<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ἄλλος ἴκτερος· οὗτος ἐπιλαμβάνει χειμῶνος ἐν ὥρῃ ἐκ μέθης <lb/>καὶ
                        ῥίγεος· ἄρχεται δὲ τοπρῶτον ῥῖγος ἐπιλαμβάνειν, ἔπειτα καὶ <lb/>πυρετὸς
                        κατέχει· τὸ δὲ ὑγρὸν τὸ ἐν τῷ σώματι πήγνυται ἐν τῷ <lb/>δέρματι. Τοῖσι δὲ
                        δείκνυται ὅτι οὕτως ἔχει· πελιδνόν ἐστιν αὐτοῦ <lb/>τὸ σῶμα καὶ ὑπόσκληρον,
                        καὶ αἱ φλέβες διὰ τοῦ σώματος τέτανται <lb/>ὠχραί· μέζονες δὲ καὶ παχύτεραι
                        ἢ πρόσθεν εἰσί· τέτανταί τε ὑπομελάντεραι <lb/>καὶ ἄλλαι φλέβες, καὶ ἢν
                        τάμνῃ τίς τινα αὐτῶν, ῥεύσεται <lb/>τὸ αἷμα ὠχρὸν, ἢν ὠχραὶ ἔωσιν αἱ φλέβες·
                        ἢν δὲ μέλαιναι <lb/>ἔωσι, μέλαν τὸ αἷμα ῥεύσεται. Καὶ τὸ ἱμάτιον πρὸς τῷ
                        σώματι <lb/>προσκείμενον οὐκ ἀνέχεται ὑπὸ τοῦ κνησμοῦ. Οὗτος πρόθυμός ἐστι
                            <pb n="258"/> πρὸς τὸ πορεύεσθαι καὶ φοιτῇν, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἀσθενείης
                        αὐτοῦ τὰ <lb/>σκέλεα ὑποφέρεται, καὶ διψῇ σφόδρα. Αὕτη ἡ νοῦσος οὔπω ἧσσον
                        <lb/>τῆς προτέρης θανασίμη· προέρχεται δὲ πλείω χρόνον, ἢν μὴ ἐν τῇσιν
                        <lb/>ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ὑγιὴς γένηται· ἢν δὲ ἡ νοῦσος ἀπομηκύνηται καὶ γένηται
                        <lb/>ὄγδοος ἢ ἔννατος, συμπίπτει ἐς κλίνην, καὶ ἡ νοῦσος καὶ ἡ <lb/>ἀλγηδὼν
                        πιέζει μᾶλλον, καὶ ἀνίστασθαι οὐ δύναται, καὶ οἱ πολλωὶ <lb/>ἐν τούτῳ τῷ
                        χρόνῳ παραχρῆμα φθείρονται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς μὲν
                        τῆς νούσου ἢν παραγένηται, ὁκόταν ἤδη αἱ <lb/>ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν,
                        ἐλλέβορον πῖσαι, τὴν δὲ κάτω κοιλίην <lb/>χυλῷ ὑποκαθῆραι, ὡς ἐν τῷ πρόσθεν,
                        καὶ τἄλλα τὰ αὐτὰ διδόναι <lb/>φάρμακα. Διδόναι δὲ καὶ κανθαρίδας, ἄνευ
                        πτερῶν καὶ κεφαλῆς, <lb/>τέσσαρας τρίβων καὶ διεὶς οἴνῳ λευκῷ ἡμικοτυλίῳ,
                        ἤδη δὲ καὶ μέλι <lb/>παραχέαι ὀλίγον, εἶτα οὕτω διδόναι πιεῖν· τοῦτο πινέτω
                        δὶς ἢ τρὶς <lb/>τῆς ἡμέρης. Προϊούσης δὲ τῆς νούσου λουτροῖσι καὶ πυριήμασι
                        θεραπεύειν· <lb/>ἐσθιέτω δὲ ἅσσα προσίεται· οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν,
                        αὐστηρὸν, <lb/>καὶ τἄλλα τὰ αὐτὰ προσφερέσθω ἃ καὶ τῇ πρόσθεν. Αὕτη ἡ
