέλανα οἶνον κατ’ ὀλίγον, ὅκως ἂν βούληται
                        κεκρημένον· <lb/>σιτία δὲ μὴ προσφέρειν, πρὶν ἂν αἱ ἡμέραι παρέλθωσι·
                        κουλύποδας <lb/>δὲ ἐν οἴνῳ ἑφθοὺς διδόναι ἐσθίειν, καὶ τὸν ζωμὸν ῥοφάνειν,
                        καὶ ῥαφανῖδας <lb/>τρώγειν πολλάς· καὶ καρδάμου καρπὸν φώσας, ἀλέσαι καὶ
                        <lb/>σῆσαι λεπτά· ἔπειτα ἐπ’ οἶνον ἐπιβαλὼν μέλανα στρυφνὸν καὶ <lb/>ἄλφιτα
                        λεπτὰ ὀλίγα διδόναι πίνειν ἕωθεν· λουτροῦ δὲ ἀπεχέσθω, <lb/>μέχρις ἂν αἱ
                        ἡμέραι παρέλθωσιν· οἴνῳ δὲ καὶ ἐλαίῳ χλιήνας ἀλείφειν <lb/>ἐς κοίτην καὶ
                        ἐκμάσσειν· καὶ γλυκυσίδης καρποῦ δέκα κόκκους <lb/>ἑψῶν ἐν οἴνῳ μέλανι,
                        διδόναι πίνειν· καὶ γογγυλίδας διέφθους ποιέων <lb/>ῥοφανέτω τοῦ χυλοῦ,
                        ἀρτύσας τυρῷ ἀνάλτῳ καὶ μήκωνι καὶ ἁλὶ καὶ <lb/>ἐλαίῳ καὶ σιλφίῳ καὶ ὄξει.
                        Ἢν δὲ καὶ φάρμακον βούλῃ πῖσαι, τοῦ <lb/>κνιδίου κόκκου πῖσαι, καὶ μετὰ τὴν
                        κάθαρσιν ἀλεύρου ἑφθοῦ καὶ <lb/>λιπαροῦ δοῦναι δύο τρυβλία ἐκροφέειν· οἶνον
                        δὲ πινέτω τὸν αὐτόν. <lb/>Τούτων τῶν φαρμάκων καὶ ῥοφημάτων καὶ ποτῶν ὅ τι
                        ἂν διδῷς ὀνήσεις, <lb/>ἤν τε κατὰ ἓν, τε κατὰ πλείω προσφέρῃς, καὶ οὕτω
                        τάχιστα <lb/>ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι
                        <lb/>διαφυγγάνουσιν. </p></div></div></body></text></TEI>