<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg032.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="33"><p>33. Ἄλλη νοῦσος σπληνός· προσπίπτει καὶ αὕτη ἡ νοῦσος ἦρος <lb/>μάλιστα,
                        ὁκόταν φλέγμα ἀναλάβῃ ὁ σπλὴν ἐς ἑωυτὸν, μέγας παραχρῆμα <lb/>γίνεται καὶ
                        σκληρός· εἶτ’ αὖθις καθίσταται· καὶ ὅταν μὲν <lb/>ἐξηρμένος ᾖ, ὀδύναι ὀξεῖαι
                        ἐμπίπτουσιν· ὁκόταν δὲ λαπαρὸς ᾖ, ἀνώδυνός <lb/>ἐστι· καὶ ὁκόταν χρόνος
                        ἐγγένηται τῇ νούσῳ, ἀμαυροτέρη <lb/>δοκέει, καὶ ἐπανίσταται, καὶ ταχέως
                        καθίσταται. Οὗτος ὁκόταν οὕτως <lb/>ἔχῃ, κατ’ ἀρχὰς τοῦ νοσήματος τὰ σιτία
                        οὐ δύναται προσίεσθαι, <lb/>καὶ ταχέως καταλεπτύνεται, καὶ ἀκρῃσίην ἔχει τὸ
                        σῶμα πολλήν. <lb/>Το δὲ νούσημα ἢν μὴ παραχρῆμα θεραπευθῇ, ἢ αὐτόματον
                        <lb/>καταστῇ, διαλιπὸν πέντε μῆνας ἢ ἕξ αὖθις ἐπανίσταται· διαλιμπάνει
                        <lb/>δὲ μάλιστα τὸν χειμῶνα. Τοῦτον κατ’ ἀρχὰς ἢν λάβῃς, καῦσον δέκα <pb n="252"/> ἐσχάρας ἐς τὸν σπλῆνα, καὶ παρ’ εὐθὺ ὑγιέα ποιήσεις· ἢν δὲ μὴ
                        <lb/>καύσῃς, τοῖσιν αὐτοῖσι φαρμάκοισιν ἰῆσθαι οἷσι καὶ τοὺς πρόσθεν,
                        <lb/>καὶ ἐδέσμασι καὶ ποτοῖσι καὶ ταλαιπωρίῃσιν· οὕτων γὰρ ἂν τάχιστα
                        <lb/>ὑγιέα ποιήσῃς. Τούτου δὲ ἡ χροιὴ γίνεται ἔκλευκος, ἄρτι ὕπωχρος,
                        <lb/>ἄρτι αὐτχμηρή. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="34"><p>34. Ἄλλη νοῦσος σπληνός· γίνεται μετοπώρου μάλιστα ἀπὸ <lb/>χολῆς μελαίνης·
                        γίνεται δὲ ἀπὸ λαχανοφαγίης τρωξίμων πολλῶν <lb/>καὶ ὑδροποσίης. Πάσχει οὖν
                        τάδε· ὁκόταν τὸ νούσημα λάβῃ, <lb/>ἀλγέει τὸν σπλῆνα σφόδρα, καὶ ῥῖγος καὶ
                        πυρετὸς ἐπιλαμβάνει, καὶ <lb/>ἀσιτίη ἔχει αὐτὸν, τό τε γυῖον ξυμπίπτει
                        ταχέως· ὁ δὲ σπλὴν μέγας <lb/>μὲν πάνυ οὐ γίνεται, σκληρὸς δὲ, καὶ
                        παραπίπτει παρὰ τὰ <lb/>σπλάγχνα καὶ μυζέει προσκείμενος. Τοῦτον, ὁκόταν
                        οὕτως ἔχῃ, τοῖσιν <lb/>αὐτοῖσιν ἰῆσθαι καὶ φαρμάκοισι καὶ βρωτοῖσι καὶ
                        πότοισι καὶ <lb/>ταλαιπωρίῃσιν, οἷσιν ἂν καὶ τοὺς πρόσθεν, καὶ ἤν σοι
                        παρέξῃ, καῦσαι <lb/>τὸν αὐτὸν τρόπον ὅνπερ καὶ τοὺς ἄλλους. Αὕτη ἡ νοῦσος
                        τοῖσι <lb/>πολλοῖσιν, ἢν παραχρῆμα μελετηθῇ, ἐν τάχει ἐξέρχεται. </p></div></div></body></text></TEI>