                        <lb/>νοῦσος χρονίη καὶ χαλεπὴ, ἢν μὴ κατ’ ἀρχὰς καλῶς μελετηθῇ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="37"><p>37. Ἄλλος ἴκτερος· ἐπιδήμιος οὗτος καλέεται, διότι πᾶσαν ὥρην
                        <lb/>ἐπιλαμβάνει· γίνεται δὲ ἀπὸ πλησμονῆς μάλιστα καὶ μέθης, καὶ
                        <lb/>ἐπειδὰν ῥιγώσῃ. Εὐθέως οὖν τὸ σῶμα ἀλλοιοτροπέει καὶ γίνεται
                        <lb/>ὠχρὸν, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ σφόδρα ὠχροὶ, καὶ ὑπὸ τὰς τρίχας καὶ ὑπὸ
                        <lb/>τοὺς ὄνυχας ἡ νοῦσος ὑπέρχεται, καὶ ῥῖγος καὶ πυρετὸς βληχρὸς ἔχει,
                        <lb/>καὶ ἀσθενέει τὸ σῶμα, καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ ὀδύνη ἔχει, καὶ οὐρέει
                        <lb/>ὠχρὸν καὶ παχύ. Οὗτος ὁ ἴκτερος ἧσσον θανατώδης τῶν πρόσθεν, καὶ
                        <lb/>θεραπεύεται μελετώμενος ἐν τάχει. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως ἔχῃ, <lb/>σχάσαι
                        αὐτοῦ τοὺς ἀγκῶνας καὶ ἀφαιρέειν τοῦ αἵματος, ἔπειτα πυριήσας <pb n="260"/>
                        πῖσαι ἐλατήριον· κάτω δὲ αὖθις ὑποκαθῆραι τῇ τρίτῃ ὀνείῳ <lb/>γάλακτι. Τὰ δὲ
                        ἄλλα ῥοφήματά τε καὶ πόματα καὶ ἐδέσματα τὰ <lb/>αὐτὰ διδόναι ἃ καὶ τῷ
                        πρόσθεν, καὶ καθαίρειν αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν <lb/>θαμινὰ, καὶ ἀπὸ χαραδρίου
                        πίνειν, καὶ λούειν αὐτὸν πολλῷ καὶ <lb/>θερμῷ, καὶ ξύων τὴν σάρκα ἐν οἴνῳ
                        λευκῷ διδόναι πίνειν, καὶ ἐς <lb/>τὰ ἄλλα πάντα τοῖσιν αὐτοῖσι χρεέσθω, καὶ
                        ἐν τάχει ὑγιὴς ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="38"><p>38. Ἄλλος ἴκτερος· γίνεται μὲν ἀπὸ φλέγματος, ἐπὶ δὲ χειμῶνος <lb/>μάλιστα
                        ἐπιλαμβάνει, καὶ ἡ χροιὴ αὐτέου λευκὴ, καὶ τὰ στήθεα <lb/>αὐτέου πλήρεα
                        γίνεται φλέγματος, καὶ ἀποπτύει τὸ σίαλον πουλὺ, <lb/>καὶ ὁκόταν
                        ἀποχρέμπτηται, λυγμὸς αὐτῷ γίνεται, καὶ οὐρέει λευκὸν <lb/>καὶ παχὺ, καὶ ὑπ’
                        αὐτῷ ὑφίσταται ὁκοῖον ἄλευρον. Οὗτος ὁ ἴκτερος <lb/>οὐκ ἔστι θανατώδης καὶ
                        ἐν τάχει ὑγιαίνεται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, πῖσαι κνίδιον κόκκον,
                        καὶ μετὰ τὴν κάθαρσιν πτισάνης χυλὸν, <lb/>μέλι παραχέας, δοῦναι ἐκροφέειν
                        τέσσαρας κοτύλας· τὴν δὲ ἄνω <lb/>κοιλίην ἐμετοποιεύμενος καθαρὴν παρεχέτω
                        ὡς ἐν τῇσι πρόσθεν· οὕτω <lb/>γὰρ ἂν ῥήϊστα τὸ φλέγμα ἀπαγάγοι τοῦ πλεύμονος
                        καὶ τῶν ἀρτηριῶν· <lb/>καὶ ἀναγαργαρισμὸν σκευάζειν αὐτῷ θαμινά. Οὗτος
