<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="35"><p>35. Ἴκτεροι τέσσαρες· ὅδε μὲν τοῦ θέρεος μάλιστα ἐπιλαμβάνει <lb/>χολῆς
                        κινηθείσης· ἵσταται οὖν ἡ χολὴ ὑπὸ τῷ δέρματι καὶ ἐν τῇ <lb/>κεφαλῇ, ὥστ’
                        εὐθὺς ἀλλοχροέει τὸ σῶμα καὶ γίνεται ὠχρὸν ὁκοῖόν <lb/>περ σίδιον, καὶ οἱ
                        ὀφθαλμοὶ ὠχροὶ, καὶ ἐν τῇ κεφαλῇ ὑπὸ τὰς τρίχας <lb/>οἷον χνοῦς ὕπεστι, καὶ
                        ῥῖγος καὶ πυρετὸς ἐπιλαμβάνει, καὶ οὐρέει <lb/>ὠχρὸν τὸ οὖρον, καὶ ὑφίσταται
                        ὑπ’ αὐτῷ παχὺ ὕπωχρον, καὶ τὸ <lb/>ἕωθεν, ἕως ἂν νῆστις ᾖ, πρὸς τὴν καρδίην
                        καὶ τὰ σπλάγχνα μύζει, <lb/>καὶ ὁκόταν τις αὐτὸν προσφθέγξηται ἢ ἐρωτήσῃ,
                        ἀσῇ τε καὶ λυπέεται, <lb/>καὶ οὐκ ἀνέχεται ἀκροώμενος· ὁ δὲ ἀπόπατος προῖὼν
                        ὠχρόλευκος <pb n="254"/> καὶ κάκοδμος. Οὗτος, ὁκόταν ὧδε ἔχῃ, θνήσκει
                        μάλιστα ἐν <lb/>τῇσι τεσσαρεσκαίδεκα ἡμέρῃσιν· ἢν δὲ ταύτας διαφύγῃ,
                        ὑγιαίνεται. <lb/>Μελετῇν δὲ αὐτὸν χρὴ ὧδε· ὁκόταν ὁ πυρετὸς ἀνῇ, λούειν
                        πολλῷ <lb/>καὶ θερμῷ, πίνειν τε διδόναι μελίκρητον· καὶ ῥοφήμασι διαχρεέσθω
                        <lb/>πτισάνης χυλῷ, μέλι παραχέων, καὶ μὴ συνεψεῖν τὸ μέλι, ἕως ἂν <lb/>αἱ
                        δεκατέσσαρες ἡμέραι παρέλθωσιν· αὗται γὰρ κρίνουσὶν ἢν θανάσιμον <lb/>ἢ οὔ.
                        Μετὰ δὲ ταῦτα λούειν δὶς τῆς ἡμέρης, καὶ εὐωχέειν τὸ <lb/>πρῶτον ὀλίγοισιν
                        ἅσσα ἂν μάλιστα προσίηται, ἔπειτα μέντοι πλείω <lb/>διδόναι· πινέτω δὲ οἶνον
                        λευκὸν ὡς πλεῖστον δι’ ἡμέρης· καὶ ἤν σοι <lb/>δοκέῃ προϊόντος τοῦ χρόνου
                        ὠχρὸς εἶναι καὶ ἀσθενὴς, ἔμεντον κελεύειν <lb/>ποιέεσθαι ἀπὸ τῶν σιτίων, ὡς
                        ἐν τῇσιν ἄνω νούσοισιν ἔχει. <lb/>Καὶ ἢν μὲν ἀπὸ τουτέων παύσηται, ἅλις· ἢν
                        δὲ μὴ, ἐλλέβορον πῖσαι· <lb/>μετὰ δὲ τὴν κάθαρσιν ἐς ἑσπέρην φαγέτω μᾶζαν
                        μαλθακὴν ἢ <lb/>ἄρτου τὸ ἐντός· ὄψον δὲ ἐσθιέτω νεοσσὸν ἀλεκτορίδος δίεφθον
                        ἐζωμευμένον <lb/>κρομμύῳ καὶ κοριάνῳ καὶ τυρῷ καὶ ἁλὶ καὶ σησάμῳ καὶ