                        ἐνίοτε καὶ <lb/>πυρεταίνει βληχρῷ πυρετῷ, καὶ φρίκη λεπτὴ ἐπιγίνεται. Καὶ
                        τἄλλα <lb/>μελετῇν οἷσι καὶ τοὺς πρόσθεν ἰκτέρους, καὶ φαρμάκοισι καὶ
                        πυρίῃσι <lb/>καὶ λουτροῖσι καὶ ἐδέσμασι καὶ ποτοῖσι καὶ ῥοφήμασιν· οὕτω γὰρ
                        <lb/>ἂν μάλιστα ὑγιέα ποιήσειας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="39"><p>39. Νούσημα ὅπερ καλεῖται τῦφος· τῦφος μὲν τοῦτο τὸ νούσημα <lb/>καλέεται·
                        ἐπιλαμβάνει δὲ θέρεος ἐν ὥρῃ, ὁκόταν ὁ κύων τὸ ἄστρον <lb/>ἐπιτέλλῃ, χολῆς
                        κινηθείσης ἀνὰ τὸ σῶμα. Εὐθέως οὖν αὐτὸν πυρετοὶ <pb n="262"/> ἔχουσιν
                        ἰσχυροὶ καὶ καῦμα ὀξὺ, καὶ ὑπὸ τοῦ βάρεος ἀσθενείη <lb/>καὶ ἀκρησίη τῶν
                        σκελέων, καὶ ἐκ τῶν χειρῶν ἄχρειος μάλιστα γίνεται· <lb/>καὶ ἡ γαστὴρ
                        ταράσσεται, καὶ τὰ ὑποχωρέοντα δυσώδεα, <lb/>καὶ στρόφος ἰσχυρὸς ἐπιγίνευαι.
                        Ταῦτά τε πάσχει, καὶ ἤν τις ἀνεστῆσαι <lb/>θέλῆ αὐτὸν, οὐ δύνατωι ὀρθοῦσθαι,
                        οὐδὲ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν <lb/>ἀνερῇν δύναται ὑπὸ τοῦ καύματος, καὶ ἤν τις
                        αὐτὸν ἐρωτᾷ, ὑπὸ τοῦ <lb/>πόνου ἀκούων οὐ δύνατια ἀποκρίνασθαι, Ὁκόταν δὲ
                        μέλλῃ ἀπεθνήσκειν, <lb/>ὀξύτερά τε ὁρῇ καὶ φθέγγεται θαρσαλέως, καὶ πιέειν
                        καὶ <lb/>φαγέειν αἰτέει, καὶ ἢν δῷ τις καὶ φάγῃ, ἐν τάχει ἀφῆκε τὴν ψυχὴν,
                        <lb/>ἢν μὴ ἐξεμέσῃ. Τούτῳ ἡ νοῦσος αὕτη κρίνεται ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν <lb/>ἢ
                        δεκατέσσαρσι· πολλοὶ δὲ διατρέχουσι καὶ ἐς τὰς εἰκοσιτέσσαρας· <lb/>ἢν γοῦν
                        ταύτας διέλθῃ, ὑγιὴς ἔσται· καὶ γὰρ ἐν ταύτῃσι <lb/>τῇσιν ἡμέρῃσι δηλοῦται
                        εἰ θανάσιμος ἢ οὔ. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχη, ὧδε ἰῆσθαι· ἐν τῇσι
                        πρώτῃσι τῶν ἡμερέων λουτροῦ μὲν ἀπέχεσθαι, <lb/>ἀλείφειν δὲ οἴνῳ καὶ ἐλαίῳ
                        χλιαίνων ἐς κοίτην, καὶ σιτίων <lb/>ἀπέχεσθαι· ῥοφήματα δὲ λεπτὰ ψυχρὰ
                        διδόναι· οἶνον δὲ πινέτω <lb/>μέλανα, αὐστηρὸν, ἢν ξυμφέρῃ αὐτῷ· ἢν δὲ μὴ,
                        λευκὸν, αὐστηρὸν, <lb/>ὑδαρέστερον· ἢν δὲ δίψα ἰσχυρὴ πιέζῃ, τοῦ ὕδατος
                        ἀθρόον διδοὺς <lb/>πίνειν, κέλευε ἐξεμέειν, ταῦτα δὶς ἢ τρὶς ἐφεξῆς ποιήσας,
                        καὶ ὁκόταν <lb/>τὸ καῦμα ἔχῃ, ῥάκεα βάπτων ὕδατι ψυχρῷ προστιθέναι, ᾗ ἂν
                        μάλιστα <lb/>φῇ καίεσθαι· ἢν δὲ φρίκην ἔχῃ τὸ σῶμα, ἀνιέναι τὰ ψύγματα.
                        <lb/>Οὗτος ὁκόταν μάλιστα πονέῃ, ὑπὸ τῆς ὀδύνης αἴφνης κινδυνεύσει <lb/>τότε
                        ἀφεῖναι τὴν ψυχήν· ἀλλὰ διδόναι χρὴ αὐτῷ τῆς ὀδύνης τὰ <pb n="264"/> φάρμακα
                        μετὰ σπουδῆς τὰ αὐτὰ ἃ καὶ τῷ ὑπὸ τῆς πλευρίτιδος ἐχομένῳ. <lb/>Ὁκόταν δὲ
                        ἐξαναστῇ, ἀνακομίζειν σιτίῳ καὶ ποτῷ καὶ λουτροῖσιν <lb/>ὡς τάχιστα· ἡ γὰρ
                        νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι <lb/>διαφεύγουσιν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="40"><p>40. Ἄλλος τῦφος· ἐπιλαμβάνει μὲν τὸ νούσημα πάσην ὤρην· <lb/>γίνεται δὲ δι’
                        ὑγρασίην τοῦ σώματος, ὁκόταν τὰ σιτία ὑγρὰ ἐόντα <lb/>καὶ τὸ ποτὸν πουλὺ αἱ
                        σάρκες ἀναπίωσι καὶ πλαδαραὶ γίνωνται· <lb/>ἀπὸ τούτων τὸ νούσημα γίνεται
                        μάλιστα. Ἄρχεται οὖν ὁ πυρετὸς <lb/>τριταῖος ἢ τεταρταῖος κατ’ ἀρχὰς
                        γινόμενος, καὶ πόνος ἰσχυρὸς ἐν τῇ <lb/>κεφαλῇ ἐνίσταται, ἐνίοτε. δὲ καὶ ἐν
                        τῷ σώματι διαλείπων· καὶ ἐμέει <lb/>σίαλον, καὶ ἐρεύγεται πυκινὰ, καὶ ἀλγέει
                        τὰς χώρας τῶν ὀφθαλμῶν, <lb/>καὶ τὸ πρόσωπον ἀφύει, καὶ ἐς τοὺς πόδας οἴδημα
                        κατέρχεται· <lb/>ἐνίοτε δὲ καὶ ὅλον τὸ σῶμα ἀποιδέει, καὶ ἐς τὰ στήθεα καὶ
                        ἐς τὸ <lb/>μετάφρενον ἐνίοτε ἡ ὀδύνη τρέχει, καὶ ἡ γαστὴρ τετάρακται, καὶ
                        <lb/>τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν ἐσορᾷ ἰσχυρῶς, καὶ τὸ σίαλον ἀποπτύει πολλὸν
                        <lb/>καὶ ἀφρῶδες, καὶ ἐν τῇ φάρυγγι δοκέει ἐνέχεσθαι, καὶ κέρχνει αὐτόν·
                        <lb/>πολλάκις δὲ καὶ φλεγμαίνει ὁ φάρυγξ. Τοῦτον ὁκόταν οὕτως <lb/>ὁ πόνος
                        πιέζῃ, ἔστιν ὅτε καὶ ὀρθοπνοίη ἰσχυρὴ ἐμπίπτει, καὶ πολλάκις <lb/>ἐξαπίνης
                        ὑπὸ τοῦ πόνου τὴν ψυχὴν ἀφῆκεν ἐν ἑπτὰ ἡμέρῃσιν <lb/>ἢ ἐν δεκατέσσαρσι·
                        πολλοὶ δὲ διαφέρουσι καὶ ἕως τῶν εἰκοσιτεσσάρων <lb/>ἡμερέων. Πολλάκις δὲ