                        <lb/>σταφίδι λευκῇ· οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν, ἀυστηρὸν, ὡς παλαιότατον·
                        <lb/>τὴν δὲ κάτω κοιλίην ὑποκαθῆραι· τῇ δὲ ὑστεραίῃ χυλῷ ἀπ’ ἐρεβίνθων
                        <lb/>λευκῶν, μέλι δὲ χρὴ τῷ χυλῷ παραχέαι, τούτῳ δὲ χρεέσθω, <lb/>καὶ
                        ἐκπιέτω δύο κοτύλας τοῦ χυλοῦ. Τῇ δὲ τρίτῃ ἀρξάμενος, ἑκάστης <lb/>ἡμέρης
                        πινέτω τὸ ὕδωρ, ἀπὸ τῶνδε ἑψήσας· μαράθρου ῥίζας <lb/>λεπτὰς πλῆθος ὁκόσον
                        τρισὶ δακτύλοισι περιλαβεῖν, τὴν δραγμίδα, <lb/>ἑψεῖν ἐν δύο χοεῦσιν ὕδατος,
                        ἑψεῖν δὲ ἕως ἂν λειφθῇ τὸ ἥμισυ· <lb/>ἑψεῖν δὲ καὶ ἐρεβίνθων λευκῶν χοίνικα
                        ἐν δυσὶ χοεῦσι, καὶ τούτου <lb/>λειπέτω τὸ ἥμισυ· ταῦτα ὁκόταν λειφθῇ,
                        διηθήσας, ἐξαιθριάσαι, <lb/>καὶ ἀμφότερα μίξας, τούτῳ τῷ ὕδατι τὸν οἶνον
                        κρήσας πινέτω, <pb n="256"/> καὶ αὐτὸ τὸ ὕδωρ μοῦνον, ἢν βούληται, πινέτω ὡς
                        πλεῖστον, καὶ <lb/>ἄλλο ὕδωρ μὴ πινέτω. Ἢν δὲ τοῦτο τὸ ποτὸν μὴ προσίηται,
                        τόδε <lb/>σκευάσας οὕτω διδόναι· ἰσχάδων λευκῶν χοίνικα ἑψήσας ἐν δυσὶ
                        <lb/>χοεῦσι διηθῆσαι καὶ ἐξαιθριάσαι· ἔπειτα τὸ ὕδωρ τοῦτο πινέτω, ἤν
                        <lb/>τε ψιλὸν αὐτὸ βούληται, ἤν τε σὺν τῷ οἴνῳ κιρνάς· πινέτω δὲ μὴ
                        <lb/>ἀθρόον πουλὺ, ἀλλὰ κατὰ φορὰν ἡμικοτύλιον, ὅκως μὴ διάῤῥοια <lb/>αὐτῷ
                        ἐπιγένηται, καὶ διαλιπὼν χρόνον ὀλίγον πινέτω. Ἀγαθὰ δὲ <lb/>καὶ τάδε
                        διδόναι πίνειν νήστει ἑκάστης ἡμέρης· τρίβοντα λεῖα καὶ <lb/>διέντα κοτύλην
                        οἴνου παλαιοῦ λευκοῦ, σελίνου καρπὸν, σικύου <lb/>σπέρμα, μαράθρου καρπὸν,
                        Αἰθιοπικὸν κύμινον, ἀδίαντον, κόριον <lb/>τὴν ποίην, ἀσταφίδας λευκάς· ταῦτα
                        πίνων κἀκεἵνα ὠφεληθήσεται <lb/>καὶ τάχιστα ὑγιὴς γενήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="36"><p>36. Ἄλλος ἴκτερος· οὗτος ἐπιλαμβάνει χειμῶνος ἐν ὥρῃ ἐκ μέθης <lb/>καὶ
                        ῥίγεος· ἄρχεται δὲ τοπρῶτον ῥῖγος ἐπιλαμβάνειν, ἔπειτα καὶ <lb/>πυρετὸς
                        κατέχει· τὸ δὲ ὑγρὸν τὸ ἐν τῷ σώματι πήγνυται ἐν τῷ <lb/>δέρματι. Τοῖσι δὲ