                        καὶ ἐξαπίνης ἡ νοῦσος ἀνῆκε, καὶ δοκέει <lb/>ὑγιὴς εἶναι· ἀλλὰ φυλάσσεσθαι
                        χρὴ, ἄχρις ἂν αἱ τέσσαρες καὶ <lb/>εἴκοσιν ἡμέραι παρέλθωσιν· ἢν γὰρ ταύτας
                        διαφύγῃ, οὐ μάλα θνήσκει. <lb/>Τούτῳ, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, ἐν τῇσι πρώτῃσι τῶν
                        ἡμερέων χρὴ <pb n="266"/> ῥόφημα διδόναι ἄλητον κάθεφθον, μέλι λεπτὸν
                        παραχέων· πίνειν δὲ <lb/>διδόναι μέλανα οἶνον κατ’ ὀλίγον, ὅκως ἂν βούληται
                        κεκρημένον· <lb/>σιτία δὲ μὴ προσφέρειν, πρὶν ἂν αἱ ἡμέραι παρέλθωσι·
                        κουλύποδας <lb/>δὲ ἐν οἴνῳ ἑφθοὺς διδόναι ἐσθίειν, καὶ τὸν ζωμὸν ῥοφάνειν,
                        καὶ ῥαφανῖδας <lb/>τρώγειν πολλάς· καὶ καρδάμου καρπὸν φώσας, ἀλέσαι καὶ
                        <lb/>σῆσαι λεπτά· ἔπειτα ἐπ’ οἶνον ἐπιβαλὼν μέλανα στρυφνὸν καὶ <lb/>ἄλφιτα
                        λεπτὰ ὀλίγα διδόναι πίνειν ἕωθεν· λουτροῦ δὲ ἀπεχέσθω, <lb/>μέχρις ἂν αἱ
                        ἡμέραι παρέλθωσιν· οἴνῳ δὲ καὶ ἐλαίῳ χλιήνας ἀλείφειν <lb/>ἐς κοίτην καὶ
                        ἐκμάσσειν· καὶ γλυκυσίδης καρποῦ δέκα κόκκους <lb/>ἑψῶν ἐν οἴνῳ μέλανι,
                        διδόναι πίνειν· καὶ γογγυλίδας διέφθους ποιέων <lb/>ῥοφανέτω τοῦ χυλοῦ,
                        ἀρτύσας τυρῷ ἀνάλτῳ καὶ μήκωνι καὶ ἁλὶ καὶ <lb/>ἐλαίῳ καὶ σιλφίῳ καὶ ὄξει.
                        Ἢν δὲ καὶ φάρμακον βούλῃ πῖσαι, τοῦ <lb/>κνιδίου κόκκου πῖσαι, καὶ μετὰ τὴν
                        κάθαρσιν ἀλεύρου ἑφθοῦ καὶ <lb/>λιπαροῦ δοῦναι δύο τρυβλία ἐκροφέειν· οἶνον
                        δὲ πινέτω τὸν αὐτόν. <lb/>Τούτων τῶν φαρμάκων καὶ ῥοφημάτων καὶ ποτῶν ὅ τι
                        ἂν διδῷς ὀνήσεις, <lb/>ἤν τε κατὰ ἓν, τε κατὰ πλείω προσφέρῃς, καὶ οὕτω
                        τάχιστα <lb/>ὑγιέα ποιήσεις· ἡ δὲ νοῦσος χαλεπὴ, καὶ παῦροι
                        <lb/>διαφυγγάνουσιν. </p></div></div></body></text></TEI>