                        δείκνυται ὅτι οὕτως ἔχει· πελιδνόν ἐστιν αὐτοῦ <lb/>τὸ σῶμα καὶ ὑπόσκληρον,
                        καὶ αἱ φλέβες διὰ τοῦ σώματος τέτανται <lb/>ὠχραί· μέζονες δὲ καὶ παχύτεραι
                        ἢ πρόσθεν εἰσί· τέτανταί τε ὑπομελάντεραι <lb/>καὶ ἄλλαι φλέβες, καὶ ἢν
                        τάμνῃ τίς τινα αὐτῶν, ῥεύσεται <lb/>τὸ αἷμα ὠχρὸν, ἢν ὠχραὶ ἔωσιν αἱ φλέβες·
                        ἢν δὲ μέλαιναι <lb/>ἔωσι, μέλαν τὸ αἷμα ῥεύσεται. Καὶ τὸ ἱμάτιον πρὸς τῷ
                        σώματι <lb/>προσκείμενον οὐκ ἀνέχεται ὑπὸ τοῦ κνησμοῦ. Οὗτος πρόθυμός ἐστι
                            <pb n="258"/> πρὸς τὸ πορεύεσθαι καὶ φοιτῇν, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἀσθενείης
                        αὐτοῦ τὰ <lb/>σκέλεα ὑποφέρεται, καὶ διψῇ σφόδρα. Αὕτη ἡ νοῦσος οὔπω ἧσσον
                        <lb/>τῆς προτέρης θανασίμη· προέρχεται δὲ πλείω χρόνον, ἢν μὴ ἐν τῇσιν
                        <lb/>ἑπτὰ ἡμέρῃσιν ὑγιὴς γένηται· ἢν δὲ ἡ νοῦσος ἀπομηκύνηται καὶ γένηται
                        <lb/>ὄγδοος ἢ ἔννατος, συμπίπτει ἐς κλίνην, καὶ ἡ νοῦσος καὶ ἡ <lb/>ἀλγηδὼν
                        πιέζει μᾶλλον, καὶ ἀνίστασθαι οὐ δύναται, καὶ οἱ πολλωὶ <lb/>ἐν τούτῳ τῷ
                        χρόνῳ παραχρῆμα φθείρονται. Τοῦτον, ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς μὲν
                        τῆς νούσου ἢν παραγένηται, ὁκόταν ἤδη αἱ <lb/>ἑπτὰ ἡμέραι παρέλθωσιν,
                        ἐλλέβορον πῖσαι, τὴν δὲ κάτω κοιλίην <lb/>χυλῷ ὑποκαθῆραι, ὡς ἐν τῷ πρόσθεν,
                        καὶ τἄλλα τὰ αὐτὰ διδόναι <lb/>φάρμακα. Διδόναι δὲ καὶ κανθαρίδας, ἄνευ
                        πτερῶν καὶ κεφαλῆς, <lb/>τέσσαρας τρίβων καὶ διεὶς οἴνῳ λευκῷ ἡμικοτυλίῳ,
                        ἤδη δὲ καὶ μέλι <lb/>παραχέαι ὀλίγον, εἶτα οὕτω διδόναι πιεῖν· τοῦτο πινέτω
                        δὶς ἢ τρὶς <lb/>τῆς ἡμέρης. Προϊούσης δὲ τῆς νούσου λουτροῖσι καὶ πυριήμασι
                        θεραπεύειν· <lb/>ἐσθιέτω δὲ ἅσσα προσίεται· οἶνον δὲ πινέτω λευκὸν,
                        αὐστηρὸν, <lb/>καὶ τἄλλα τὰ αὐτὰ προσφερέσθω ἃ καὶ τῇ πρόσθεν. Αὕτη ἡ
                        <lb/>νοῦσος χρονίη καὶ χαλεπὴ, ἢν μὴ κατ’ ἀρχὰς καλῶς μελετηθῇ. </p></div></div></body></text></TEI>